Η ελληνική βιομηχανία δίνει μια δύσκολη και άνιση μάχη. Υπό το βάρος της κρίσης την τελευταία πενταετία έχει πληγεί ιδιαίτερα. Για να επιβιώσει στράφηκε αναγκαστικά στις εξαγωγές. Οι οποίες, όμως, έχουν ημερομηνία λήξης καθώς το ενεργειακό κόστος για την ελληνική βιομηχανία ήταν και παραμένει σημαντικά υψηλότερο συγκριτικά με αυτό των Ευρωπαίων ανταγωνιστών της. Τα στοιχεία είναι γνωστά. Η συμβολή της βιομηχανίας μας στο ΑΕΠ της χώρας είναι μόλις 9%, όταν το ίδιο ποσοστό για την ευρωπαϊκή βιομηχανία είναι 15,1% και ο ευρωπαϊκός στόχος για το 2020 είναι 20%. Με τα σημερινά δεδομένα και χωρίς τη λήψη αποφασιστικών και άμεσων μέτρων μείωσης του ενεργειακού κόστους σε ανταγωνιστικά επίπεδα, η σύγκλιση φαντάζει άπιαστο όνειρο. Οι Ευρωπαίοι ανταγωνιστές μας δραστηριοποιούνται σε μια αγορά ηλεκτρικής ενέργειας πλήρως ανταγωνιστική και ελεύθερη, με δυνατότητα πρόσβασης σε όλα τα διαθέσιμα ενεργειακά προϊόντα, με τιμές στην ημερήσια αγορά (spot) κάτω των 40 ευρώ/MWh όπως στη Γερμανία 33 ευρώ/MWh και με απεριόριστες ευκαιρίες εισαγωγών βασισμένων σε διμερή συμβόλαια.

Αντίθετα, η ελληνική βιομηχανία έχει, εκτός της ΔΕΗ, μόνο δύο εναλλακτικούς τρόπους προμήθειας, δηλαδή τη χονδρεμπορική και τις εισαγωγές, οι οποίοι όμως καταλήγουν σε απαγορευτικό κόστος λόγω των στρεβλώσεων της αγοράς. Συγκεκριμένα: το κόστος της χονδρεμπορικής αγοράς λόγω της υποχρεωτικής ημερήσιας αγοράς (pool) διαμορφώνει μια τιμή άνω των 75 ευρώ/MWh παρά την υπερεπάρκεια στην παραγωγή λόγω του διπλασιασμού της παραγωγής από ΑΠΕ. Οι δε εισαγωγές είναι στην πράξη αδύνατες, καθώς στην πορεία επιβαρύνονται με όλες τις προσαυξήσεις του pool.

Ως συνέπεια των παραπάνω θα περίμενε κανείς οι αρμόδιοι φορείς, με πρώτη τη ΡΑΕ, να έχουν λάβει μέτρα εδώ και χρόνια στην κατεύθυνση δημιουργίας ανταγωνιστικής και ελεύθερης αγοράς και να μη μένουν σε εξαγγελίες. Αντίθετα, τα τελευταία χρόνια λαμβάνονται με ιδιαίτερη σπουδή μέτρα με πολύ υψηλό κόστος για τον καταναλωτή με το πρόσχημα της δημιουργίας ανταγωνισμού στην αγορά. Για ποια ελεύθερη αγορά μιλάμε σήμερα; Η ανοχή και αντοχή της βιομηχανίας στο παρελθόν δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως συναίνεση. Τελείωσαν τα ψέματα.

Πρόσφατα είχαμε την πρωτοβουλία της κυβέρνησης, η οποία ως βασικός μέτοχος παρενέβη στη Γ.Σ. της ΔΕΗ και αποφάσισε σημαντικά μειωμένα ανταγωνιστικά βιομηχανικά τιμολόγια και μάλιστα κόντρα στις… «βουλήσεις» της τρόικας. Το ερώτημα είναι εάν αυτή η κίνηση είναι αρκετή. Η απάντηση είναι σαφώς όχι. Η πρωτοβουλία αυτή πρέπει να έχει συνέχεια για να εξασφαλίσει τη βιωσιμότητα της βιομηχανίας και να αποτελέσει την αφορμή για να αποκτήσει η χώρα μόνιμη βιομηχανική πολιτική, που να δίνει πραγματική προοπτική για την ελληνική παραγωγή και μεταποίηση. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορεί η ελληνική βιομηχανία να αποτελέσει την ατμομηχανή για την πραγματική ανάκαμψη και ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.

Δυστυχώς, είμαστε στο ίδιο θλιβερό έργο θεατές… Η ΡΑΕ κατάθεσε νέα πρόταση σε δημόσια διαβούλευση για την υποχρεωτική διάθεση από τη ΔΕΗ λιγνιτικής παραγωγής στο κόστος, με το πρόσχημα να υπάρξει ανταγωνισμός στην προμήθεια κατά το πρότυπο του γαλλικού ΝΟΜΕ. Με τη διαφορά ότι το ΝΟΜΕ στη Γαλλία σχεδιάστηκε προκειμένου να προφυλαχθούν τα ανταγωνιστικά τιμολόγια ρεύματος που απολάμβανε η βαριά βιομηχανία της χώρας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανταγωνισμού. Δυστυχώς, όμως, ο νέος σχεδιασμός αποκλείει στην πράξη τις μεγάλες βιομηχανίες, καθώς ενσωματώνει στην τελική τιμή τις υφιστάμενες στρεβλώσεις-επιβαρύνσεις της αγοράς και δεν λαμβάνει υπόψη το ιδιαίτερο προφίλ λειτουργίας των βιομηχανιών. Σε καμία περίπτωση δεν είναι αυτό το γαλλικό ΝΟΜΕ.

Στη Γαλλία υπήρξε η πολιτική βούληση με τη σύμφωνη γνώμη του ρυθμιστή της αγοράς. Στην Ελλάδα;

Οπως η είσοδος ιδιωτών στην παραγωγή αντί να φέρει ανταγωνισμό αύξησε το κόστος για τον καταναλωτή, έτσι ο νέος μηχανισμός κινδυνεύει με τον αποκλεισμό της βιομηχανίας, να καταλήξει απλά σε προσφορά εγγυημένου εσόδου στους προμηθευτές με αποτέλεσμα απλά τη μείωση των εσόδων της ΔΕΗ. Είναι προφανές ότι η ΔΕΗ θα συνεχίσει να αποτελεί μονοψώνιο για τις μεγάλες βιομηχανίες, εφόσον το ελληνικό ΝΟΜΕ δεν επανασχεδιαστεί από την αρχή στη βάση του γαλλικού ΝΟΜΕ.

Εάν η βιομηχανία εξαιρεθεί στην πράξη από τον νέο μηχανισμό, το διακύβευμα για την ίδια είναι η επιβίωσή της. Αλλά και η κυβέρνηση στην πράξη θα αδυνατεί να εφαρμόσει τη βιομηχανική πολιτική για ανταγωνιστικό κόστος ενέργειας που αποβλέπει στην ανάπτυξη της οικονομίας της χώρας με εργαλείο τη βιομηχανία.

Αλλά δεν πρέπει να αφήνουμε το σύστημα να μας αποπροσανατολίζει. Το αίτημα της βιομηχανίας είναι ένα και πολύ απλό. Ανταγωνιστική και ελεύθερη αγορά. Η τρόικα, που δήθεν ευαγγελίζεται την ελεύθερη αγορά, δέχεται συνεχώς την εφαρμογή μέτρων που σκοπό έχουν να διατηρήσουν το σημερινό καθεστώς αγοράς προς όφελος των μεγάλων Ευρωπαίων ενεργειακών παικτών που επιδιώκουν να μπουν στην ελληνική αγορά.

Ως ΕΒΙΚΕΝ επιμένουμε.

Το διακύβευμα είναι η ίδια η έξοδος της χώρας από την ύφεση, για την επίτευξη της οποίας η διατήρηση και ενίσχυση του βιομηχανικού ιστού μέσω της μείωσης του ενεργειακού κόστους -και όχι μόνο- αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση.

* Ο κ. Αντώνης Κοντολέων είναι μέλος Δ.Σ. της Ενωσης Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας