Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2018
ΗΛΙΑΣ ΚΑΡΑΒΟΛΙΑΣ

ΗΛΙΑΣ ΚΑΡΑΒΟΛΙΑΣ

Ο Ηλίας Καραβόλιας γεννήθηκε το 1976 στη Ρόδο. Σπούδασε στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών της Νομικής και Οικονομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ακολούθησε τον θεωρητικό τομέα ειδίκευσης (Γενικής Θεωρίας και Οικονομικής Πολιτικής). Eργάστηκε σε εταιρείες ως σύμβουλος στον ιδιωτικό τομέα και δούλεψε στην Περιφέρεια Ν.Αιγαίου ως ειδικός συνεργάτης.
ΗΛΙΑΣ ΚΑΡΑΒΟΛΙΑΣ
γιατί πάμε από μνημόνιο σε μνημόνιο

Γιατί πάμε από μνημόνιο σε μνημόνιο

Ο Ηλίας Καραβόλιας επιχειρεί να εξηγήσει γιατί η Ελλάδα βγαίνει από το ένα μνημόνιο για να μπει σε ένα άλλο. Εντοπίζει το πρόβλημα στην έλλειψη στοχασμού της βέλτιστης λύσης που συμβαίνει τόσο σε ατομικό επίπεδο, όσο και οικονομικό…


Aφορμή για το παρόν κείμενο είναι κάποια σημεία απο το άρθρο του αναπληρωτή καθηγητή Νομικής Αθηνών Α.Γ.Καραμπατζού στο ΒΗΜΑ της 1/7 με τίτλο Προστασία δεδομένων: η μή συναίνεση ως (προστατευτική) προεπιλογή. Το άρθρο αξίζει να διαβαστεί ως συμβολή στην συμπεριφορική οικονομική ανάλυση του δικαίου (ειδικότητα του εν λόγω καθηγητή). Ειδικά για το συγκεκριμένο θέμα που πραγματεύεται τα αναπάντητα – σχεδόν από τους περισσότερους εξ ημών- emails που δεχόμαστε για τον κανονισμό GDPR προσωπικών δεδομένων).

Ξεχώρισα όμως δυο έννοιες που θα προσπαθήσω να τις χρησιμοποιήσω ως οδηγούς ανάλυσης στην περίπτωση του νεοελληνικού public debt management (διαχείριση δημοσίου χρέους). Το οποίο οδήγησε φυσικά σε ένα 8ετές επώδυνο σκηνικό με αναποτελεσματικό μάλλον crisis management ( διαχείριση κρίσης).

Ο καθηγητής αναφέρεται σε κάτι που κάνουμε συχνά ως άτομα. Μας φαίνεται προτιμότερο να μην λαμβάνουμε καμιά απόφαση παρά να επωμιζόμαστε το βάρος στοχασμού μιας βέλτιστης λύσης (preference for inaction over action).

Μου ήλθαν αμέσως στο μυαλό δύο περίοδοι της σύγχρονης οικονομικής ιστορίας του τόπου μας. Και πιστεύω ότι – θα συμφωνήσεις φίλε αναγνώστη – που μας στοίχισαν πολύ.

Από το μνημόνιο του Παπανδρέου στο μνημόνιο του Τσίπρα

Αναφέρομαι στο α” εξάμηνο διακυβέρνησης του Γιώργου Παπανδρέου (2009-2010) και στο περίφημο α” εξάμηνο του 2015 της πρώτης διακυβέρνησης Τσίπρα.

Οι δυο περιπτώσεις σαφέστατα διαφέρουν. Έχουν όμως έναν κοινό παρονομαστή: τον υψηλό φόρο προσπάθειας (tax effort) των επιλογών που έπρεπε να γίνουν (δηλαδή το πολιτικό κόστος). Όμως πόσο μεγάλο θα ήταν άραγε εκείνο το εναλλακτικό πολιτικό κόστος αν δεν δρούσαν τα οικονομικά επιτελεία τότε υπό καθεστώς ιδεοληπτικής σχεδόν εμμονής και περιορισμένης ορθολογικότητας; Γιατί αν συνέβαινε στα τέλη του 2009 (όταν ξέραμε για το έλλειμμα των 32 δισ. και βλέπαμε τα spreads να τρέχουν) αυτό που όλοι ψιθυρίζουμε μεταξύ μας σήμερα (βελούδινη προσωρινή έξοδος τότε από το ευρώ σε καθεστώς ελεγχόμενης χρεοκοπίας), ίσως η χώρα και οι ζωές μας να ήταν διαφορετικές. Και να είχαμε ανακάμψει νωρίτερα. 

Ο Γιώργος Παπανδρέου κέρδισε τον Σεπτέμβρη του 2009 τις εκλογές με 44%. Είχε ισχυρή λαϊκή εντολή να νοικοκυρέψει τα δημοσιονομικά της χώρας. Χωρίς να υποστούμε την επιτροπεία και τα μνημόνια. Ακόμα και αν δεν ξεκινούσε απολύσεις, περικοπές δαπανών, χτυπήματα στην φοροδιαφυγή. Ακόμα και αν τελικά δεν είχε εκείνη την εμμονική προσκόλληση σε μεσσιανικά σύνδρομα εξουσίας. Αν δεν είχε αγκυρωθεί στο ότι υπάρχει πλούτος για αναδιανομή (αυτό εννούσε με τα λεφτά υπάρχουν). Τα ποσοστά που θα έχανε δεν θα ήταν μεγάλα αν οδηγούσε την χώρα γρήγορα σε καθεστώς ελεγχόμενης αθέτησης πληρωμών. Και όχι σε αργοπορημένη προσφυγή σε νεοσύστατους μηχανισμούς υπερδανεισμού με προκαθορισμένο και εμφανή στόχο. Δηλαδή, τα μνημόνια και την λιτότητα ώστε να αναχρηματοδοτηθεί το ελληνικό χρέος και να παρέμβει η ΕΚΤ να σώσει ευρωπαικές τράπεζες.

Ανικανότητα στάθμισης των δεδομένων

Μια ανικανότητα στην σωστή στάθμιση των δεδομένων, στην έγκαιρη λήψη αποφάσεων και στην στεγανοποίηση του τραπεζικού συστήματος αλλά και του εισοδήματος των πολιτών, οδήγησαν σε τραγική καθυστέρηση. Με αποτέλεσμα να οδηγηθούμε εκτός αγορών και φυσικά εντός νέου υπέρογκου (μή αναγκαίου για το ύψος του) δανεισμού. Οι ευθύνες βαραίνουν και τον τότε υπουργό των Οικονομικών Γιώργο Παπακωνσταντίνου που δεν φρόντισε να δεί το φυσικό επακόλουθο των υπέρογκων μνημονιακών δανείων. Δηλαδή, την μή βιωσιμότητα του χρέους αλλά και της οικονομίας. Αφού καθόλου δεν υπολόγιστηκε σωστά το ύψος της ύφεσης και το ότι μπορεί να μην λειτουργήσουν θετικά οι πολλαπλασιαστές σε καθεστώς εσωτερικής υποτίμησης. 

Η «διαπραγμάτευση» Τσίπρα – Βαρουφάκη

Και πάμε στην δεύτερη περίπτωση, της περίφημης διαπραγμάτευσης Τσίπρα-Βαρουφάκη το α” εξάμηνο 2015. Η αλήθεια είναι ότι μπορεί μεν να καθυστέρησε η ελληνική πλευρά. Όμως οι εταίροι-δανειστές φαίνεται ότι δεν ήθελαν να δώσουν ριζική λύση στο ελληνικό πρόβλημα. Αν υποθέσουμε ότι βασική δουλειά όσων ασκούν οικονομική πολιτική είναι να αντιλαμβάνονται νωρίς τα αδιέξοδα, αυτό το αδιέξοδο των συνομιλιών περί “βελούδινης ρήξης” έπρεπε να το θεωρήσουμε τότε ως το πιθανότερο ενδεχόμενο.

Ο Τσίπρας είχε αποδοχή ως πρωθυπουργός άνω του 70%. Η κυβέρνηση είχε μετά τον Γενάρη του 2015 φθάσει σε δημοσκοπήσεις το 45%. Υπήρχε περιθώριο “εγγραφής” πολιτικού κόστους για την ορθολογική επιλογή. Και όχι για την έφοδο στον ουρανό.

Ποιά επιλογή ήταν αυτή;  Μα φυσικά να μπεί ξανά στην διαπραγμάτευση με τους εταίρους από εκεί που μείναμε το 2014 ώστε να ελαφρυνθεί το email Χαρδούβελη. Και με βάση αυτό να κλείσει η συμφωνία της τελευταίας ατελούς αξιολόγησης που άφησε η προηγούμενη κυβέρνηση.

Αντιλήψεις όμως και ιδεοληψίες περί ελεγχόμενης ρήξης (βλ. σκίσιμο μνημονίων αλλά παράλληλα και παραμονή στο ευρώ) και ριζικής ανατροπής του σκηνικού, μας έριξαν στον λάκκο της πραγματικότητας. Θαρρείς και ο τοίχος του καπιταλισμού στο ευρωπαικό τραπεζικό κατεστημένο και στο διευθυντήριο του Βερολίνου θα έσπαγε εύκολα… Και φυσικά μετά συνθηκολογήσαμε (αφού γίναμε εθνικά υπερήφανοι με το δημοψήφισμα) με πρόσθετο κόστος (γ” μνημόνιο) που θα μπορούσε να ήταν πολύ μικρότερο και λιγότερο επώδυνο.

Από τον ορθολογισμό στην ιδεοληψία

Και στις δυο περιπτώσεις (2010, 2015) οι κυβερνήσεις είχαν τεράστια πολιτική νομιμοποίηση να πράξουν το ορθολογικό. Και όχι αυτό που υποσχέθηκαν ως εφικτό, έστω με μια ελαφρά απόκλιση από την βέλτιση λύση. Έστω και με βραχυπρόθεσμο υψηλό κόστος για την οικονομία.

Προτιμήθηκε όμως αυτό που μας θυμίζει ο Α.Γ.Καραμπατζός. Κάνουμε σαν άτομα όταν δεχόμαστε το email για τον κανονισμό σχετικά με τα προσωπικά μας δεδομένα: Επιλέγουμε μερικές φορές την αδράνεια (inertia) και την προσκόλληση σε βολικά σχήματα λήψης αποφάσεων (rules of thumb) εγκατεστημένα στο σκηνικό της επιλογής απο διοικητικές έξωθεν προεπιλογές.

Υ.Γ. Να σημειώσω απλά ότι ΕΕ/ΔΝΤ/ΕΚΤ είχαν ουσιαστικά “προεπιλέξει” την εσωτερική υποτίμηση και την λιτότητα, τόσο το 2010 όσο και το 2015.

Γι αυτό φίλε αναγνώστη έχω αρθρογραφήσει και παλιότερα ότι οι ασκούντες την μακροοικονομική πολιτική πρέπει να έχουν επίγνωση των ορίων της επιλεκτικής ορθολογικότητας, της ασταθούς ισορροπίας των μεγεθών (και της σταθερής ανισορροπίας τους ενίοτε). Καθώς και της ποσοτικοποίησης στην στάθμιση κόστους/οφέλους, αλλά και της συνάρτησης χρόνου/χρέους για την οικονομία. Από την συμπεριφορική οικονομική των υποκειμένων και των ομάδων μπορούμε να διδαχθούμε πολλά. Ώστε να αποφύγουμε στο μέλλον παρόμοιες “αδράνειες” που οδηγούν απευθείας σε επώδυνες λύσεις. Κυρίως να αποφύγουμε το βάρος στοχασμού μιας βέλτισης λύσης…

Διαβάστε το προηγούμενο άρθρο του Ηλία Καραβόλια στο new deal