Ο Αθανάσιος Παπανδρόπουλος αναλύει το 750 σελίδων, βιβλίο που παρουσίασε πρόσφατα ο Αντώνης Κεφαλάς και οι συνεργάτες του με τίτλο «Πτυχές εκβιομηχάνισης 1945-2010: Μια ιστορία» (εκδόσεις Σιδέρη).


Όταν ο εκλεκτός συνάδελφος Αντώνης Κεφαλάς μου πρότεινε να πάρω μέρος στη συγγραφή του βιβλίου για την ελληνική βιομηχανία στην Ελλάδα, αποδέχθηκα την πρόταση υπό έναν όρο: να ρίξουμε φως στην αντιβιομηχανική φιλολογία και να δούμε αν η χώρα μπορεί από καταναλωτική με δανεικά να γίνει παραγωγική με επενδύσεις.

Αυτό σημαίνει έτσι ότι είναι ζωτική ανάγκη η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας, κάτι που αποτελεί μέγα ζητούμενο της εποχής μας. Στο ζητούμενο αυτό όμως υπάρχει μια προϋπόθεση, σημαντική κατά τη γνώμη μας, που είναι η κυρίαρχη αντίληψη στην Ελλάδα για την παραγωγή.

Δύσκολα τα πράγματα στο επίπεδο αυτό. Η αντιπαραγωγική, η αντιβιομηχανική και η αντιεπιχειρηματική νοοτροπία είναι βαθιά ριζωμένες στην Ελλάδα και κατά τη γνώμη μας, πρόκειται για μια από τις βασικότερες αιτίες των επτά πτωχεύσεων που γνώρισε η χώρα από το 1821 και μετά.

Κατά τον Αντώνη Κεφαλά, η… εχθρότητα απέναντι στη βιομηχανία έχει τόσο ιστορικές, όσο και πιο σύγχρονες ιδεολογικό -πολιτικές καταβολές. Παράλληλα όμως, ειδικά στην ελληνική περίπτωση, σχετίζεται και την τεράστια αντίσταση που συνάντησε στην Ελλάδα η είσοδος και διάδοση του δυτικο-ευρωπαϊκού διαφωτισμού.

«….Ο διαφωτισμός στην απελευθερωμένη Ελλάδα δεν έγινε ποτέ πολιτιστική δύναμη. Τα συντάγματα του Αγώνα, όσο και εκείνο του 1864, αντλούσαν φυσικά από την εννοιολογία και την ορολογία της Γαλλικής Επανάστασης. Όπως όμως τόνιζε ήδη ο Φίνλεϋ, αυτό δεν ήταν παρά μια ψιμυθιωμένη πρόσοψη για να κερδηθεί η εύνοια της Ευρώπης. Ο κοτζαμπάσικος τιμαριωτισμός και η ληστοκρατία υιοθέτησαν την γλώσσα της δημοκρατίας (της αυτονομίας των “κοινοτήτων”) για να αποτρέψουν την ίδρυση ενός κράτους δικαίου. Συλλογική συνείδηση διαποτιζόταν από μια μυστικιστική αντίληψη του ανθρώπινου πεπρωμένου, και τελικά της ίδιας της πολιτικής – φυσιολογικό αποτέλεσμα της μακραίωνης κηδεμονίας της ορθόδοξης εκκλησίας, αλλά και του οθωμανισμού.…».

Αν τώρα σ’ αυτές τις αντιλήψεις προσθέτουμε και τις μαρξιστογενείς υπεραπλουστεύσεις, το αρνητικό για τη βιομηχανία κλίμα γίνεται και από ιδεολογικής πλευράς αντιληπτό.

Έτσι, στον 19ο αιώνα η βιομηχανία ήταν σχεδόν ανύπαρκτη στην Ελλάδα και κάποιες βιοτεχνίες που άρχισαν να ιδρύονται από το 1850 και μετά, δύσκολα θα μπορούσα να χαρακτηρισθούν βιομηχανικές επιχειρήσεις.

«…Στην Ελλάδα που ξεπήδησε από το 1821 η ιστορία είναι ίσως διαφορετική απ’ αυτήν της Δύσης. Στον 18° αιώνα η μικρή κοινότητα των Ελλήνων εμπόρων του 16ου και 17ου αιώνα εκμεταλλεύεται τους αγγλογαλλικούς πολέμους για να μεγαλώσει σε αριθμούς και να συσσωρεύσει κεφάλαια. Το πατρονάρισμα της Ρωσίας μετά τη Συνθήκη του Κιουτσουκ-Καϊναρτζή της επιτρέπει να αλωνίζει στη Μεσόγειο. Ο ηπειρωτικός αποκλεισμός της Γαλλίας του Ναπολέοντα από τους Άγγλους της φέρνει πλούτη. Στην ουσία ο ανταγωνισμός των Μεγάλων Δυνάμεων, όπου η καθεμία ζητούσε για τα προϊόντα της μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς σε βάρος της άλλης, “έσπασε” την πρωτοκαθεδρία των ξένων στο εμπόριο σε όφελος των Ελλήνων, που μέχρι τότε είχαν περιοριστεί στο τοπικό εμπόριο. Στη διαμάχη τους, δηλαδή, οι Ευρωπαίοι υποχρεώνονται να προσεταιριστούν το ελληνικό στοιχείο, δίνοντάς του μεγαλύτερο μερίδιο από τα κέρδη τους και θέτοντας τις βάσεις για την άνοδό του….», γράφει ο Αντ. Κεφαλάς.

Και επικαλείται το βιβλίο του Σεραφείμ Μάξιμου «…Η αυγή του ελληνικού καπιταλισμού». Ενας καπιταλισμός αμιγώς εμποροκρατικός. Διότι, στην ανέλιξή της, η ελληνική αστική τάξη αντιμετωπίζει τη μεσαιωνική οργάνωση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, που από φύση και θέση είναι κατά της αλλαγής. Την εποχή εκείνη η οθωμανική αυτοκρατορία αλλάζει και περνά σε μία μορφή αποικιοκρατικής σχέσης με τη Δύση: οι αγορές της είναι ανοιχτές στο βιομηχανικά προϊόντα της Ευρώπης σε ανταλλαγή με πρώτες ύλες. Αυτό, βέβαια, όπως υποστηρίζει ο Μάξιμος, είναι σε βάρος της τοπικής βιοτεχνίας και βιομηχανίας.

Σχεδόν νομοτελειακά, λοιπόν, η ανερχόμενη ελληνική αστική τάξη στρέφεται στο εμπόριο. Παράλληλα, όμως, αποκτά την οικονομική ισχύ και φυσιολογικά αναζητά την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού. Αυτή είναι η θετική και πολιτικοκοινωνικά ριζοσπαστική κίνηση για την Επανάσταση του 1821.

Στη διαχρονική οικονομική και διοικητική της άνοδο, η αστική τάξη ενστερνίζεται τις αρχές του δυτικού διαφωτισμού και δημιουργεί σημαντικά οικονομικά και πνευματικά κέντρα (Θεσσαλονίκη, Σμύρνη, Χίος, Άρτα, Γιάννενα, Πάτρα), γεγονός που θα μπορούσε αργότερα να της επιτρέψει να προσδώσει το δικό της σύστημα αξιών στην Επανάσταση. Αυτό δεν συμβαίνει όμως, κυρίως διότι η ενσωμάτωσή της στην ευρωπαϊκή εξέλιξη ήταν όπως είδαμε πιο πάνω πλασματική.

Όπως βέβαια πλασματική σε μεγάλο βαθμό υπήρξε και η ενσωμάτωση της χώρας μας στη σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση.

Μέσα λοιπόν σ’ ένα αρνητικό για τη βιομηχανική παραγωγή περιβάλλον, όπου από το 1945 και μετά επικρατεί και ένας άκρατος κρατισμός, η ανάπτυξη βιομηχανίας στην Ελλάδα, εκ των πραγμάτων αποτελούσε άθλο.

Αυτόν που περιγράφουν στο 750 σελίδων βιβλίο του Αντ. Κεφαλά, οι Μιχάλης Μητσόπουλος, Κων. Στρογγυλλός, Αντ. Στρατάκης και ο υπογράφων (Εκδόσεις Ι. Σιδέρης). Και στην περιγραφή τους αυτή, οι συγγραφείς καταρρίπτουν μια σειρά από μύθους γύρω από την ελληνική βιομηχανία, η οποία αν σήμερα αντιπροσωπεύει μόνον 9% του ΑΕΠ της χώρας, υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι γι’ αυτό, με κορυφαίο αυτόν της κρατικοδίαιτης οικονομίας και του ανεπανάληπτου πελατειακού κράτους.

Previous articleΑν ήμουν Κυριάκος
Next articleΚρατισμός και συνδικαλισμός προκαλούν τον Κυριάκο
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ
Ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος, γόνος επιχειρηματικής και δημοσιογραφικής οικογένειας των Πατρών (Νεολόγος Πατρών, 1879-1973), γεννήθηκε στο Ψυχικό το 1941 και φέτος συμπληρώνει 50 χρόνια δημοσιογραφικής καρριέρας. Οικονομολόγος και ειδικός σε θέματα επικοινωνίας, έχει τιμηθεί με 42 δημοσιογραφικά βραβεία και είναι Ιππότης της Τιμής της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Εργάστηκε 30 χρόνια στον Οικονομικό Ταχυδρόμο και σε άλλα έντυπα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη και συνεργάστηκε με γνωστές εφημερίδες και εξειδικευμένα περιοδικά. Σήμερα αρθρογραφεί στις εφημερίδες Εστία, Ναυτεμπορική και είναι σύμβουλος στο περιοδικό Μάνατζερ της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων. Επίσης, παρουσιάζει την εκπομπή «Δρόμοι της Ανάπτυξης» στο οικονομικό τηλεοπτικό κανάλι Sbc. Είναι επίτιμος διεθνής πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και διοικητικός πρόεδρος του ελληνικού τμήματός της, μέλος του ΔΣ της Ένωσης Συντακτών Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και χρημάτισε επί εξαετία πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Τύπου. Από το 2002 είναι μέλος της Γερουσίας για την Ένωση της Ευρώπης, από την οποία και τιμήθηκε για τα άρθρα του περί ομοσπονδιακής Ευρώπης.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.