Μήπως ήρθε η ώρα για μία σοβαρή συζήτηση σχετικά με τον Γεωπολιτικό προσανατολισμό της χώρας;
Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε δεν είναι κυρίαρχα οικονομικό, αν και αυτή την στιγμή έχει πάρει την μορφή της κρίσης χρέους, βαθύτερα όμως είναι πρόβλημα γεωπολιτικού προσανατολισμού, μέσα στον οποίο τοποθετήθηκε η Ελλάδα – άρα και η οικονομία της.

Η Ελλάδα στην περίοδο της Μεταπολίτευσης οδηγήθηκε σε εσπευσμένη είσοδο στην ΕΟΚ μέσα από έναν οικονομικό σχεδιασμό που αφορούσε ως πολιτική απόφαση τα τέλη της δεκαετίας του 50 και ως οικονομική προοπτική τις αρχές της δεκαετίας του 1960, δεκαετία κατά την οποία η Ελλάδα σημείωσε υψηλότατους ρυθμούς ανάπτυξης. Τότε ίσχυε το πλαίσιο των σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών που καθιερώθηκε με το σύστημα του Bretton Woods και ο εν γένει Κεϋνσιανικός προσανατολισμός των δυτικών οικονομιών.

Ο σχεδιασμός αυτός, στον απόηχο της Εισβολής της Τουρκίας στην Κύπρο, της Τουρκικής απειλής, του Ελλάς – Γαλλία – Συμμαχία και της εξόδου από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, αναβαπτίστηκε και αποτέλεσε ξαναζεσταμένος τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης κορυφαίο πεδίο πολιτικής σύγκρουσης, όλα αυτά όμως ελάχιστη σχέση είχαν με την οικονομία και στην πραγματικότητα περισσότερο αφορούσαν μια μετατόπιση του άξονα συμμαχιών από τις ΗΠΑ και τον ακραιφνή Ατλαντισμό στην Ευρώπη των 9 ως επιλογή διασφάλισης των εθνικών συμφερόντων και εγγύηση μιας δημοκρατικής πορείας μετά την εμπειρία της Χούντας της Κυπριακής τραγωδίας.

Θεμελιώδες λογικό άλμα αυτής της επιλογής το γεγονός ότι η ΕΟΚ δεν αποτελούσε κύρια πολιτικό και γεωστρατηγικό σύμμαχο, όσο οικονομικό χώρο συμπληρωματικό του Ατλαντισμού με ισορροπίες που σε μια δεκαετία ήταν γραφτό να αλλάξουν άρδην υπέρ μιας Γερμανίας, που ενωμένη πλέον θα ξαναβάδιζε στο μονοπάτι της Ευρωπαϊκής ηγεμονίας.

Η διεύρυνση της ΕΟΚ την εποχή εκείνη σύμφωνα με τους Γαλλικούς σχεδιασμούς έτεινε σε μία Μεσογειακή ολοκλήρωση, με πρώτο βήμα την Ελλάδα και κατόπιν της Ισπανία την Πορτογαλία και την Μάλτα.
Το πρωτείο του πολιτικού έναντι του οικονομικού δεν επέτρεψε τον ακριβή υπολογισμό των οικονομικών συνεπειών και δεν λήφθηκε πρόνοια για την επίδραση που θα είχε η άρση του προστατευτισμού που απολάμβανε η Ελληνική οικονομία, και μάλιστα όταν παράλληλα υπήρχε δραματική αύξηση των τιμών του πετρελαίου, υιοθέτηση των κινητών ισοτιμιών των νομισμάτων – δηλαδή τέλος της σταθερής ισοτιμίας 1 δολάριο=30 δρχ που ίσχυε την προηγούμενη 20ετία, 1953-1974.
Όλα αυτά επέφεραν σοκ στην Ελληνική οικονομία και η μέθοδος που προκρίθηκε σαν φάρμακο ήταν η συνεχής διολίσθηση της Δραχμής, δηλαδή η υιοθέτηση ενός μαλακού νομίσματος. Όταν μπήκαμε στο Ευρώ το 1999 η ισοτιμία ήταν 1 δολάριο = 306,3 δρχ και 340,75 δρχ = 1 ευρώ.

Με την ένωση των δύο Γερμανιών σαν συνέπεια της κατάρρευσης του ανατολικού μπλοκ μπήκαμε σε μία νέα φάση, αυτή της Γερμανικής Ευρώπης για την οποία καμία πρόβλεψη δεν είχε γίνει. Το θέμα αυτό έθεσε με ευκρίνεια ο Ανδρέας Παπανδρέου στην κοινοβουλευτική συζήτηση το καλοκαίρι του 1992 για την συνθήκη του Μάαστριχτ, και κατόπιν το καλοκαίρι του 1995 στην συνέντευξή του μετά την διάσκεψη κορυφής στις Κάννες, στο πλαίσιο αυτό μπορούμε να «διαβάσουμε» με διαφορετικό μάτι και την ρηματική διακοίνωση προς την Γερμανία τον Νοέμβρη του 1995 για τις πολεμικές επανορθώσεις. Δυο μήνες μετά την ηγεσία της χώρας ανέλαβε ο Κ. Σημίτης και η ένταξη της Ελλάδος στην σφαίρα επιρροής της Γερμανίας επήλθε με γοργά βήματα, με αποκορύφωση της Ελληνική Προεδρία του 2003.

Έκτοτε ουδεμία σοβαρή συζήτηση έχει διεξαχθεί για την ορθότητα των αναπροσανατολισμών, που ξεκίνησαν σαν ελληνογερμανικό προξενιό κάτω από ιδιάζουσες συνθήκες, στα τέλη της δεκαετίας του 50, συνεχίστηκε σαν ελληνογαλλικό ειδύλλιο (1974-81), για να καταλήξουν σε ελληνογερμανικό σύμφωνο συμβίωσης με τα γνωστά προβλήματα, αλλά και για την ευκολία με την οποία η Ελλάδα προσχώρησε στον σκληρό πυρήνα της Ευρωζώνης.

Επιλογές όπως αυτή της Δανίας της Νορβηγίας ή της Τσεχίας ουδέποτε κρίθηκε ότι θα έπρεπε να μελετηθούν πριν ληφθούν τόσο σημαντικές στρατηγικές αποφάσεις.
Το Ελληνικό κράτος υπάρχει εξαιτίας μίας επανάστασης και επίσης λόγω της παρέμβασης τριών δυνάμεων της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας.
Η κάθε μία από αυτές της χώρες έχει έναν διαφορετικό γεωπολιτικό προσανατολισμό, η Αγγλία (στο σήμερα και οι ΗΠΑ) κινούνται στα πλαίσια ενός θαλάσσιου δόγματος παγκόσμιας δύναμης, (το δόγμα βρίσκεται διατυπωμένο στα κείμενα του Halford John Mackinder), η Γαλλία από την εποχή του Ρισελιέ θεωρεί τον εαυτό της Μεσογειακή δύναμη, ενώ η Ρωσία κατέχει προνομιακή θέση σε σχέση με την Heartland στην θεωρεία του Mackinder και αποτελεί τον επικίνδυνο λόγω θέσεως αντίπαλο για τις δυνάμεις της Θάλασσας, που προβαίνουν σε πολιτικές περιορισμού και αποδόμησης της ισχύος της.

Η Γερμανία στην πραγματικότητα γεωγραφικά ασήμαντη μετά τον 2ο Πάγκ. Πόλεμο αλλά με τεράστιες φιλοδοξίες παρεμβαίνει με ένταση τα τελευταία 100 χρόνια στην περιοχή της Ανατολικής Ευρώπης και της Heartland και καταλήγει να δέχεται τα πλήγματα των δυνάμεων της Θάλασσας.
Η Ελλάδα κατέχει μία επίζηλη θέση που λειτουργεί κατά περίπτωση ως εξής: για τις Θαλάσσιες δυνάμεις αποτελεί τμήμα του εσωτερικού τόξου με το οποίο ελέγχουν την Heartland για να μην μπορέσουν οι δυνάμεις που κατέχουν αυτήν την περιοχή να αποκτήσουν δίοδο στις θερμές θάλασσες και στα θαλάσσια περάσματα, η περιγραφή αυτή με αντίθετο πρόσημο δείχνει και τις ακραίες φιλοδοξίες της Ρωσίας (βλέπε πχ τα Ορλωφικά τα οποία ταυτόχρονα καταδεικνύουν τον κρίσιμο ρόλο του Ελληνικού χώρου στην Μεσογειακή του διάσταση).
Για την Γαλλία, η Ελλάδα βρίσκεται πάνω στο σημείο τομής της Μεσογείου σε Ανατολική και Δυτική γι” αυτό και πάνω ή γύρω από τον άξονα Αδριατικής Ιονίου λαμβάνουν χώρα ιστορικά κρίσιμες Ναυμαχίες, πχ Σαλαμίνας, Ακτίου, Ναυπάκτου, Πρεβέζης και πιο Νότια της Σύρτης, αλλά και του Ναυαρίνου.

Στο πλαίσιο αυτών των συσχετισμών, στη μάλλον ασήμαντη και μη εμπλεκόμενη Βαυαρία, δόθηκε το βασίλειο της Ελλάδος, όμως ο Όθων προσπάθησε να παρέμβει στο πόλεμο της Κριμαίας το 1856 και έτσι έχασε τον θρόνο του, στην συνέχεια μέσω Δανίας η δυναστεία των Γκλύξμπουργκ, με πρωσικές ρίζες, πήρε την σκυτάλη λόγω των σχέσεων της με την Βρετανικό θρόνο, όμως και πάλι μετά την επιτυχία των Βαλκανικών πολέμων η παρασπονδία του Κωνσταντίνου Α” και η εύνοιά του προς την Γερμανία είχε δραματικές συνέπειες για την Ελλάδα στο διάστημα 1915-1922.

Από το σημείο αυτό και πέρα αρχίζει μια δραματική σειρά εμπλοκών της Γερμανίας στα Ελληνικά πράγματα, οι εμπλοκές αυτές εμπεριέχουν μια βασική αντίφαση: στρατηγικά η Γερμανία δεν επειγόταν να παρέμβει στην περιοχή των Βαλκανίων γιατί είναι προσηλωμένη στην περιοχή της Ανατολικής Ευρώπης. ως ενδιάμεσο βήμα προσέγγισης – άλλοτε φιλικής και άλλοτε εμπόλεμης – με την Ρωσία, κάτι όμως τα φιλογερμανικά τμήματα της γαλουχημένης σ’ αυτό πλαίσιο ελληνικής ολιγαρχίας, κάτι οι κινήσεις των Άγγλων ή των Αμερικάνων οδηγούν στον εγκλωβισμό της Γερμανίας στα Βαλκάνια και πιο συγκεκριμένα στην Ελλάδα.
Δεν χρειάζεται να το πούμε ότι για τρίτη φορά μέσα σε 100 χρόνια πάνω από την Ελλάδα κρέμεται μία δαμόκλειος σπάθη λόγω της προσέγγισής μας και της ταύτισης με την Γερμανία και της συνακόλουθης παρέμβασής της στα πολιτικά και οικονομικά πράγματα της χώρας μας.
Είναι ιστορικά πολλαπλώς αποδεδειγμένο ότι η κάθοδος της Γερμανίας στην περιοχή δεν λειτουργεί υπέρ των Ελληνικών συμφερόντων και σαν παράδειγμα επιβοηθητικό στην κατανόηση του παρόντος έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να ανατρέξουμε στην Γερμανική ιστορία στα χρόνια του τελευταίου Κάιζερ, όταν ένας ολόκληρος μακρόπνοος σχεδιασμός εκπονήθηκε εκ μέρους της Γερμανίας, εμβληματικά μέρη του οποίου ήταν ο σιδηρόδρομος Βερολίνου – Βαγδάτης και οι Γερμανικές στρατιωτικές αποστολές στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μέλη των οποίων υπήρξαν εκλεκτά μέλη της Αυτοκρατορικής Στρατιωτικής Ελίτ.
Ξαναγυρνώντας στο σήμερα, οι επιλογές του ηγετικού πυρήνα του ΣΥΡΙΖΑ, που τουλάχιστον η ρητορική του βρίσκεται προσκολλημένη σε ένα παλαιομοδίτικο ευρωκομμουνιστικής καταγωγής ευρωπαϊσμό της Ευρώπης των Λαών, οδηγούν σε αποφάσεις στην βάση των οποίων πρωτεύουσα σημασία έχει το πολιτικό κριτήριο και όχι η στάθμιση των οικονομικών συνεπειών, όμως όπως είπαμε και στην αρχή η ΕΟΚ, η ΕΕ και η Ευρωζώνη δεν είναι πολιτικές οντότητες, όσο είναι ιδιότυπα φαινόμενα ενιαίας αγοράς και κοινού νομίσματος μέσω των οποίων η Γερμανία αυξάνει την οικονομική της ισχύ και ταυτόχρονα εκφράζει την περιορισμένη από την συνθήκη 2+4 θέλησή της για κυριαρχία.

Παραμένει βέβαια εκκρεμές το ερώτημα, ποιος πρέπει να είναι ο γεωπολιτικός προσανατολισμός της Ελλάδας;

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.