Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΥΚΛΟΥΜΠΕΡΗΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΥΚΛΟΥΜΠΕΡΗΣ

Ο Δημήτρης Κουκλουμπέρης είναι δημοσιογράφος. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Βόλο αλλά οι σειρήνες της πρωτεύουσας τον μάγεψαν και από το 2000 ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Απόφοιτος του Τμήματος Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και «αιώνιος» φοιτητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου. Πολιτικό ον, κατά την αριστοτέλεια λογική, θεωρεί το γράψιμο πηγή έμπνευσης και δημιουργίας.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΥΚΛΟΥΜΠΕΡΗΣ
«α, ρε γιωργο»

«Α, ΡΕ ΓΙΩΡΓΟ»

Ο ηλικιωμένος κύριος μόλις είχε βγει από το σούπερ μάρκετ κρατώντας μια σχεδόν άδεια τσάντα στα χέρια -είχε δεν είχε τρία-τέσσερα πράγματα μέσα- και μονολογούσε: «Ά, ρε Γιώργο, πως τα έκανες έτσι;

Χειρότερα από τον πατέρα σου, χειρότερα από τον παππού σου. Γι” αυτό σε ψηφίσαμε; Ά, ρε Γιώργο.».

Δεν έκρυβαν οργή ούτε θυμό τα λόγια του ασπρομάλλη πελάτη της γνωστής πολυεθνικής αλυσίδας τροφίμων. Περιείχαν όμως διάχυτη απογοήτευση ως και πίκρα. Απογοήτευση τέτοια που νιώθει κανείς, όταν κάποιος άνθρωπος που σε έχει πείσει ότι μπορείς να στηριχθείς πάνω του για κάτι καλύτερο και περιμένεις να δικαιώσει τις προσδοκίες σου, σε διαψεύδει, όποια ελαφρυντικά κι αν αντικρούει.

Προς στιγμήν αστειεύτηκα. «Έλα μωρέ, γκρινιάζει», σκέφτηκα, «όπως οι περισσότεροι στη δύσκολη αυτή περίοδο της κρίσης που περνάμε». Αστραπιαία όμως, έπειτα από μια δεύτερη σκέψη που επικάλυψε την επιπόλαιη αρχική, το παράπονο του μεσόκοπου άνδρα με προβλημάτισε σοβαρά.

Εκείνα που ανέμενε ο κόσμος και στα οποία προσέβλεπε με την εκλογή του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, γι” αυτό και το επέλεξε μαζικά, πολύ γρήγορα έμειναν στα λόγια. Αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις, αναδιανεμητική πολιτική, ελαφρύνσεις για τους μικρομεσαίους, πρόνοια για τα αδύναμα και ευπαθή κοινωνικά στρώματα υποσχόταν προεκλογικά ο σημερινός πρωθυπουργός. Εξαγγελίες που γεννούσαν ελπίδα και δικαίως έφερναν αμυδρά χαμόγελα.

Δυστυχώς, η συνέχεια ήταν διαφορετική και πλέον γνωστή με περικοπές σε απολαβές και επιδόματα, συρρίκνωση εισοδημάτων, αυξήσεις φόρων, πρόσθετα χαράτσια και σαρωτικές ανατροπές που βύθισαν τη βαλτωμένη οικονομία ακόμη περισσότερο στην ύφεση και οδήγησαν την κοινωνία στην απαισιοδοξία και την απόγνωση.

Ο ηλικιωμένος κύριος του σούπερ μάρκετ έβγαζε από μέσα του το συναίσθημα του βαθιά προδομένου. Για ακόμη μια φορά θα πρέπει να σφίξει το ήδη σφιγμένο ζωνάρι, να στερηθεί τις μικροχαρές, να κάνει υπομονή. Ως πότε όμως και κυρίως με ποια αιτιολογία θα πληρώσει και πάλι αυτός «τη νύφη»;

Δεν επιδιώκει απαντήσεις ή καλύτερα δε θέλει ν” ακούσει ξανά και ξανά δικαιολογίες. Γνωρίζει καλά για τους προηγούμενους και τα «εγκλήματά» τους, τα είδε, τα έζησε τα πέντε τελευταία χρόνια καθώς και στο μακρινό παρελθόν, «τότε που ήταν άλλα τα προβλήματα», οι επιλογές εκείνων όμως ίδιες. Πάντα με τους μεγάλους, πάντα με τους λίγους, πάντα με τους προνομιούχους. Γι” αυτό και στο μονόλογό του δεν τους ανέφερε καθόλου. Είπε μόνο για το Γιώργο, για τον Ανδρέα, για το Γεώργιο, γιατί από αυτούς αλλιώς είχε μάθει.

Ο Γιώργος Παπανδρέου ανέλαβε το πηδάλιο στη χειρότερη συγκυρία. Το καράβι έμπαζε από παντού, ο κυβερνήτης το είχε εγκαταλείψει τρέχοντας, τα νερά ήταν τρικυμιώδη και η σωτηρία πριν από περίπου ένα χρόνο φάνταζε απίθανη. Παρόλα αυτά, δε δίστασε και ρίχτηκε στη μάχη. Σήμερα, η πελώρια φουρτούνα μοιάζει να έχει πρόσκαιρα κοπάσει -αν και η θάλασσα είναι πάντα απρόβλεπτη- για να γλιτώσει όμως το βούλιαγμα ο πρωθυπουργός χρησιμοποίησε τις δυνάμεις των πηδαλιούχων, κοινώς του απλού λαού, που «μάτωσε» και οι πληγές του αιμορραγούν ακόμη ασταμάτητα. Άραγε τώρα ο καπετάνιος θα τους εγκαταλείψει να πεθάνουν αβοήθητοι;

«Ματωμένος πηδαλιούχος» αισθανόταν και ο συμπαθής πρωταγωνιστής τούτης εδώ της πραγματικής ιστορίας και έτσι εξηγείται ο πληγωμένος μονόλογός του στην πόρτα του σούπερ μάρκετ, που μου κέντρισε την προσοχή. Ό,τι είχε το έδωσε «για να σωθεί η πατρίδα» και μάλιστα χωρίς να ερωτηθεί αν συναινεί ή αν αντέχει τόσο σκληρές θυσίες. Κι η ανταπόδοση; Έστω η επιβράβευση ή τουλάχιστον η προστασία για να επουλωθούν τα τραύματα ποια είναι και θα έρθει κάποτε, ώστε να προλάβει να πει «χαλάλι οι κόποι»; «Ά, ρε Γιώργο.»!