Η ανεύρεση της Αρχαίας Ελίκης, της πρωτεύουσας της Αχαϊκής Συμπολιτείας, αποτελεί από το 1970 ένα μεγάλο στοίχημα για την αρχαιολογική σκαπάνη αλλά και για την πόλη του Αιγίου, (τελευταία και του Διακοπτού).

Οι έρευνες ξεκίνησαν από τον Σπύρο Μαρινάτο (1949-1970) που δεν υπήρξε τυχερός αφού δεν μπόρεσε να καταλήξει ούτε καν στο συμπέρασμα αν η εξαφανισμένη πολιτεία βρίσκεται στην ξηρά ή στη θάλασσα.

Ακολούθησε μια περίοδος με κομπογιαννίτικες ενέργειες, με κάποιους δύτες που δήθεν την είχαν ανακαλύψει στη θάλασσα, κάποιες έρευνες με σόναρ από τον καθηγητή Έτζερτον του Παν/μίου Κορνέλ της Νέας Υόρκης, επίσης στην θάλασσα, χωρίς και αυτές να καταλήξουν πουθενά για να φθάσουμε το 1988 στο ξεκίνημα των πραγματικών ερευνών από την Αμερικάνικη Σχολή και την Ντόρα Κατσωνοπούλου που έκανε σκοπό της ζωής της την ανεύρεση της Ελίκης. Οι έρευνες αυτές συνεχίζονται μέχρι σήμερα και έχουν φέρει στο φως νέα στοιχεία σχετικά με το μυστήριο της πρωτεύουσας της Αχαϊκής Συμπολιτείας που ανέτρεψαν όλα τα μέχρι τότε δεδομένα.

Όλοι είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το 373π.χ. η Ελίκη εξαφανίστηκε από μεγάλο σεισμό, κατολίσθηση και παλιρροϊκό κύμα που ακολούθησαν και έκτοτε βρισκόταν θαμμένη ανατολικά του Αιγίου μεταξύ των ποταμών Σελινούντα και Κερυνίτη. Η μεθοδική έρευνα της Ν. Κατσωνοπούλου στην περιοχή του Ριζόμυλου αποκάλυψε πρώτα ένα μοναδικό πρωτοαστικό κέντρο της πρώιμης εποχής του Χαλκού (3η χιλιετία π.Χ.) που σώζεται σε βάθος 3.5-5.5 μέτρων. Πρόκειται για έναν απολύτως οργανωμένο οικισμό, με λιθόστρωτους δρόμους και ευρύχωρα κτίρια.

Ο μοναδικός πρωτοελλαδικός οικισμός της χώρας που σώζεται σχεδόν ανέπαφος, ενώ μέσα στα ανέγγιχτα από τον χρόνο δωμάτια των σπιτιών βρέθηκε μεγάλη συλλογή αγγείων, εργαλείων και άλλων καθημερινών αντικειμένων. Μεταξύ αυτών, όμως, εκείνο που αναμφίβολα ξεχωρίζει είναι ένα σπάνιο «δέπας αμφικύπελλον» (είδος αγγείου) που εντοπίστηκε μέσα σε κτίριο ηγεμονικού χαρακτήρα, παρόμοιο με την αποκαλούμενη Λευκή οικία στην Κολόνα της Αίγινας. Η παρουσία ενός τέτοιου πρωτοελλαδικού κέντρου, με ανεπτυγμένες -όπως φαίνεται- εμπορικές δραστηριότητες, επιβεβαιώνει τη σπουδαιότητα της περιοχής, χίλια και πλέον χρόνια πριν ο Ίωνας ιδρύσει, στην ίδια πεδιάδα και σε πολύ κοντινή θέση, την Ελίκη, την πρωτεύουσα της Αχαΐας, ως τον 3ο π.Χ. αιώνας. Σε μια άλλη αρχαιολογική θέση, στην περιοχή των Νικολεΐκων, η ερευνητική ομάδα της αρχαίας Ελίκης έχει εντοπίσει ευρήματα που χρονολογούνται από την εποχή ίδρυσης της πόλης στη διάρκεια της μυκηναϊκής περιόδου, αλλά και από την εποχή της ακμής της στους γεωμετρικούς χρόνους. Συνεχίζοντας τις έρευνες έπεσε πάνω σε ευρήματα που την οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι το 373π.Χ. ο σεισμός έγινε, η καταβύθιση έγινε, αφανισμός όμως της πόλης δεν υπήρξε.  Τα συμπεράσματα των νέων γεω-αρχαιολογικών ερευνών βεβαιώνουν ότι η πόλη αναγεννήθηκε και ουδέποτε ερημώθηκε όπως πίστευαν μέχρι τώρα οι επιστήμονες.

Ποια είναι αυτά τα συμπεράσματα:

Ελάχιστες μόνο δεκαετίες μετά το σεισμικό γεγονός και τα υπόλοιπα φυσικά που ακολούθησαν στο δυτικό τμήμα της περιοχής προς την πλευρά που γειτονεύει με το Αίγιο, αναπτύχθηκε ένας σημαντικός οικισμός των ελληνικών χρόνων, η ιστορία του οποίου αξίζει ήδη από την υστερο-κλασσική περίοδο γύρω στο 330π.Χ., δηλαδή πολύ κοντά στο χτύπημα του Εγκέλαδου.

Σε αυτόν τον ελληνιστικό οικισμό έχουν εντοπιστεί τάφοι και κατάλοιπα κτιρίων σε εκτεταμένη ζώνη. Δεσπόζουσα θέση κατέχει μεγάλο κτιριακό συγκρότημα, άνω των 700 τ.μ. που ανήκει σε συγκρότημα βαφής και παραγωγής υφασμάτων, το οποίο από τους αρχαιολόγους χαρακτηρίζεται «σπάνιο εύρημα για την εποχή που χρονολογείται». Είναι εξίσου εντυπωσιακό ότι σώζονται σε άριστη κατάσταση ακόμη και οι τεχνικές εγκαταστάσεις: ρηχές και βαθιές δεξαμενές με επιμελημένα βοτσαλωτά δάπεδα, λουτήρες εμβαπτιστείς, πήλινες εστίες και αποθηκευτικοί χώροι όπου φυλάσσονταν υπερμεγέθη πιθάρια. Οι προσπάθειες των επιστημόνων για την επίλυση του» γρίφου» της Αρχαίας Ελίκης δεν σταματούν εδώ. Έπεται και συνέχεια στις ανασκαφές. Απώτερος στόχος, πάντως, είναι η ανάδειξη των αρχαίων καταλοίπων και η διαμόρφωση ενός οργανωμένου και επισκέψιμου αρχαιολογικού χώρου στην περιοχή.

Εκείνο που μπορούμε λοιπόν να θεωρήσουμε σαν δεδομένο 27 χρόνια μετά την έναρξη των ερευνών από την Ν. Κατσωνοπούλου, είναι ότι η Αρχαία Ελίκη ήκμασε ήδη από την πρώιμη εποχή του χαλκού, συνέχισε την ένδοξη πορεία της στη Μυκηναϊκή εποχή, για να φθάσει στους κλασσικούς και ελληνιστικούς χρόνους και να συνεχίσει μέχρι ακόμα και την Ρωμαϊκή περίοδο.

Άρα, ποτέ δεν «εξαφανίστηκε» στα έγκατα της γης όπως πιστεύαμε μέχρι τώρα…

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.