Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017
ΓΙΩΡΓΗΣ-ΒΥΡΩΝ ΔΑΒΟΣ

ΓΙΩΡΓΗΣ-ΒΥΡΩΝ ΔΑΒΟΣ

Ο Γιώργης είναι ποιητής και κριτικός τέχνης. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967. Μετά τις σπουδές Πολιτικού Μηχανικού, Φιλοσοφίας, Κοινωνιογλωσσολογίας, Ελληνικού Πολιτισμού, δίδαξε Αισθητική, Πολιτική Φιλοσοφία και Μεθόδους Κριτικής στην Ιταλία (Σχολή Καλών Τεχνών Μιλάνου, Παν/μιο Βίγο Ισπανία, Πάντειο).
Έχει δημοσιεύσει τρεις ποιητικές συλλογές στην Ελλάδα, και δύο στην Ιταλία (όπου βραβεύθηκε το 2006 με το εθνικό βραβείο Ποίησης Astrolabio στην Πίζα) και συμμετάσχει με κείμενα σε πολλά περιοδικά και διεθνή συνέδρια.
Ως θεωρητικός έχει διοργανώσει λίγες, πλην όμως σημαντικές, μεγάλες εικαστικές εκθέσεις σε Ελλάδα και Εξωτερικό.
Συγγραφέας βασικών κειμένων σε πλείστους καταλόγους τέχνης στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό, μεταφραστής πολλών βιβλίων από 9 γλώσσες (τελευταίο "Η Γραμματική του Πλήθους" του Πάολο Βίρνο, εκδόσεις Αλεξάνδρεια).
ΓΙΩΡΓΗΣ-ΒΥΡΩΝ ΔΑΒΟΣ
«αριστοι» και πληβειοι και στον τυπο

«ΑΡΙΣΤΟΙ» ΚΑΙ ΠΛΗΒΕΙΟΙ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΤΥΠΟ

Δεν περιμέναμε τίποτε άλλο από όλους εκείνους τους μεγαλοσχήμονες δημοσιογράφους, παρά να χύσουν τα κροκοδείλια δάκρυά τους για το κλείσιμο του Ελεύθερου Τύπου και του Ρ/Σ «Σίτι» κι εν συνεχεία να αποσυρθούν στη θαλπωρή της προνομιούχου θέσης τους παρά τω εργοδότη τους και να συνεχίσουν τη δοξολογία του, που τόσα αγαθά τους παρέχει εν σχέσει προς τους άλλους πληβείους της ενημέρωσης.

Έπραξαν το ‘συντεχνιακό’ τους καθήκον, πρόσθεσαν άλλη μία ιερεμιάδα στις τόσες που ακούσθηκαν, αλλά έως εκεί…Ο τρόπος ζωής τους είναι αρκετά δαπανηρός ώστε να διακυβευθεί η διατήρησή του.

Εντούτοις από τις ιερεμιάδες, έως του να διαβάλλεται σκόπιμα –και, τολμώ να πω, καθώς τα γεγονότα το πιστοποιούν, εντεταλμένα — ο  μόνος, ίσως, δρόμος που έχει μείνει στη δημοσιογραφική κοινότητα για να διεκδικήσει δικαιώματα και να αποτρέψει καταστάσεις, κι εννοώ την απεργία, από το ένα στο άλλο λοιπόν, υπάρχει μέγιστη απόσταση. Και για τούτο, μόνον οργή, όχι έκπληξη, μου προξένησε το «άρθρο» στην τελευταία σελίδα της Καθημερινής την Τετάρτη για την απεργία, όπου εν ολίγοις η ηχηρή κινητοποίηση, απαρχή μίας δραστηριοποίησης για την ανατροπή της πραξικοπηματικής ανάσχεσης λειτουργίας των δύο μέσων και την απόλυση τόσων συναδέλφων, χαρακτηρίζεται αόριστη και ανούσια.

Βέβαια, η περί πολιτικής και συνδικαλισμού επιχειρηματολογία του αρθρογράφου αποφεύγει ευρηματικά να εκληφθεί το κείμενο ως εξυπηρετικό της άποψης του εργοδότη κι όχι του θεράποντα δημοσιογράφου. Το να στιγματισθεί η απεργία ως ανούσια και χωρίς στόχους, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει σύγχυση ως προς τα αιτήματα και συνεπώς μία αποτυχία, τόσο επί του πρακτέου, όσο και στη διαπίδυση των διεκδικήσεων στην κοινωνία, και μάλιστα σε μία εποχή που γενικώτερα οι κινητοποιήσεις έχουν απαξιωθεί, υποσκάπτει στη σκέψη του ευρύτερου αναγνωστικού κοινού, όχι απλώς τη δικαιϊκή υπόσταση της ίδιας της διαμαρτυρίας, αλλά συνάμα και την αξιοπιστία των συναδέλφων του δημοσιογράφων.

Και φυσικά, το έτερο επιχείρημα—και τούτο υπαγορευμένο από την εργοδοσία και χρησιμοποιούμενο κατά κόρον στα μέσα του συγκεκριμένου συγκροτήματος—για την δυσφήμιση της αναγκαιότητας κάποιου αγώνα, είναι η «διπλο-πολυθεσία». Βεβαιότατα όμως λησμονούν όλοι όσοι το κραδαίνουν, ότι –εξόν του ότι οι περισσότεροι «πολυκαλοθεσίτες» είναι οι όμοιοί τους, που λυμαίνοται τις αδροπληρωμένες θέσεις—η διπλοθεσία στον κλάδο, με τους χαμηλούς μισθούς, τις ασταθείς εργασιακές συνθήκες, τα μπλοκάκια, την μη καταβολή εισφορών, είναι αναγκαιότητα για την επιβίωση του καθενός, ιδίως όσων συναδέλφων είναι φαμελίτες. Κάτι, που η αταραξία των πολλών μηδενικών στον μισθό των καλών αυτών συναδέλφων δεν μπορεί να το υπενθυμίσει. «Οι δυστυχέσεροι τοίσι δυστυχεστέροις….», όπως θα έλεγε κι ο Ευρυπίδης.

Ουδείς θα περίμενε άλλη αντίδραση από το συγκεκριμένο εκδοτικό συγκρότημα. Το άρθρο ήλθε ως προάγγελος της παρέμβασης του Γ. Αλαφούζου για τον Σίτι, που στόχο είχε να παρεμποδισθεί η λειτουργία του. Άλλωστε, το συγκρότημα το ίδιο όσον αφορά τις απολύσεις έχει τη δική του, απολυταρχική, άποψη: δεν είναι άραγε ο ίδιος εργοδότης που, ακολουθώντας εν πολλοίς την ίδια υπεροπτική και δοκησίσοφη πορεία με την κα Δασκαλάκη, φουσκώνοντας το προσωπικό και τις τσέπες ορισμένων, είχε προβεί σε μαζικές, κατά κύματα, απολύσεις στον Σκάι και την Καθημερινή από το 1994 κι εντεύθεν;

Το άρθρο τούτο είναι κατά την ταπεινή μας άποψη ενδεικτικό της κατάστασης που επικρατεί στη δημοσιογραφία τα τελευταία χρόνια: δημοσιογράφοι famuli εκδοτικών και πολιτικών κύκλων, παραδίνονται ψυχή τε και σώματι στη γραμμή της εργοδοσίας τους απολαύοντας όλων των προνομίων που αυτό συνεπάγεται.. Την εγγυημένη σταδιοδρομία του γνωστού για την δουλικότητά του δημοσιογράφο, που πάντοτε θα θωπεύονται και θα προστατεύονται από την εργοδοσία, περνώντας εκείνοι για άριστοι και θα καρπούνται εν μέρει τον κόπο των λοιπών συναδέλφων τους («αριστεύειν» άλλωστε σημαίνει και τρώγω, κολατσίζω), που θα αμοίβονται με πενιχρούς μισθούς και θα απολύονται χωρίς αποχρώντες λόγους, ανάλογα με τα επιχειρηματικά παιγνίδια των εργοδοτών τους. Έπρεπε να ακούσει κανείς πώς υπερασπιζόταν ασμένως την περασμένη Τετάρτη από τη συχνότητα του Σκάι (τυχαίο μήπως;) ο Σ. Κοτρώτσος την πρώην άμεμπτη εργοδοσία του, η οποία τόσο φρόντισε ώστε ν’ αποτραπεί το κλείσιμο της επιχείρησης, για να κατανοήσει έως που μπορεί να φθάσει η επαγγελματική χαμέρπεια κάποιων.

Φευ, το επάγγελμα πλήττεται κυρίως εκ των έσω: όσο υπάρχουν τόσοι και τέτοιοι συνάδελφοι, οι αγώνες για καλλίτερες συνθήκες εργασίας και για την κατοχύρωση κάποιων στοιχειωδών δικαιωμάτων είναι καταδικασμένος. Εκείνοι από την υψηλή περιωπή τους, από τη διαρκή κι εναλλασσόμενη συμμαχία τους με τα καθέκαστα συμφέροντα, δεν πρόκειται να αφήσουν τον κλάδο να ορθοποδήσει. Ίσως κάποια στιγμή θα πρέπει ν’ αρχίσουμε να καταγγέλλουμε κι αυτούς πέρα από τη «βάναυση και φαύλη» εργοδοσία. Εκείνους που, όπως θα έλεγε ο Λυσίας στην περί Δήμου Καταλύσεως Απολογία του, «ολιγαρχίας ούσης επεθύμουν ώνπερ ούτοι, ούτοι δε δημοκρατίας των αυτών ώνπερ εκείνοι, όμως οίονται χρήναι ούτως ραδίως όν αν βούλωνται κακώς ποιείν, ώσπερ των μεν άλλων αδικούντων, άριστοι δε άνδρες αυτοί γεγενημένοι ». Ιδού άλλο ένα από τα προβλήματα που θα πρέπει ν’ ανιμετωπισθεί ώστε να μη μετατραπεί ο κλάδος μας τελειωτικά σε μία συντεχνία πληβείων υπό την καθηγεσία των «αρίστων».