Στη δημόσια συζήτηση τα τελευταία χρόνια δύο έννοιες κυριαρχούν ίσως περισσότερο από όλες τις άλλες. Οι έννοιες της οικονομικής κρίσης και της οικονομικής ανάπτυξης με τη δεύτερη να βρίσκεται στον αντίποδα της πρώτης, δηλαδή να είναι το μεγάλο ζητούμενο και η τελική απόδειξη υπέρβασης των δυσκολιών που αντιμετωπίζει σήμερα η οικονομία μας. Ωστόσο, η έννοια της ανάπτυξης γίνεται συνήθως κατανοητή με τρόπο λανθασμένο και το γεγονός αυτό έχει καθοριστική σημασία γα τη χάραξη στρατηγικής και τη διαμόρφωση στόχων από την κυβέρνηση και τα πολιτικά κόμματα. Γι αυτό θα πρέπει να ξεκινήσουμε τη συζήτηση με κάποιες βασικές διευκρινήσεις.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπίζεται στην αντίληψη ότι μια χώρα επιτυγχάνει οικονομική ανάπτυξη όταν αυξάνει το ΑΕΠ. Έτσι, τα τελευταία χρόνια ακούμε συνεχώς ότι η Ελλάδα θα μπει ή μπήκε στην ανάπτυξη επειδή επιτέλους θα σημειωθούν ή σημειώθηκαν θετικοί ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ. Όμως, το ΑΕΠ μετρά απλώς την αξία αγοράς όλων των τελικών αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται σε μια οικονομία στη διάρκεια ενός έτους και μπορούν να μετρηθούν, δηλαδή γίνονται αντικείμενο οικονομικής συναλλαγής στο πλαίσιο της ‘επίσημης’ οικονομίας. Συνεπώς υπάρχουν τέσσερα βασικά προβλήματα.

-Πρώτον, εφόσον το ΑΕΠ συμπεριλαμβάνει μόνο τις αγοραίες δραστηριότητες, σημαντικότατα αγαθά και υπηρεσίες που παράγονται στο πλαίσιο του νοικοκυριού ή προσφέρονται δωρεάν στην κοινωνία και είναι απαραίτητα για την κοινωνική, ηθική και πνευματική υπόσταση και ανάπτυξη του σύγχρονου ανθρώπου δεν λαμβάνονται υπ’ όψη.

-Δεύτερον, δεν λαμβάνει υπ’ όψη του τις ποιοτικές παραμέτρους της μετρίσιμης παραγωγικής δραστηριότητας και τον τρόπο με τον οποίο υλοποιείται. Έτσι αγνοούνται οι επιπτώσεις που έχουν διαφορετικές δραστηριότητες στο περιβάλλον, στις κοινωνικές σχέσεις και στην οικογένεια, οι ανισότητες που ενδεχομένως δημιουργούνται και η σημασία τους στην εξέλιξη της κοινωνίας.

-Τρίτον, δεν επιτρέπει να αντιληφθούμε την κατανομή του παραγόμενου προϊόντος και την ενδεχόμενη αύξηση των ανισοτήτων και την επιδείνωση προβλημάτων όπως η φτώχεια που μπορεί να πλήττουν μεγάλα στρώματα του πληθυσμού

-Τέταρτον, το ΑΕΠ δεν μας επιτρέπει να αντιληφθούμε τις αλλαγές στην κεφαλαιακή βάση της οικονομίας. Ο τρόπος χρηματοδότησης της συσσώρευσης φυσικού κεφαλαίου αλλά και της κατανάλωσης (αποταμίευση ή ξένος δανεισμός, δημοσιονομικά ελλείμματα ή άμεσες επενδύσεις) έχει επίσης βαρύνουσα σημασία και επηρεάζει τις προοπτικές της οικονομίας.

Οι υψηλοί ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ, ακόμα και για μια σχετικά μακρόχρονη περίοδο, δεν αποτελούν πρόκριμα για τις μελλοντικές εξελίξεις ,καθώς μπορεί να συμβαδίζουν με διόγκωση των διαρθρωτικών προβλημάτων της οικονομίας ή να μην είναι κοινωνικά και περιβαλλοντικά διατηρήσιμες. Από την άποψη αυτή η Ελλάδα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Στην περίοδο 2001-2007 ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ κινήθηκε σε υψηλό επίπεδο και ήταν σχεδόν διπλάσιος του Κοινοτικού μέσου όρου (Ελλάδα: 4,2%, Ε.Ε.: 2,2%).

[quote text_size=»small»]

Έτσι, οι κυβερνήσεις Σημίτη και Καραμανλή μιλούσαν για ισχυρή ανάπτυξη και ισχυρή Ελλάδα. Όμως τα διογκούμενα διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας οδήγησαν σε ραγδαία επιδείνωση και τελικά κατάρρευση όταν ξέσπασε η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.

[/quote]

Στον αντίποδα, η έννοια της οικονομικής ανάπτυξης εμπεριέχει το στοιχείο της εξέλιξης, της προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες συνθήκες και της υπέρβασης δομών που είναι ξεπερασμένες ή προβληματικές. Αναπόφευκτα τίθενται δύσκολα ερωτήματα όπως πώς παράγεται ο υλικός πλούτος, πώς κατανέμεται, σε ποιο βαθμό ικανοποιούνται οι ανθρώπινες ανάγκες και πώς θα διατηρηθεί η δυναμική της οικονομίας σε βάθος χρόνου.

Η ανάπτυξη πρέπει λοιπόν να έχει το στοιχείο της βιωσιμότητας, να είναι διατηρήσιμη όχι μόνο οικονομικά αλλά και κοινωνικά και περιβαλλοντικά. Κυρίως όμως πρέπει να είναι ανθρωποκεντρική. Ενώ η κυρίαρχη αντίληψη ενδιαφέρεται κυρίως για την παραγωγή και κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών η προσέγγιση της ανθρώπινης ανάπτυξης την οποία υποστηρίζουμε στρέφει την προσοχή μας στους ίδιους τους ανθρώπους και στην επέκταση των ικανοτήτων που διαθέτουν και των ελευθεριών που απολαμβάνουν. Κι αυτό γιατί ο άνθρωπος είναι ο πραγματικός πλούτος ενός έθνους, ο βασικός στόχος και το κυριότερο μέσο της ανάπτυξης.

Στο πλαίσιο αυτό η οικονομική μεγέθυνση είναι μια αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για την ανάπτυξη. Η τελευταία έχει πολλές διαστάσεις και περιλαμβάνει επίσης την ικανοποίηση των πολιτιστικών, κοινωνικών και πολιτικών αναγκών των ανθρώπων, τη διεύρυνση των επιλογών και των ικανοτήτων τους σε όλα τα παραπάνω πεδία. Συνεπώς η προσέγγιση της ανθρώπινης ανάπτυξης είναι ανθρωποκεντρική και ολιστική. Συμπεριλαμβάνει και στηρίζεται σε τέσσερεις κεντρικές έννοιες που λειτουργούν συμπληρωματικά: τις έννοιες της ισότητας ευκαιριών, βιωσιμότητας, παραγωγικότητας και ανθρώπινης αυτενέργειας.

Η αναγκαιότητα ενός νέου αναπτυξιακού προτύπου

Η Ελλάδα βρίσκεται από τις αρχές του 2010 στη δίνη μιας δομικής κρίσης, που είναι μέρος και έκφραση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και της κρίσης του ευρώ αλλά, ταυτόχρονα, απότοκος των διαρθρωτικών αδυναμιών της ελληνικής οικονομίας, των λανθασμένων επιλογών και των πρόσθετων προβλημάτων που δημιούργησε η ένταξη της χώρας στη ζώνη του ευρώ.

Τα δημοσιονομικά προβλήματα είναι μόνο ‘η κορυφή του παγόβουνου’ και αποτελούν μέρος και χαρακτηριστική έκφραση ενός ευρύτερου αναπτυξιακού προβλήματος που σχετίζεται με την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, την ύπαρξη ισχυρών καρτέλ και ολιγοπωλιακών καταστάσεων σε πολλούς τομείς της οικονομίας που κρατάνε τις τιμές σε τεχνητά υψηλά επίπεδα, τη διασύνδεση και αλληλεξάρτηση οικονομικής ολιγαρχίας και πολιτικών ελίτ, τον τρόπο λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος, την παραγωγική υποβάθμιση, τα προβλήματα στις υποδομές και στην παιδεία, τη διαφθορά και τη διαλυμένη δημόσια διοίκηση, τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες, την υψηλή ανεργία, τις στρεβλώσεις και τις ανεπάρκειες του κοινωνικού κράτους, την οικολογική υποβάθμιση. Πρόκειται για ένα σύνθετο πλέγμα προβλημάτων που έχει ιστορικές ρίζες αλλά από πολλές απόψεις επιδεινώθηκε στη δεκαετία του 2000.

[quote text_size=»small»]

Η Ελλάδα εισήλθε πράγματι σε μια νέα φάση εξέλιξης μετά την ένταξή της στην ζώνη του ευρώ. Δημιουργήθηκε ένα νέο πλαίσιο λειτουργίας της οικονομίας που προσέφερε πλεονεκτήματα και ευκαιρίες, αλλά περιέκλειε και σημαντικούς κινδύνους. Η ιστορική ευθύνη του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ είναι ότι όχι μόνο δεν διατύπωσαν κάποιο σχέδιο προσαρμογής της οικονομίας στις νέες συνθήκες, αλλά έκρυψαν τα προβλήματα ‘κάτω από το χαλί’ με τα greek statistics, τη δημαγωγία και τον εύκολο μέχρι το 2008 εξωτερικό δανεισμό οδηγώντας έτσι σε επιδείνωση των διαρθρωτικών αδυναμιών της οικονομίας.

[/quote]

Η Ελλάδα, παρά την οικονομική μεγέθυνση της περιόδου 1994-2007, οδηγήθηκε σε αναπτυξιακό αδιέξοδο που καλείται σήμερα να υπερβεί σε εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες.

Η εξέταση της εξέλιξης του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και της διάρθρωσης του ΑΕΠ την περίοδο 2000-2010 αποδεικνύει τη ραγδαία μείωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, την υποβάθμιση της θέσης της χώρας στο Διεθνή Καταμερισμό Εργασίας και την αποσύνθεση σημαντικών παραδοσιακών κλάδων με βαρύνουσα θέση στον παραγωγικό ιστό.

Ενώ από τη δεκαετία του 1960 μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1990, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διαμορφωνόταν σε επίπεδα χαμηλότερα του 5% του ΑΕΠ, στη δεκαετία του 2000 ‘σκαρφάλωσε’ σε πρωτοφανές ύψος και μάλιστα το 2007 και το 2008 υπερέβη το 14% του ΑΕΠ (14,3% και 14,7% αντίστοιχα). Σε τρέχουσες τιμές το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδος ανήλθε σε 34,8 δισ. ευρώ το 2008 έναντι 10,6 δισ. ευρώ το 2000. Η επιδείνωση οφείλεται κατά κύριο λόγο στο διπλασιασμό του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου (44 δισ. ευρώ το 2008 έναντι 21,9 δισ. ευρώ το 2000) λόγω της ραγδαίας αύξησης των εισαγωγών καταναλωτικών προϊόντων.

Πως εξηγείται μια τόσο δραματική επιδείνωση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου και κατ’ επέκταση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της χώρας?

Όσο η Ελλάδα είχε δικό της νόμισμα η συναλλαγματική πολιτική ήταν ένα από τα βασικότερα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν οι κυβερνώντες για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων. Η χώρα είχε μεν υψηλό πληθωρισμό, αλλά η διολίσθηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας της δραχμής έναντι των ισχυρών ξένων νομισμάτων, όπως και οι περιοδικές υποτιμήσεις, μπορούσαν να αποκαταστήσουν την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων. Μετά την είσοδό της στη ζώνη του ευρώ αυτή η δυνατότητα χάθηκε.

Στη διάρκεια της δεκαετίας του 2000 ο πληθωρισμός στην Ελλάδα παρέμεινε πολύ υψηλότερος από τον Κοινοτικό μέσο όρο. Και οι άλλες χώρες του ευρωπαϊκού νότου παρουσίασαν υψηλότερο πληθωρισμό από τον Κοινοτικό μέσο όρο, αλλά η Ελλάδα βρέθηκε σε δυσμενέστερη θέση καθώς η απόκλιση ήταν μεγαλύτερη απ’ ότι στην Ισπανία και στην Πορτογαλία. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία δεδομένου ότι πολλά αγροτικά προϊόντα των τριών χωρών ανταγωνίζονται στις ευρωπαϊκές αγορές, ενώ και στον τομέα του τουρισμού οι τρεις χώρες του ευρωπαϊκού νότου λειτουργούν ανταγωνιστικά.

Στον αντίποδα, ο πληθωρισμός της Γερμανίας ήταν χαμηλότερος του Κοινοτικού μέσου όρου. Ακολουθώντας πολιτική συμπίεσης του μισθολογικού κόστους η Γερμανία πέτυχε εξαιρετικά χαμηλό πληθωρισμό, κατώτερο του Κοινοτικού μέσου όρου. Με τον τρόπο αυτό η Γερμανία ενίσχυσε την ανταγωνιστική της θέση, αλλά επιδείνωσε τα προβλήματα των οικονομιών του ευρωπαϊκού νότου καθώς περιορίστηκε η ζήτηση για τα προϊόντα τους και η εισροή τουριστικού συναλλάγματος.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνουμε ότι το πρόβλημα του σχετικά υψηλού πληθωρισμού που αντιμετωπίζει η Ελλάδα είναι δομικό, σχετίζεται δηλαδή με τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της οικονομίας και κυρίως με τις ολιγοπωλιακές καταστάσεις και τις οριζόντιες συμπράξεις (καρτέλ) που εμφανίζονται σε πολλούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ η χώρα μας κατατάσσεται τελευταία ανάμεσα στα 34 κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ όσον αφορά το βαθμό ανταγωνισμού στις αγορές προϊόντων. Οι υψηλοί φραγμοί εισόδου, τα εμπόδια στην επιχειρηματικότητα, η γραφειοκρατία και ο υψηλός βαθμός συγκέντρωσης ανεβάζουν τις τιμές των προϊόντων, εμποδίζουν τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων και περιορίζουν τις προοπτικές ανάπτυξης των μικρότερων μονάδων. Με άλλα λόγια, τροφοδοτούν τον πληθωρισμό και πλήττουν την απασχόληση και το εισόδημα καταναλωτών και μικρών παραγωγών.

Στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι η διαφορά πληθωρισμού μεταξύ Ελλάδος και ευρωζώνης την περίοδο που προηγήθηκε της κρίσης οφείλεται κατά κύριο λόγο (περίπου κατά τα 2/3) στην πολύ μεγαλύτερη αύξηση του ποσοστού κέρδους των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, δευτερευόντως στην αύξηση των έμμεσων φόρων και ακόμα λιγότερο στην αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας. Τα ευρήματα αυτά είναι συμβατά με τις προηγούμενες αναφορές μας για τις στρεβλώσεις που εμφανίζει η λειτουργία των αγορών στη χώρα μας. Κυρίως αναδεικνύουν ότι η βασικότερη επιδίωξη μιας πολιτικής για τη μείωση του πληθωρισμού θα πρέπει να είναι, από την πλευρά της προσφοράς, η αντιμετώπιση των στρεβλώσεων στην αγορά προϊόντων, δηλαδή η συγκέντρωση κεφαλαίου και τα καρτέλ.

[quote text_size=»small»]

Αντ’ αυτού, οι μνημονιακές πολιτικές στράφηκαν αποκλειστικά προς τη συμπίεση του κόστους εργασίας μέσω της μείωσης των μισθών και της έντασης του ανταγωνισμού στην αγορά εργασίας.

[/quote]

Αντίθετα, κανένα ενδιαφέρον δεν επιδείχθηκε για την πολιτική ανταγωνισμού στην αγορά προϊόντων και την ανεπάρκεια της Επιτροπής Ανταγωνισμού και των άλλων ρυθμιστικών αρχών. Έτσι οι ακολουθούμενες πολιτικές αποδείχθηκαν όχι μόνο κοινωνικά άδικες αλλά και οικονομικά καταστροφικές καθώς επιδείνωσαν την ύφεση χωρίς να αντιμετωπίζουν την υποβάθμιση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων που προκαλούν οι στρεβλώσεις στις αγορές προϊόντων.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2010 η αύξηση που σημείωσε ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή ήταν η μεγαλύτερη από τη χρονιά ένταξης στο ευρώ και πολύ ανώτερη του Κοινοτικού μέσου όρου παρά την κάμψη της ζήτησης και τη μείωση των μέσων ακαθάριστων αποδοχών περίπου κατά 10% σε πραγματικές τιμές. Κι αυτό γιατί η μεγάλη αύξηση της έμμεσης φορολογίας μετακυλίστηκε στο μεγαλύτερο ποσοστό της στις τιμές καταναλωτή. Μάλιστα, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, η μετακύλιση έφτασε το 90% το Δεκέμβριο 2010. Αν ο ανταγωνισμός στην αγορά προϊόντων λειτουργούσε ικανοποιητικά θα είχε απορροφήσει ένα μεγαλύτερο μέρος της αύξησης των συντελεστών του ΦΠΑ περιορίζοντας τα περιθώρια κέρδους και τις αυξήσεις στις τιμές καταναλωτή που τροφοδότησαν τον πληθωρισμό.

Ο δεύτερος βασικός παράγοντας που οδήγησε στην υποβάθμιση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων είναι η πολιτική του ισχυρού ευρώ που επέβαλε η Γερμανία και υλοποίησε με ευλάβεια η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Μέχρι το 2008 το ευρώ παρουσίασε μια λίγο-πολύ σταθερή –και δυστυχώς για τα ελληνικά συμφέροντα έντονη- ανοδική πορεία έναντι του δολαρίου και των άλλων σημαντικών νομισμάτων. Μεταξύ 2001 και 2008, το ευρώ ανατιμήθηκε κατά 64,2% έναντι του δολαρίου, 40,2% έναντι του γεν Ιαπωνίας και 28% έναντι της λίρας Αγγλίας. Η εξέλιξη αυτή κυρίως οφείλεται στην πολιτική επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και στην εμμονή στο χαμηλό πληθωρισμό. Το ισχυρό ευρώ ευνοεί τη Γερμανία, την Ολλανδία και ορισμένες ακόμα εξαγωγικές χώρες όμως πλήττει την οικονομία και τις εξαγωγές των περισσότερων, αλλά και πιο αδύναμων, χωρών της ευρωζώνης και ιδιαίτερα τον ευρωπαϊκό νότο.

Με το ισχυρό ευρώ η Γερμανία και η Ολλανδία διατηρούν σε χαμηλό επίπεδο τις τιμές των εισαγόμενων πρώτων υλών από τις οποίες εξαρτώνται. Βέβαια η τιμή των προϊόντων που εξάγουν είναι υψηλή, αλλά αυτό είναι κάτι που μπορούν να το αντιμετωπίσουν καθώς πρωτοπορούν τεχνολογικά και οι εταιρείες τους είναι ισχυρές, ελέγχουν αγορές και έχουν δημιουργήσει αποτελεσματικά διεθνή δίκτυα. Οι χώρες του ευρωπαϊκού νότου δεν διαθέτουν κανένα από τα παραπάνω πλεονεκτήματα και έτσι τα προϊόντα τους σταδιακά εκτοπίζονται τόσο από τη διεθνή όσο και από την εγχώρια αγορά καθώς αντικαθίστανται από τα φτηνά εισαγόμενα αγροτικά και βιομηχανικά προϊόντα της Ασίας, της Αφρικής, ακόμα και της Λατινικής Αμερικής.

[quote text_size=»small»]

Με άλλα λόγια, το ισχυρό ευρώ έγινε το ‘χρυσό κλουβί’ μέσα στο οποίο εγκλωβίστηκε η ελληνική οικονομία με συνέπεια την υποβάθμιση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων και τη σταδιακή αποσύνθεση του παραγωγικού ιστού.

[/quote]

Ενώ την περίοδο 1995-2000 η δραχμή υποτιμήθηκε έναντι του δολαρίου κατά 57,7% , την περίοδο 2001-2008 το νόμισμα της χώρας μας, δηλαδή το ευρώ, ανατιμήθηκε κατά 64,2%.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες δεν προκαλεί βέβαια καμία εντύπωση η παραγωγική παρακμή που βιώνει η χώρα μας. Τα στοιχεία των Εθνικών Λογαριασμών αποτυπώνουν τις αλλαγές στη διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας. Το 2010, το σύνολο του πρωτογενούς τομέα (γεωργία, δασοκομία και αλιεία) συνεισέφερε μόλις το 2,8% της συνολικής ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας, έναντι 5,8% το 2000. Την ίδια περίοδο το μερίδιο της βιομηχανίας και των κατασκευών συρρικνώθηκε κατά 2,2 ποσοστιαίες μονάδες, καθώς μειώθηκε από 18,7% το 2000 σε μόλις 16,5% το 2010. Συνολικά, πρωτογενής και δευτερογενής τομέας συνεισέφεραν το 2010 μόλις 19,4% του ΑΕΠ έναντι 24,5% το 2000.

Σήμερα η οικονομία της χώρας στηρίζεται στις υπηρεσίες πολύ περισσότερο απ΄ ότι στο παρελθόν. Βέβαια, στις αναπτυγμένες οικονομίες ο τριτογενής τομέας έχει τη ‘μερίδα του λέοντος’ στην παραγωγή του ΑΕΠ. Όμως στην περίπτωση της χώρας μας η διόγκωση του τριτογενούς τομέα οφείλεται κυρίως στο χονδρικό και λιανικό εμπόριο, στις υπηρεσίες εστίασης και παροχής καταλύματος και στη διαχείριση ακίνητης περιουσίας. Δηλαδή σε ‘παραδοσιακές’ υπηρεσίες που σχετίζονται με τον τουρισμό, τη διακίνηση προϊόντων και την εγχώρια αγορά και συνεπώς είναι ευάλωτες στις διακυμάνσεις της διεθνούς και εγχώριας ζήτησης. Αντίθετα, το μερίδιο των υπηρεσιών που βρίσκονται στην αιχμή της τεχνολογικής προόδου όπως οι επικοινωνίες και οι επιστημονικές και τεχνολογικές δραστηριότητες είναι πολύ περιορισμένο.

Συμπερασματικά, οι κατ’ εξοχήν παραγωγικές δραστηριότητες του πρωτογενούς τομέα και της βιομηχανίας συρρικνώθηκαν στη διάρκεια των τελευταίων χρόνων. Η ένταση του διεθνούς ανταγωνισμού, η αρνητική επίδραση του ακριβού ευρώ και η ανυπαρξία πολιτικής βούλησης και σχεδιασμού για την αντιμετώπιση των προβλημάτων διόγκωσαν τις χρόνιες παθογένειες και τα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας.

Η αποβιομηχάνιση προχώρησε με γρήγορους ρυθμούς καθώς δραστηριότητες έντασης εργασίας ‘μετανάστευσαν’ σε γειτονικές χώρες όπου το κόστος εργασίας είναι πολύ χαμηλότερο, ενώ πολλά ελληνικά προϊόντα αντιμετώπισαν αυξανόμενα προβλήματα από τα φθηνότερα εισαγόμενα και εκτοπίστηκαν από την εγχώρια αγορά. Η παραγωγή παραδοσιακών αγροτικών προϊόντων μειώθηκε σταδιακά, το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου του πρωτογενούς τομέα διευρύνθηκε και το αγροτικό εισόδημα κατέληξε να εξαρτάται σε υπερβολικά μεγάλο βαθμό από τις κοινοτικές επιδοτήσεις.

Από την εσωτερική υποτίμηση σε ένα ανθρωποκεντρικό αναπτυξιακό πρότυπο

Η δημοσιονομική χρεοκοπία ήταν το αποτέλεσμα του αδιεξόδου στο οποίο οδηγήθηκε το μεταπολιτευτικό μοντέλο διαχείρισης της οικονομίας στις συνθήκες που δημιούργησε η παγκόσμια οικονομική κρίση και οι αστοχίες που συνόδευσαν τη δημιουργία της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης. Ένα σύστημα διακυβέρνησης που στηρίχθηκε στις πελατειακές σχέσεις και σε οικονομικές πολιτικές που ενίσχυσαν την προσοδοθηρία και ένα καταναλωτικό πρότυπο που σπατάλησε πόρους και ευκαιρίες οδήγησε στην υπερχρέωση και στην υποβάθμιση του παραγωγικού ιστού της χώρας. Οι πολιτικές που επιβλήθηκαν μέσω της δανειακής σύμβασης του Μαίου 2010 και τις συμφωνίες που ακολούθησαν επιδείνωσαν όλες τις παραμέτρους της κρίσης και ιδιαίτερα την κοινωνική ύφεση που προσέλαβε διαστάσεις ανθρωπιστικής καταστροφής.

Οι στρατηγικές επιλογές που επιβλήθηκαν με το Μνημόνιο και το Μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα δημιούργησαν εκ των πραγμάτων ένα νέο πλαίσιο λειτουργίας τους οικονομίας.

[quote text_size=»small»]

Βασικοί στόχοι ήταν η επίτευξη και διατήρηση τεράστιων πρωτογενών πλεονασμάτων (η λεγόμενη δημοσιονομική εξυγίανση) προκειμένου να πληρώνονται τόκοι και χρεολύσια και η επιβολή της νεοφιλελεύθερης ατζέντας ώστε να μειωθεί το μισθολογικό και μη μισθολογικό κόστος εργασίας ώστε η ελληνική οικονομία να γίνει υποτίθεται ανταγωνιστική.

[/quote]

Οι πολιτικές αυτές δεν είναι πρωτότυπες ούτε ανταποκρίνονται στα πραγματικά προβλήματα και ανάγκες της ελληνικής οικονομίας. Ανάλογα προγράμματα «δημοσιονομικής εξυγίανσης και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων» έχουν επιβληθεί σε δεκάδες υπερχρεωμένες χώρες από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 σύμφωνα με τις αντιλήψεις που κυριάρχησαν στο ΔΝΤ, στην Παγκόσμια Τράπεζα και στις πολιτικές και οικονομικές ελίτ των ισχυρών χωρών της Δύσης και έγιναν γνωστές ως «συναίνεση της Ουάσινγκτον». Συνεπώς, υπάρχει πλούσια εμπειρία σχετικά με τα αναμενόμενα αποτελέσματα και τις κοινωνικές επιπτώσεις αυτών των προγραμμάτων. Η κοινωνική ύφεση, η όξυνση των ανισοτήτων και η διόγκωση του προβλήματος της φτώχειας, δηλαδή η ανθρώπινη υπανάπτυξη, συνοδεύει πάντοτε αυτού του τύπου τις παρεμβάσεις. Ακόμα και στις χώρες στις οποίες βελτιώθηκαν τα μακροοικονομικά δεδομένα η οικονομική μεγέθυνση ήταν περιορισμένη ενώ τα οφέλη καρπώθηκαν, κατά κύριο λόγο, μια μικρή ελίτ προνομιούχων και οι ξένοι πιστωτές.

Συνοψίζοντας τη διεθνή εμπειρία οι Nancy Birdsall, Augusto de la Torre και Felipe Valencia Caicedo (στελέχη της Παγκόσμιας Τράπεζας οι δύο τελευταίοι) διαπίστωσαν ότι «ακόμα και αν η ανισότητα δεν ληφθεί υπόψη, τα αποτελέσματα όσον αφορά την οικονομική μεγέθυνση και τη μείωση της φτώχειας ήταν απογοητευτικά συγκρινόμενα με την ένταση της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας» . Έτσι δεν είναι περίεργο που οι περισσότερες χώρες οι οποίες υποχρεώθηκαν να ακολουθήσουν τις συνταγές του ΔΝΤ οδηγήθηκαν σε πολιτική κρίση γεγονός που υπονόμευσε περαιτέρω τις αναπτυξιακές τους προοπτικές.

Τα προγράμματα «δημοσιονομικής εξυγίανσης και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων» έχουν βέβαια ως στόχο να εξασφαλίσουν τα συμφέροντα των ξένων πιστωτών όμως, πάνω απ’ όλα, συνιστούν επιβολή ενός νέου προτύπου διαχείρισης της οικονομίας που εξυπηρετεί τη νεοφιλελεύθερη ατζέντα, το άνοιγμα στο διεθνή ανταγωνισμό και τη συμπίεση του κόστους εργασίας. Αν όλα εξελιχθούν όπως προβλέπεται, η υπερχρεωμένη χώρα θα συνεχίσει να πληρώνει τους πιστωτές της ενώ, παράλληλα, τα κέρδη των επιχειρήσεων (εγχώριων και πολυεθνικών) θα αυξηθούν, οι πρώτες ύλες και οι πλουτοπαραγωγικοί πόροι της χώρας θα παραμείνουν φτηνοί, ή ακόμα και θα λεηλατηθούν, και τα προϊόντα της Δύσης θα έχουν ευκολότερη πρόσβαση στην εγχώρια αγορά.

Γι αυτό υπάρχει συνήθως και το απαραίτητο ‘γλυκαντικό’: μια αναδιάρθρωση του χρέους ώστε να μειωθούν οι δαπάνες για τόκους και χρεολύσια και να καταστεί ρεαλιστική προοπτική η εξυπηρέτησή του σε βάθος χρόνου. Επίσης, συστατικό στοιχείο αυτών των προγραμμάτων είναι πάντοτε –και αυτό είναι απόλυτα λογικό- η ευελιξία της συναλλαγματικής ισοτιμίας ώστε να ενισχύεται η ανταγωνιστικότητα των εγχώριων προϊόντων. Η μείωση της αξίας του νομίσματος έναντι των ξένων νομισμάτων αυξάνει τις εξαγωγές, την απασχόληση και την οικονομική δραστηριότητα. Τα οφέλη είναι προφανή: βελτίωση όλων των μακροοικονομικών μεγεθών που εκφράζονται ως ποσοστό του ΑΕΠ και περιορισμός του μεγέθους της προσαρμογής που πρέπει να επιτευχθεί μέσω της δημοσιονομικής πολιτικής.

Όμως στην περίπτωση της Ελλάδας υπήρξαν δύο διαφορετικά δεδομένα που επιδείνωσαν κατά πολύ τα προβλήματα.

Πρώτον, το 2010 δεν έγινε υποχρεωτική διαγραφή μεγάλου μέρους του ελληνικού χρέους. Το PSI που έγινε αργότερα ήταν πολύ περιορισμένο και έπληξε κυρίως τις ελληνικές και κυπριακές τράπεζες αλλά και τα περιουσιακό στοιχεία πολλών δημόσιων οργανισμών. Έτσι, σε συνδυασμό με τη μεγάλη μείωση του ΑΕΠ, το δημόσιο χρέος της χώρας αυξήθηκε από 127% του ΑΕΠ το 2009 σε περίπου 180% στο τέλος του 2014. Υπ αυτές τις συνθήκες , η Ελλάδα παρέμεινε εγκλωβισμένη στη μέγγενη του χρέους, όμηρος των πιστωτών της, ανίκανη να κάνει μια νέα αρχή.
Δεύτερον, καθώς δεν υπάρχει εθνικό νόμισμα για να υποτιμηθεί όλο το βάρος της προσαρμογής το επωμίσθηκε η δημοσιονομική και εισοδηματική πολιτική. Η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων επιδιώχθηκε όχι μέσω της αναπροσαρμογής της αξίας του νομίσματος, αλλά αποκλειστικά μέσω της εσωτερικής υποτίμησης, δηλαδή του περιορισμού του μισθολογικού και μη μισθολογικού κόστους εργασίας προκειμένου να μειωθούν οι τιμές των εγχώριων προϊόντων. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά: ανθρωπιστική κρίση, μετανάστευση του παραγωγικότερου τμήματος της ελληνικής νεολαίας, διάλυση των εργασιακών σχέσεων, υποβάθμιση του συστήματος κοινωνικής προστασίας. Με μια κουβέντα, υπονόμευση όχι μόνο του παρόντος αλλά και του μέλλοντος της χώρας μας.

[quote text_size=»small»]

Συμπερασματικά, η στρατηγική της εσωτερικής υποτίμησης που επιβλήθηκε μετά το 2010 είναι πρωτοφανούς σκληρότητας, με σαφές ταξικό πρόσημο και αναποτελεσματική.

[/quote]

Το μόνο που υπόσχεται είναι περαιτέρω υποβάθμιση του ανθρώπινου παράγοντα, του βιοτικού μας επιπέδου και των υποδομών. Οδηγεί στην κοινωνική αποσύνθεση και τελικά στην έκρηξη ή στην επιβολή εθνικιστικών-ακροδεξιών λύσεων που όμως θα επιδεινώσουν τα προβλήματα. Ταυτόχρονα, δεν μπορεί να υπάρξει επιστροφή στο παρελθόν, δηλαδή στον τρόπο διαχείρισης της οικονομίας πριν την είσοδο της χώρας στη ζώνη του ευρώ. Γιατί ακόμα και αν λυθούν τας δημοσιονομικά προβλήματα το κυριότερο ερώτημα παραμένει: πως η χώρα θα παράξει πλούτο και θα αναπτυχθεί έχοντας ένα ακριβό νόμισμα? Αλλά ακόμα και αν αποχωρήσει από το ευρώ πως θα γίνει διεθνώς ανταγωνιστική σ’ έναν κόσμο που αλλάζει με ταχύτατους ρυθμούς και γίνεται όλο και πιο ασταθής?

Είναι λοιπόν αναγκαίο εάν θέλουμε να διατηρήσουμε το βιοτικό μας επίπεδο, τις κοινωνικές κατακτήσεις και την ποιότητα του περιβάλλοντος οφείλουμε να στρέψουμε την προσοχή μας στο αναπτυξιακό πρόβλημα της χώρας συνειδητοποιώντας τα λάθη των προηγούμενων δεκαετιών και κυρίως διαμορφώνοντας τους άξονες ενός νέου αναπτυξιακού προτύπου. Ο πρώτος και βασικότερος στόχος του νέου αναπτυξιακού προτύπου πρέπει να είναι η δημιουργία συνθηκών ανάπτυξης των ανθρώπινων ικανοτήτων και των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών επιλογών που διαθέτουν οι πολίτες της χώρας.

Κι αυτό γιατί οι άνθρωποι είναι ο πραγματικός πλούτος της χώρας. Είναι το βασικότερο μέσο, αλλά και ο στόχος της ανάπτυξης. Συνεπώς η οικονομική πολιτική πρέπει, πάνω απ’ όλα, να στοχεύει στη διεύρυνση των επιλογών και ικανοτήτων των ανθρώπων. Η ελληνική κοινωνία κατέβαλε τις τελευταίες δεκαετίες μεγάλες προσπάθειες και υποβλήθηκε σε σημαντικές θυσίες προκειμένου να αναβαθμίσει το γνωσιολογικό επίπεδο των νέων γενεών. Παρά τις υπαρκτές αδυναμίες του εκπαιδευτικού συστήματος δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι ανθρώπινες ικανότητες αυξήθηκαν σημαντικά.

Το πρόβλημα είναι ότι ουδέποτε δημιουργήθηκαν οι κατάλληλες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες ώστε να αξιοποιηθεί σε ικανοποιητικό βαθμό το ανθρώπινο δυναμικό της χώρας. Η παραγωγική δομή δεν μετασχηματίστηκε ώστε να προσφέρει προϊόντα και υπηρεσίες ποιότητας και υψηλής προστιθέμενης αξίας, ενώ η κομματοκρατία και οι πελατειακές σχέσεις διέλυσαν κάθε έννοια αξιοκρατίας. Αναπόφευκτα δημιουργήθηκαν αισθήματα απογοήτευσης και εντάσεις. Η κατάσταση στην αγορά εργασίας χειροτέρευσε σταδιακά, ενώ το ανθρώπινο δυναμικό παρέμεινε εν πολλοίς αναξιοποίητο γεγονός που συνιστά τεράστια απώλεια πλούτου για τη χώρα.

Οι μεταβιβάσεις πόρων και η αναδιανομή εισοδήματος είναι αναγκαίες πολιτικές για την αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων οι οποίες όμως από μόνες τους δεν εξασφαλίζουν βιώσιμη αναπτυξιακή δυναμική. Από την άποψη αυτή η αύξηση της παραγωγικότητας και η ανασυγκρότηση του παραγωγικού ιστού αποτελούν προτεραιότητες καθοριστικής σημασίας. Φυσικά πρόκειται για δύσκολο και σύνθετο εγχείρημα και οι προϋποθέσεις επιτυχίας δεν είναι μόνο οικονομικές, αλλά επίσης πολιτικές και κοινωνικές.

Το πρότυπο οικονομικής μεγέθυνσης που κυριάρχησε κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο δεν ήταν μόνο σπάταλο, αλλά και αντιπαραγωγικό. Ή ίσως καλύτερα θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν αντιπαραγωγικό ακριβώς επειδή ήταν σπάταλο. Αυτό προκύπτει από πάρα πολλές όψεις της νεοελληνικής πραγματικότητας των τελευταίων δεκαετιών.

Από την υψηλή ανεργία, την υποαπασχόληση και την ετεροαπασχόληση ακόμα και σε περιόδους με υψηλούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης.
Από το γεγονός ότι η ‘ατμομηχανή’ της μεγέθυνσης ήταν οι υπηρεσίες και οι κατασκευές, ενώ αντίθετα σημειώθηκε αποβιομηχάνιση και μείωση της αγροτικής παραγωγής.

Από την αλόγιστη καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος της χώρας, την εξάντληση των υδάτινων πόρων, τη μόλυνση, την οικοπεδοποίηση και τις πυρκαγιές που σε μεγάλο βαθμό είναι έργο των ανθρώπων.

Από τη διοχέτευση τεράστιων πόρων όχι στην εκπαίδευση, στην υγεία ή στον πολιτισμό, αλλά στις στρατιωτικές δαπάνες, στην επιδεικτική κατανάλωση και στη χρηματοδότηση των ανορθολογικών επιλογών του πελατειακού συστήματος και του κομματικού κράτους.
Ασφαλώς η αντιστροφή των τάσεων που κυριαρχούν σήμερα δεν είναι εύκολη υπόθεση. Είναι όμως δυνατή.

[quote text_size=»small»]

Η Ελλάδα έχει δυνατότητες σε πολλούς τομείς: στον ορυκτό πλούτο, στην ενέργεια, στις μεταφορές, στον τουρισμό, στην παιδεία, στον πολιτισμό, σε πολλά αγροτικά και βιομηχανικά προϊόντα. Είναι μια πανέμορφη χώρα με εκπληκτικό φυσικό περιβάλλον που πρέπει όμως να το προστατεύσουμε από την υποβάθμιση και την αλόγιστη εκμετάλλευση.

[/quote]

Έχει μοναδικά μνημεία και έναν πλούσιο ολοζώντανο λαϊκό πολιτισμό. Ο ελληνόκτητος εμπορικός στόλος βρίσκεται στην πρώτη θέση διεθνώς.

Πάνω απ’ όλα διαθέτει ένα υψηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό και μια νέα γενιά μορφωμένη και ικανή. Θα έπρεπε αυτά και άλλα πλεονεκτήματα να λειτουργούν συνδυαστικά και πολλαπλασιαστικά ώστε να παράγονται ποιοτικά προϊόντα και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας. Η εξέλιξη αυτή θα αναβάθμιζε την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και θα δικαιολογούσε τις υψηλές τιμές που επιβάλλει το ακριβό νόμισμα.

Όμως τα πλεονεκτήματα της χώρας χάνονται ή υποβαθμίζονται κάτω από το βάρος της πληθώρας των προβλημάτων που χαρακτηρίζουν τον ελληνικό κοινωνικο-οικονομικό σχηματισμό. Διαφθορά, γραφειοκρατία, προβληματική δημόσια διοίκηση, καταρράκωση του εργασιακού ήθους ως αποτέλεσμα της αναξιοκρατίας που επιβάλλει το κομματικό κράτος, μια κρατικοδίαιτη και συχνά ‘λούμπεν’ επιχειρηματικότητα που ανταγωνίζεται και εκτοπίζει την υγιή επιχειρηματικότητα, πολυνομία και αναποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης είναι πλευρές ενός πλέγματος προβλημάτων που έχει οδηγήσει στη γενικευμένη απαξίωση και στην απαισιοδοξία για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.
Η άνοδος της παραγωγικότητας, απαραίτητη συνθήκη για διατηρήσιμη ανάπτυξη, δεν προϋποθέτει λοιπόν μόνο στοχευμένες κλαδικές πολιτικές, αλλά κυρίως μια συνολική προσπάθεια που θα αλλάξει τη λειτουργία των θεσμών, τα χαρακτηριστικά του πολιτικού συστήματος και της δημόσιας διοίκησης, θα βελτιώσει τις υποδομές, θα αντιμετωπίσει τα συσσωρευμένα προβλήματα στις αγορές προϊόντων και εργασίας. Η Ελλάδα πρέπει να στηριχτεί στην παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών υψηλής ποιότητας και προστιθέμενης αξίας και να αξιοποιήσει ουσιαστικά τα συγκριτικά πλεονεκτήματα που διαθέτει.

Το περιβάλλον είναι από τα σημαντικότερα συγκριτικά πλεονεκτήματα που διαθέτει η χώρα μας. Ωστόσο η έλλειψη πολιτικής βούλησης και η απουσία περιβαλλοντικής ευθύνης από μεγάλο μέρος του πληθυσμού οδηγεί στην υποβάθμιση του φυσικού πλούτου της χώρας.

Ο τρόπος με τον οποίο επιτεύχθηκε η οικονομική μεγέθυνση των τελευταίων δεκαετιών επιδείνωσε πολλά από τα περιβαλλοντικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα. Επιπλέον, η Ελλάδα έχει αποτύχει μέχρι σήμερα να διαμορφώσει ένα συνεκτικό σχέδιο μετάβασης σε ενεργειακά συστήματα περιορισμένης χρήσης άνθρακα και να αναπτύξει τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Έτσι είναι εξαιρετικά επείγον, στο πλαίσιο ενός νέου αναπτυξιακού προτύπου, να αρχίσει η υλοποίηση πολιτικών οι οποίες δεν θα αναλώνονται σε ορίζοντα τετραετίας, αλλά θα θέτουν τις βάσεις για ένα ευρύτερο και μονιμότερο προγραμματισμό.

Η οικονομική κρίση δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως άλλοθι για την αναβολή λήψης μέτρων μετριασμού και προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή. Αντίθετα, μας υποχρεώνει να αναλογιστούμε τα λάθη του παρελθόντος και να χαράξουμε νέους δρόμους για βιώσιμη κοινωνική και οικολογική ανάπτυξη.

Το “ελληνικό πρόβλημα” δεν έγκειται μόνο στην απουσία μακροπρόθεσμου σχεδιασμού αλλά και στην έλλειψη επιβολής κυρώσεων όταν παραβιάζεται η περιβαλλοντική νομοθεσία και η πολιτική σχετικά με τη χρήση γης κάτι που, σε τελική ανάλυση, οφείλεται στην έλλειψη πολιτικής βούλησης και στη διαπλοκή οικονομικών συμφερόντων στην κρατική λειτουργία. Το γεγονός αυτό αποδυναμώνει την αποτελεσματικότητα των κανονισμών και των εκδόσεων αδειών. Ακόμα χειρότερα ενισχύει φαινόμενα διαφθοράς, συναλλαγής και πελατειακών σχέσεων. Εμπεδώνει μια νοοτροπία αυθαιρεσίας και ένα αξιακό σύστημα με γενικότερες αρνητικές επιδράσεις.

Η Ελλάδα, όπως και η Ευρώπη συνολικά, χρειάζονται επειγόντως αλλαγή πορείας. Η αλλαγή αναπτυξιακού παραδείγματος δεν είναι εύκολη υπόθεση. Όμως η Ελλάδα έχει τις ανθρώπινες και υλικές δυνάμεις για να το επιτύχει. Ασφαλώς θα πρέπει να δημιουργηθούν οι κατάλληλες κοινωνικές και πολιτικές προϋποθέσεις ώστε η χώρα να επιχειρήσει μια νέα αρχή. Η κατανόηση των προβλημάτων και των εναλλακτικών επιλογών είναι ένα πρώτο ουσιαστικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.

Το σημαντικότερο όμως είναι να θέσουμε τις ανάγκες των ανθρώπων και το στοιχείο της κοινωνικής, οικονομικής και περιβαλλοντικής βιωσιμότητας στο επίκεντρο της αναπτυξιακής διαδικασίας αντί να τις αγνοούμε και να τις παραπέμπουμε σε ένα μακρινό και αόριστο μέλλον.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.