Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ

Ο Γιώργος είναι συγγραφέας και εργάζεται ως δημοσιογράφος.
Έχει γράψει αρκετά βιβλία, μεταξύ των οποίων: «Homo Americanus», «Κάπου να δω το πρόσωπο μου» κ.α. Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές (D.E.A) στο τομέα της Συγκριτικής Πολιτικής στο Παρίσι στο Πανεπιστήμιο της ΝΑΝΤΕΡ (Nantere, Paris 10).
Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ και έχει εργαστεί σε εφημερίδες (ΕΞΟΥΣΙΑ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ), Ραδιοφωνικούς Σταθμούς (Τρίτο Πρόγραμμα, Δίαυλος 10) και περιοδικά.
Εργάζεται ως αρθρογράφος και σχολιαστής στην «ΒΡΑΔΥΝΗ» και την «ΒΡΑΔΥΝΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ»
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ

Latest posts by ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ (see all)

απο τη «σεχτα» στη «χρυση αυγη»

ΑΠΟ ΤΗ «ΣΕΧΤΑ» ΣΤΗ «ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ»

Το δολοφονικό-τρομοκρατικό χτύπημα της «σέχτας επαναστατών» μας επιβάλλει να αναγνώσουμε το φαινόμενο μέσα από τα πραγματικά γεγονότα. Είναι γνωστό ότι ο μαρξισμός από θεωρία μιας ιστορικά συγκεκριμένης κοινωνικής πραγματικότητας κατέστη ιδεολογία, δηλαδή ένα δόγμα-πλέγμα ιδεών που αναφέρεται σε μία πραγματικότητα, όχι για να την διαυγάσει ή να την αλλάξει, αλλά για να τη νομιμοποιήσει στα μυαλά των ανθρώπων.

Επειδή όμως ο μαρξισμός απώλεσε την ελκυστική του δύναμη ως ιδεολογία αντικαταστάθηκε από την ιδεολογία της Επανάστασης με βάση τη διάζευξη του Κ. Καστοριάδη: Είτε μαρξιστές είτε επαναστάτες («φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας»). Γι’ αυτό παλαιότερα οι προκηρύξεις της 17Ν δεν συνιστούσαν παρά ένα «πομπώδες συμπλήρωμα δικαίωσης» των φόνων στο όνομα της λαϊκής επανάστασης -άνευ βέβαια εξουσιοδοτήσεως.

Το ίδιο συμβαίνει και με τις νέες τρομοκρατικές οργανώσεις. Η «σέχτα επαναστατών» είναι το κομμάτι που αποσπάστηκε από τον «Επαναστατικό Λαϊκό Αγώνα» καθώς θεώρησε ότι μετά τα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 2008 ήρθε η ώρα της επανάστασης και δεν χρειάζονται θεωρητικές αναλύσεις αλλά να «μιλήσουν τα όπλα». Πρόκειται για τη γνωστή θέση του Τρότσκι(1940) σύμφωνα με την οποία η θεωρητική επεξεργασία της ατελούς μαρξιστικής θεωρίας θα έπρεπε να συνεχισθεί, αλλά όταν η επανάσταση είναι στην ημερήσια διάταξη, τότε αυτό το καθήκον τίθεται σε αναστολή. Γι’ αυτό στην πρώτη προκήρυξή της η «σέχτα» δηλώνει: «Τώρα μιλούν τα όπλα». Αυτή η θέση φαίνεται να είναι και η αιτία αποσκίρτησης από τον «Επαναστατικό Αγώνα».

Με άλλα λόγια, η «σέχτα επαναστατών» είναι «σέχτα» όχι διότι είναι μία ολιγομελής-μειοψηφική ομάδα που διαχωρίστηκε απλώς από την πλειοψηφία των «επαναστατών-αγωνιστών», αλλά γιατί ανήγαγε μία από τις πλευρές της επαναστατικής διαδικασίας, την «επαναστατική κατάσταση» σε απόλυτη αλήθεια της. Δεν είναι τυχαία η διαμάχη για το αν τα γεγονότα του Δεκεμβρίου ήταν «εξέγερση» ή όχι. Η «σέχτα» πιστεύει ότι ήταν «εξέγερση». Αυτή η θέση έγινε η κεντρική «αλήθεια» του «σεχταριστικού» δόγματός της. Μάλιστα, για να διατηρήσει την πίστη της, ζει και λειτουργεί με βάση αυτή την «απόλυτη αλήθεια».

Υπ’ αυτή την οπτική, η δολοφονία του αστυνομικού της αντιτρομοκρατικής είναι η καθυστερημένη απάντηση στη δολοφονία του μικρού Αλέξη Γρηγορόπουλου, είναι η συνέχεια του Δεκεμβρίου, είναι η προσπάθεια οικειοποίησης εκείνης της «εξέγερσης» και η διαιώνισή της με τον τρόπο που οι ίδιοι γνωρίζουν, τους φόνους.

Η επίκληση της λαϊκής επανάστασης ή της «Ανατροπής» επιτρέπει στις ομάδες(σέχτες) να παρουσιάζουν τον εαυτό τους σαν κάτι άλλο από αυτό που είναι στην πραγματικότητα, δηλαδή σαν το μελλοντικό επαναστατικό κόμμα του εργαζόμενου λαού, ενώ είναι μία ομάδα δολοφόνων. Αλλά εκεί που νομίζει κανείς ότι έχουμε μία τυπική τροτσκιστική σέχτα, έρχεται η δεύτερη προκήρυξη(επίθεση στο ALTER), γραμμένη θαρρείς όχι από έναν τροτσκιστή αλλά από έναν «καταστασιακό»(situationiste) του Γκυ Ντεμπόρ.

Αυτό σημαίνει δύο πράγματα: αφ’ ενός ότι κάτω από την ομπρέλα της «εξέγερσης» και της «επαναστατικής κατάστασης» έχουμε τη συνάντηση ατόμων με διαφορετικές καταγωγικές(δογματικές) πολιτικές προσεγγίσεις και αφ’ ετέρου ότι διαφαίνεται ένα ρήγμα στην ίδια τη «σέχτα» που προβαίνει πλέον και σε θεωρητικές αναλύσεις, που σημαίνει υποχώρηση από τη θέση της «εξέγερσης», της «επαναστατικής κατάστασης», όπου, όπως προείπαμε, οι θεωρητικές αναλύσεις αναστέλλονται. Πιο συγκεκριμένα, εκτιμάται ότι η «εξέγερση» υποχώρησε λόγω της μιντιακής χειραγώγησης της κοινής γνώμης.

Η νέα αυτή θέση αποτρέπει προς το παρόν μία νέα διάσπαση της «σέχτας» στους κυνικούς εκτελεστές που θα καλύπτουν την πολιτική στειρότητά τους με σφαίρες και φόνους στο όνομα της «εξέγερσης» και στους λιγότερο κυνικούς και περισσότερο θεωρητικούς, που θα υποχρεωθούν να αναγνώσουν διαφορετικά τη γενικευμένη λαϊκή καταδίκη των φόνων και των έωλων συμβολισμών τους. Συνεπώς, ο νέος στόχος θα είναι ένας μεγαλοδημοσιογράφος.  Όσο για την «αστυνομική ανάλυση» περί της συνάντησης της τρομοκρατίας με το κοινό έγκλημα είναι για γελοία, καθώς αποδεικνύει όχι μόνο την προσπάθεια να ταυτιστεί η τρομοκρατία με το κοινό έγκλημα και έτσι να αποδοκιμασθεί αλλά και την αντιστοίχησή της μ’ έναν απολιτικό τρόπο σκέψης, που «βλέπει» παντού τρομοκράτες, όπως στην περίπτωση του Αλέξη Γρηγορόπουλου.

Η αντίληψη αυτή είναι άκρως επικίνδυνη εάν προσοικειωθεί πολιτικά από φασιστικά μορφώματα τύπου «Χρυσής Αυγής», όπως συνέβη στο τρισάγιο για τον δολοφονημένο αστυνομικό και το τρομερό σύνθημα «το αίμα κυλάει, εκδίκηση ζητάει»! Τελικά, η «εκδίκηση» είναι ο κοινός τόπος, ο κύκλος της κοινής φαυλότητας. Οι τρομοκράτες εκδικήθηκαν το φόνο του Γρηγορόπουλου. Οι «χρυσαυγίτες» (και κάποιοι αστυνομικοί!) δηλώνουν ήδη εκδίκηση στο όνομα του δολοφονημένου αστυνομικού. Αυτή η ιδιότυπη βεντέτα συνιστά τη νομιμοποιητική βάση για την αναπαραγωγή της κάθε είδους τρομοκρατίας.

Ποιος ωφελείται από αυτό το κλίμα γενικευμένης τρομοκρατίας (αν συνυπολογίσουμε μετανάστες, ανεργία, εγκληματικότητα); Μόνο η καθεστηκυία τάξη που μεταθέτει την κεντρική σύγκρουση σ’ έναν πόλεμο μεταξύ των «κάτω» για δευτερεύοντες λόγους. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου ότι οι τρομοκράτες δεν χτυπούν «υψηλούς στόχους», όπως η 17Ν, αλλά «χαμηλούς», συμβολικούς(μη ουσιαστικούς) στόχους, δηλαδή τους πιο «κάτω», τις τελευταίες ή τις προτελευταίες τρύπες του ζουρνά! Για να αποδειχθεί εντέλει ότι αυτή η αλληλοτροφοδοτούμενη τρομοκρατία έχει μόνο ένα πολιτικό αποτέλεσμα, τη συντηρητικοποίηση του πληθυσμού.