Είναι συχνό το φαινόμενο στις εμπορικές συναλλαγές ορισμένοι επιχειρηματίες να οχυρώνονται πίσω από κεφαλαιουχικές εταιρείες, για να αποφεύγουν προσωπικά τους χρέη. Είναι ευρέως γνωστό ότι οι κεφαλαιουχικές εταιρείες αποτελούν προνομιακή μορφή επιχειρηματικής δραστηριοποίησης, αφού για τα χρέη τους δεν ευθύνονται οι μέτοχοι-εταίροι με την προσωπική τους περιουσία.

Η μη ευθύνη των μετόχων-εταίρων τους στηρίζεται στη θεμελιώδη αρχή της αυτοτέλειας των νομικών προσώπων. Επιδέχεται όμως εξαιρέσεις, όταν προκύπτοουν φαινόμενα κατάχρησης. Η αρχή της αυτοτέλειας των νομικών προσώπων επινοήθηκε με σκοπό τη χρηστή διαχείριση των επιχειρηματικών κινδύνων και, κατ’ επέκταση, την ενθάρρυνση της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Βάσει αυτής είναι δυνατή η ανάληψη επιχειρηματικού ρίσκου μέχρι κάποιο ποσό, χωρίς το φυσικό πρόσωπο – επιχειρηματίας να ευθύνεται έναντι τρίτων με το σύνολο της περιουσίας του. Εντούτοις, η αρχή της αυτοτέλειας δεν είναι απόλυτη αλλά κάμπτεται κατ’εξαίρεση, όταν αυτός ο διαχωρισμός, που διατηρεί αυτοτελή νομικά κέντρα βουλήσεων και συμφερόντων, μπορεί κατά τις περιστάσεις να μην είναι ανεκτός από το δίκαιο, είτε ευθέως με βάση ειδική διάταξη (π.χ. άρθρα 23α παρ. 5, 6 και 83 παρ. 2 ν. 2190/20), είτε κατά την καλή πίστη (281, 288, 200 ΑΚ), επειδή η ενάσκησή της αντίκειται στους σκοπούς του νόμου, για τους οποίους θεσπίστηκε.

[quote text_size=»small»]

Στις περιπτώσεις αυτές, ως κύρωση, επιβαλλόμενη προς αποφυγή της κατάχρησης, προβάλλει η άρση ή κάμψη της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου και η ταύτιση νομικού προσώπου και μελών.

[/quote]

Η αρχή της αυτοτέλειας ή του χωρισμού (trennungsprinzip) αποτελεί γενική αρχή του δικαίου των νομικών προσώπων, με βάση την οποία αναγνωρίζεται στα τελευταία αυτοτελής νομική προσωπικότητα έναντι των μελών τους. Σύμφωνα με την αρχή αυτή το νομικό πρόσωπο αφενός εκλαμβάνεται ως αυτοτελές υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και αφετέρου διακρίνεται από τα φυσικά πρόσωπα, που το συγκροτούν, ως κάτι ξεχωριστό απ αυτά (βλ. Ρήγα ΝοΒ 2014:5). H αναγνώριση από τον νόμο αυτοτελούς προσωπικότητας στα νομικά πρόσωπα συνεπάγεται ότι τα τελευταία είναι αυτοτελή υποκείμενα δικαίου. Σύμφωνα με το άρθρο 70 ΑΚ οι δικαιοπραξίες που το όργανο διοίκησης νομικού προσώου επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο.

Έτσι, τα νομικά πρόσωπα αναγνωρίζονται από τον νόμο ως αυτοτελή υποκείμενο δικαίου, που υφίστανται και δρουν ανεξάρτητα από τα μέλη τους, έχουν ικανότητα δικαίου (62 ΑΚ), ικανότητα προς δικαιοπραξία και αδικοπραξία (70, 71 ΑΚ), ικανότητα διαδίκου (62 παρ. α ΚΠολΔ), ικανότητα σε αναγκαστική εκτέλεση (ΚΠολΔ 904 επ) ικανότητα σε πτώχευση (ΠτΚ 2 επ), ικανότητα σε υπαγωγή σε διαδικασία εξυγίανσης (ΠτΚ 99 επ) και, τελικά, περιουσιακή αυτοτέλεια έναντι των μελών τους. Απόρροια της ιδιαίτερης ικανότητας δικαίου των νομικών προσώπων είναι ακριβώς και η ιδιαίτερη ικανότητα ευθύνης τους, δηλαδή αποκλειστικής και χωριστής από την ευθύνη των μελών τους, που σημαίνει ότι υπέγγυα στους δανειστές του νομικού προσώπου είναι μόνον η δική του περιουσία και όχι και η περιουσία των μελών του, ενώ και αντιστρόφως η περιουσία του δεν είναι υπέγγυα στους ατομικούς δανειστές των μελών του (ΑΠ 2/2013).

[quote text_size=»small»]

Κατά συνέπεια, τα νομικά πρόσωπα, είναι κατ’ αρχάς αποκλειστικοί φορείς των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων, που προκύπτουν από τη δραστηριότητά τους, ενώ η περιουσία τους δεν συγχέεται, τουλάχιστον a priori, με αυτή των μελών τους (ΜΠΑ 5689/2011).

[/quote]

H άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου και η ταύτισή αυτής και των μετόχων/εταίρων της, λαμβάνει χώρα, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για την απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της νομικής προσωπικότητας τους ή για την καταστραγήγηση των σχετικών διατάξεων νόμου (174, 281, 288, 200 ΑΚ). Ωστόσο, κατά την έννοια αυτή δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή όλων των μετοχών ή εταιρικών μεριδίων σε ένα μόνον πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο δειυθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά (ΟλΑΠ 5/1996), αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία (ανώνυμη, ναυτική, ΕΠΕ ή ΙΚΕ βλ. άρθρ. 1 παρ. 3 κ.ν 2190/1920, 41 παρ. 2 ν. 959/1979, 43α Ν. 3190/1955), η οποία και διατηρεί την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου, στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδιά της (ΑΠ 2/2013). Δεν συνιστά επίσης καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από ένα ή περισσότερους επιχειρηματίες με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορρόφησης των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, αφού το σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκαν να εξυπηρετούν οι κεφαλαιουχικές εταιρείες.

Περαιτέρω δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά κατά την παραπάνω έννοια ούτε η ταύτιση των συμφερόντων της εταιρείας με αυτά του βασικού μετόχου ή εταίρου της ή η συστηματική απ αυτούς παροχή εγγύησεων υπέρ της εταιρείας, ούτε η εμφάνισή τους ως των ουσιαστικών φορέων της ασκούμενης από την εταιρεία επιχείρησης, αφού η εταιρεία εξυπηρετεί σε τελική ανάλυση τα συμφέροντα των προσώπων αυτών, τα οποία με την παροχή από μέρους τους εγγυήσεων για λογαριασμό της εταιρείας διασφαλίζουν αντίστοιχα και τα δικά τους συμφέροντα κατά θεμιτό ασφαλώς τρόπο, ενώ αλληλένδετη με την ιδιότητα του βασικού μετόχου ή εταίρου είναι η εμφάνιση των προσώπων αυτών ως των ουσιαστικών φορέων της επιχειρηματικής εταιρικής δράσης (ΑΠ 2/2013). Περαιτέρω, νομική προσωπικότητα είναι η ικανότητα δικαίου και βούλησης που απονέμεται και αναγνωρίζεται από το δίκαιο σε νοητούς οργανισμούς που επιδιώκουν ορισμένο σκοπό.

Αποτελεί δημιούργημα του δικαίου, μια έννομη συνέπεια ορισμένου πραγματικού περιστατικού, της δημιουργίας του αντίστοιχου νοητού οργανισμού, όπως η αναγνωριζόμενη στον άνθρωπο προσωπικότητα είναι έννομη συνέπεια του φυσικού οργανισμού του. Μ’ αυτή εξυπηρετούνται πολλές ανάγκες στις συναλλαγές, όπως ο περιορισμός της ευθύνης και των κινδύνων κατά την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας, η μείωση του κόστους από την συμμετοχή αυτή και η δυνατότητα συμμετοχής στην αγορά περισσοτέρων επιχειρήσεων μεσαίου και μικρού μεγέθους. Μία από τις θεμελιώδεις αρχές που αποτελούν το περιεχόμενο της νομικής προσωπικότητας, είναι η αρχή του χωρισμού.

Σύμφωνα μ’ αυτήν το νομικό πρόσωπο θεωρείται ως αυτοτελές υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και διακρίνεται από τα πρόσωπα ή την περιουσία των μελών που το αποτελούν ως κάτι ξεχωριστό από αυτά. Όμως πέρα από πολύτιμες υπηρεσίες, ο χωρισμός μπορεί να οδηγεί και σε επιβλαβή αποτελέσματα. Γιατί όπως διακρίνει τελείως το νομικό πρόσωπο από τα μέλη του δεν αφήνει να φανερωθεί η αρνητική επίδραση που τα μέλη ενδεχομένως ασκούν στο φυσικό πρόσωπο ή αντίστροφα επιτρέπει στο νομικό πρόσωπο να καλύπτει τις ενδεχόμενες αθέμιτες ενέργειες των μελών του.

[quote text_size=»small»]

Δεδομένου λοιπόν ότι η νομική προσωπικότητα απονέμεται από το δίκαιο σε νοητούς οργανισμούς για λόγους σκοπιμότητας, δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι απόλυτη και άκαμπτη.

[/quote]

Είναι συνεπώς λογικό είτε κατ’ εφαρμογή ειδικού κανόνα δικαίου, είτε κατ’ εφαρμογή γενικής ρήτρας όπως η καλή πίστη (ΑΚ 281, 288) η νομική προσωπικότητα να μπορεί να παραγνωρίζεται ή να αγνοείται ή να αίρεται ή να κάμπτεται, δηλαδή να μη λαμβάνεται υπόψη. Η αρχή (ή θεωρία) αυτή είναι γνωστή ως παραμερισμός ή κάμψη, ή μη σεβασμός ή αγνόηση ή κατάχρηση των νομικής προσωπικότητας (disregard of legal entity ή missachtung der juristischen person) ή άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου ή αφαίρεση του μανδύα του ν.π. (lifting the corporate veil) ή διείσδυση στο υπόστρωμά του (piercing the veil of corporate entity ή durchgriff auf den substrat der juristischen person), ή αρχή της ταυτότητας του νομικού προσώπου με τα μέλη του (identitat der juristischen perionmit ihgren mitgliedem). Σύμφωνα μ’ αυτήν, σε ορισμένες περιπτώσεις ο χωρισμός του νομικού προσώπου από τα μέλη του δεν λαμβάνεται υπόψη και το νομικό πρόσωπο. Ορολογικά, η κάμψη ή ο παραμερισμός (μη λήψη υπόψη στη συγκεκριμένη περίπτωση) φαίνονται ορθότεροι από την άρση που αφορά το σύνολο της νομικής προσωπικότητας. Ταυτίζεται μ’ αυτά, με αποτέλεσμα είτε έννομες συνέπειες που θα ίσχυαν μόνο για το νομικό πρόσωπο (λ.χ. η εμπορική ιδιότητα) να επέλθουν και στα μέλη του, είτε νομικές καταστάσεις ή ιδιότητες, που χαρακτηρίζουν μόνο τα μέλη, να ληφθούν υπόψη και για τη νομική μταχείριση αυτού, είτε τέλος να μην επέλθουν για το νομικό πρόσωπο ή τα μέλη του ή και για τα δύο, έννομα αποτελέσματα που προϋποθέτουν τον μεταξύ τους χωρισμό.

Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, η νομική προσωπικότητα δεν καταλύεται, αλλά παραμερίζεται μόνο για τη συγκεκριμένη περίσταση. Ωστόσο, ο προηγηθείς ορισμός της έννοιας της άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου δεν αποτελεί παρά την περιγραφή της έννομης συνέπειας της εφαρμογής στο νομικό πρόσωπο ή στα μέλη του κανόνων και αρχών του δικαίου, που επιφέρουν ταύτιση νομικού προσώπου και μελών. Δεν δίνει απάντηση στο ερώτημα ποιοι είναι οι εν λόγω κανόνες και αρχές. Στο ερώτημα αυτό καλούνται να απαντήσουν ο ερμηνευτής και ο εφαρμοστής του δικαίου, δηλαδή τα δικαστήρια ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά. Οι κυριότητες περιπτώσεις άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι α) η άρση προς όφελος τρίτων, δηλαδή των δανειστών του νομικού προσώπου με αποτέλεσμα την ευθύνη των μελών του νομικού προσώπου για τα χρέη του τελευταίου (εχθρική ή εξωτερική άρση). (ΜΠρΑ 469/2005, ΔΕΝ 2005, 823 επ (823). ΠΠΘες 15920/1999, Αρμ 2000, 954επ (955) και β) η άρση προς όφελος των μελών του νομικού προσώπου ή του ίδιου του νομικού προσώπου, με αποτέλεσμα την επέλευση ευμενών ή τη μη επέλευση δυσμενών για τα μέλη ή το νομικό πρόσωπο αντίστοιχα συνεπειών, που θα επέβαλε κανονικά ο σεασμός της αρχής του χωρισμού (φιλική ή εσωτερική άρση) (βλ. σχετικά Γαζή/Λιακόπουλου/Χιωτέλλη, Περίπτωση φιλικής υπέρ των μετόχων) άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου. Απαγόρευση αντιφατικής συμπεριφοράς (ΑΚ 281), ΕΕμπΔ 1992, 659, ΜΠΑ 469/2005, ο.π. 823, ΠΠΘες 15920/1999, ο.π. 955). Το ζήτημα έχει απασχολήσει, πέρα από τη διεθνή και την ελληνική επιστήμη.

Ενδεικτικά ο Ι. Πασσιάς (Το δίκαιον της ανωνύμου εταιρεία, ΙΙ, 979 επ) στο πλαίσιο της προβληματικής της μονομετοχικής ΑΕ υποστηρίζει ότι η αρχή της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της εταιρείας από το φυσικό πρόσωπο στο οποίο ανήκουν όλες οι μετοχές της πρέπει να υποχωρεΊ, όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητας χρησιμεύει για την νομιμοποίηση αποτελέσματος που είναι αντίθετο στους κανόνες «της έντιμης συναλλαγής» ή τα καλής πίστης. Όμοια ο Λ. Γεωργακόπουλος (Το δίκαιο των εταιρειών, ΙΙΙ, 551-552, του ιδίου, Εγχειρίδιο Εμπ. Δικαίου, Τεύχος 4 – Συνδεδεμένες επιχειρήσεις, 1993, 75 επ) στο πλαίσιο ανάλογης προβληματικής αντιμετωπίζει την κάμψη της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου ως πρόβλημα κατάχρησης της νομικής προσωπικότητας ή ερμηνείας της εφαρμοστέας εκάστοτε διάταξης, υποδεικνύοντας πολλαπλή ερμηνευτική θεμελίωση είτε με εφαρμογή των γενικών διατάξεων, όπως των άρθρων 178, 179, 919, 281 και 238 ΑΚ, είτε με κατάλληλη ερμηνεία των συμβάσεων. Ο Κ. Παμπούκης (Δίκαιο Εμπορικών Εταιρειών, 398 επ, ΕΕμπΔ 1986, 365 επ) δέχεται τον παραμερισμό της νομικής προσωπικότητας όταν συντρέχει κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας που συμβαίνει όταν ο κυρίαρχος εταίρος εκμεταλλεύεται το χωρισμό ανάμεσα στην εταιρεία και τα μέλη της για σκοπούς που αποδοκιμάζει το δίκαιο, δηλαδή για να καταστρατηγήσει το νόμο, να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του ή να προκαλέσει με δόλο ζημία σε άλλον. Ο Ν. Παπαντωνίου (Γενικές Αρχές του Αστικού Δικαίου, 1983, 144) υποστηρίζει ότι η αρχή του χωρισμού υποχωρεί κυρίως όταν η επίκληση της νομικής προσωπικότητας γίνεται καταχρηστικά. Ο Ι Σπυριδάκης (Γενικές Αρχές 148-150) δέχεται την άρση του πέπλου της νομικής προσωπικότητας μόνο σε ακραίες περιπτώσεις, όταν αυτό υπαγορεύεται από τα υπέρτερα συμφέροντα της έννομης τάξης (πχ σε περίπτωση πολέμου για τον χαρακτηρισμό ενός νομικού προσώπου ως εχθρικού), ή όταν πρόκειται για καταστρατήγηση κανόνων δημόσιας τάξης με την κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας με την χρησιμοποίηση του θεσμού του νομικού προσώπου, οπότε όμως το ζήτημα αντιμετωπίζεται ορθότερα με την κατάχρηση θεσμού. Ο Ν. Ρόκας, υπό το κράτος του προισχύσαντος δικαίου, συνέδεε την κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας με την ανάλογη εφαρμογή του (καταργηθέντος πλέον) άρθρου 44 παρ. 2 Ν. 3190/1955 που προέβλεπε ευθύνη του μοναδικού εταίρου της ΕΠΕ σε περίπτωση αφερεγγυότητας της.

[quote text_size=»small»]

Εφόσον συνέτρεχε τέτοια περίπτωση, δεχόταν ευθύνη όχι μόνο του μοναδικού μετόχου, αλλά, αν συνέτρεχαν ειδικά περιστατικά, και αυτού που ασκεί κυριαρχική επιρροή στην κεφαλαιουχική εταιρεία.

[/quote]

Περαιτέρω σε σχετική μελέτη δέχεται την επέκταση εφαρμογής του άρθρου 23α. Ο Ν. 2190/1920 και σε συναλλαγές με παρένθετο νομικό πρόσωπο επιχειρηματολογώντας στην ουσία στο πλαίσιο της θεωρίας του παραμερισμού. Ο Θ. Λιακόπουλος (Η άρση της αυτοτέλειας του ν.π. στη νομολογία, 1988, 75-76), στο πλαίσιο ολοκληρωμένης μονογραφικής επεξεργασίας του θέματος, υποστηρίζει ότι κατά τις περιστάσεις είτε κατ’ εφαρμογή άλλου κανόνα δικαίου είτε με επίκληση της αρχής της καλής πίστης μπορεί να παραμερίζεται η νομική προσωπικότητα ως έννομη συνέπεια.

Ειδικότερα, οι σχετικές προϋποθέσεις άρσης της αυτοτέλειας δεν μπορεί παρά να αναζητηθούν, όταν δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση, στις γενικές διατάξεις του ΑΚ (281, 288, 919 ΑΚ) ή στην ερμηνεία των εκάστοτε εφαρμοστέων διατάξεων νόμου ή σύμβασης. Δηλαδή με βάση το σκοπό του κανόνα δικαίου ή την ερμηνεία της σύμβασης (173, 200 ΑΚ) είναι δυνατός κατά περίπτωση ο καταλογισμός νομικών συνεπειών είτε στο νομικό πρόσωπο (διατήρηση της αυτοτέλειας) είτε στα μέλη του (άρση της αυτοτέλειας). Ο Τέλλης υποστηρίζει ότι η κάμψη της νομικής προσωπικόητας θα πρέπει όχι μόνο να γίνεται με φειδώ, αλλά να αντιμετωπίζεται ως το έσχατο μέσο (ultimum refugium). Δεν θα πρέπει λοιπόν να επιχειρείται όταν η προστασία των τρίτων μπορεί να επιτευχθεί με πιο παραδοσιακά μέσα, όπως πχ με την τήρηση των κανόνων περί ερμηνείας νόμων ή συμβάσεων σε συνδυασμό με την απαγόρευση καταστρατήγησής τους, με την αναγνώριση της ευθύνης ή της εμπορικής ιδιότητας συγκεκεριμένων εταίρων με βάση την αρχή του φαινομένου δικαίου ή με την ευρεία ερμηνευτική θεώρηση των πολλαπλών δεσμεύσεων που απορρέουν για τους κυρίαρχουν εταίρους από τις αρχές της καλής πίστης. Η Α. Κιάντου-Παμπούκη (Η προστασία των δανειστών στις ναυτιλιακές εταιρείες με παραμέριση της νομικής προσωπικότητας, Αρμ. 1993.877), αξιολογεί το ζήτημα ως κατάχρηση του θεσμού της νομικής προσωπικότητας.

Με το θέμα επίσης ασχολήθηκαν ο Δ. Τζουγανάτος (Ανεπαρκής κεφαλαιοδότηση κεφαλαιουχικών εταιρειών, 1984) στο πλαίσιο διερεύνησης ου φαινομένυ της ανεπαρκούς κεφαλαιοδότησης των κεφαλαιουχικών εταιρειών με την εξαιρετική μονογραφία του. Ο Ε. Λεβαντής (Ανώνυμες Εταιρείες, Ι, 1994, 51 επ) ο οποίος αμφισβητεί την εφαρμογή της υπό κρίση θεωρίας στις αποφάσεις της νομολογίας θεωρώντας ότι το αποτέλεσμα στο οποίο κατέληξαν αποτελεί μια περαιτέρω και σύγχρονη ερμηνεία των γενικών αρχών του γενικού μέρους του εμπορικού δικαίου καθώς και πρόσφατα σχετικά με τις νεότερες αντιλήψεις για την ευθύνη των μετόχων, η Αριστέα Σινανιώτη (Εμπορικό Δίκαιο, τόμος 2, 575 επ) στο πλαίσιο των ομίλων επιχειρήσεων, ο Χ Παμπούκης που ερευνά το εφαρμοστέο δίκαιο στην κάμψη, ο Ι. Μάρκου (Η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, ως πηγή ανασφάλειας δικαίου – συμβολή στην ερμηνεία των διατάξεων περί εταιρικής ευθύνης ΕΕμπΔ 2003, 257 επ. σε Τιμ.Τομ. Μηνούδη, σελ. 377). Που χαρακτηρίζει την άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου ως πηγή ανασφάλειας δικαίου, η Βικτωρία Αθανασοπούλου στη μελέτη της για την κάμψη της νομικής προσωπικότητας στις ναυτιλιακές εταιρείες, ο Δ Αυγητίδης (Η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, ΔικΑΕ Εισ. Μέρος, 2002, αρ. 1 επ., 243 επ. Στην καινούργια έκδοση του ΔικΑΕ, 2010, βλ. σχετική ανάλυση από Μ. Βαρελά, σελ. 104 επ) στην προηγούμενη έκδοση του ΔικΑΕ, ο Κ. Ρούσσος (Δίκαιο Νομικών Προσώπων, 328 επ), αντιμετωπίζοντας το ζήτημα ως κατάχρηση θεσμού, ο Κ. Ρόκας (Η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου 2008), καθώς τονίζοντας τη δυνατότητα και την ανάγκη της νομολογίας να εφαρμόσει την αρχή αυτή, όλως εξαιρετικά και όταν συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις, χωρίς να κινδυνεύει να κατηγορηθεί για «επικίνδυνη» μεθοδολογικη ασυνέπεια. Ομοίως ορ. Κ. Αλεπάκου, Η κάμψη της νομικής προσωπικότητας (θεωρητική και νομολογιακή αντιμετώπιση), 3ο Πανελλήνιο Συνέδριο Εμπορικολόγων, Πρακτικά, 1994, 249 επ, του ίδιου, Ο παραμερισμός (κάμψη) της νομικής προσωπικότητας της ΑΕ στη νομολογία, εκδ. Ίδρυμα μελετών του Δικαίου των Επιχειρήσεων, 1994, 23 επ. Περαιτέρω, Κατά τη διάταξη του άρθροου 34 του ΑΚ, ικανότητα δικαίου είναι η ικανότητα του φυσικού προσώπου να έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις. Όμως και ενώσεις προσώπων για την επιδίωξη ορισμένου σκοπού, καθώς επίσης και σύνολα περιουσίας για την εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, μπορούν κατά τη διάταξη του άρθρου 61 του ΑΚ να αποκτήσουν προσωπικότητα αν τηρηθούν οι όροι που αναγράφει ο νόμος, δηλαδή να αποκτήσουν ικανότητα δικαίου, η οποία πάντως δεν εκτείνεται κατά τη διάταξη του άρθρου 62 του ίδιου Κώδικα σε έννομες σχέσεις που προυποθέτουν ιδιότητες φυσικού προσώπου. Επομένως, νομική προσωπικότητα είναι η ικανότητα δικαίου, που απονέμεται από το νόμο σε οργανισμούς που επιδιώκουν ορισμένο σκοπό, οι οποίοι ανάγονται έτσι σε αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δηλαδή νομικά πρόσωπα με χωριστή περιουσία απ αυτή των μελών τους, που τους προσδίδει αυθύπαρκτη στο χώρο και συνεχή στο χρόνο οντότητα.

Η νομική λοιπόν προσωπικότητα είναι δημιούργημα του δικαίου, με την οποία εξυπηρετούνται οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες, όπως προπάντων είναι ο περιορισμός της ευθύνης και των κινδύνων κατά την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας με ανάλογη μείωση και του κόστους από τη συμμετοχή σ’ αυτή. Η περιουσιακή αυτοτέλεια των νομικών προσώπων είναι συνεπώς το βασικότερο στοιχείο της ιδιοσυστασία τους, που εκφράζεται και με τη διάταξη του άρθρου 70ΑΚ, σύμφωνα με την οποία οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο της διοίκησης του νομικού προσώπου υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο.

[quote text_size=»small»]

Απόρροια της ιδιαίτερης ικανότητας δικαίου των νομικών προσώπων είναι ακριβώς και η ιδιαίτερη ικανότητα ευθύνης τους, δηλαδή αποκλειστικής και χωριστής από την ευθύνη των μελών τους, που σημαίνει ότι υπέγγυα στους δανειστές του νομικού προσώπου είναι μόνον η δική του περιουσία και όχι η περιουσία των μελών του, ενώ αντιστρόφως η περιουσία του δεν είναι υπέγγυα στους ατομικούς δανειστές των μελών του.

[/quote]

Ωστόσο ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός δικαιολογείται όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητα, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη νόμου, όπως λ.χ. είναι η διάταξη του άρθρου 83 παρ. 2 του κ.ν. 2190/1920, είτε κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρα 281, 288 και 200 του ΑΚ, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειάς του. Ειδικότερα, η εταιρεία ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, οφείλει να υπηρετεί κοινωνικό κυρίως σκοπό στο πλαίσιο και των συνταγματικών διατάξεων του άρθρων 5 παρ. 1 και 12 παρ. 1 και 3.

Η χρησιμοποίηση έτσι της εταιρείας για την εξυπηρέτηση σκοπών αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη, συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας. Η καταχρηστική συμπεριφορά, που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο. Πρέπει, όμως, να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και οι συνέπειες της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος. Κατά την έννοια αυτή, ΔΕΝ συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρείεας ή των μεριδίων εταιρείας περιορισμένης ευθύνης σε ένα μόνον πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά, αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία (ανώνυμη ή ΕΠΕ βλ. άρθρα 1 παρ. 3 κ.ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 3604/2007)., η οποία και διατηρεί την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου, στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδιά της. Δεν συνιστά, επίσης, καταχρηστική συμπεριφορά, η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής, επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν οι περισσότερους επιχειρηματίες με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορρόφησης των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, αφόύ το σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρεία.

Συνεπώς δεν λειτουργούν αθέμιτα οι διάφοροι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους προαναφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρείας για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, γι’ αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτισή τους με την εταιρεία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας. Περαιτέρω, δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά κατά την παραπάνω έννοια ούτε η ταύτιση των συμφερόντων της εταιρείας με αυτά του βασικού μετόχου ή εταίρου της ή η συστηματική απ αυτούς παροχή εγγυήσεων υπέρ της εταιρείας, ούτε η εμφάνισή τους ως των ουσιαστικών φορέων της ασκούμενης από την εταιρεία επιχείρησης, αφού η εταιρεία εξυπηρετεί σε τελική ανάλυση τα συμφέροντα των προσώπων αυτών, τα οποια με την παροχή από μέρους τους εγγυήσεων για λογαριασμό της εταιρείας διασφαλίζουν αντίστοιχα και τα δικά τους συμφέροντα κατά θεμιτό ασφαλώς τρόπο, ενώ αλληλένδετη με την ιδιότητα του βασικού μετόχου ή εταίρου είναι η εμφάνιση των προσώπων αυτών ως των ουσιαστικών φορέων της επιχειρηματικής εταιρικής δράσης.

[quote text_size=»small»]

Σε όλες, λοιπόν, τις περιπτώσεις αυτές, που δεν διαπιστώνεται κατάχρηση κατά τη λειτουργία του εταιρικού θεσμού, διατηρείται αναλλοίωτη και η αυτοτέλεια της εταιρείας ως νομικού προσώπου.

[/quote]

Όμως, η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων ή των εταίρων της υποχωρεί όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητας χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, δηλαδή όταν οι πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της που σκόπιμα παραλλάσσονται ή αντιστρόφως όταν οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν.

Η μορφή αυτή κατάχρησης του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο (λ.χ. να παρακάμψει απαγόρευση που τον δεσμεύει ως φυσικό πρόσωπο) ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο (οπότε θα ανακύπτει και αδικοπρακτική του ευθύνη) ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση είτε εταιρικών είτε ατομικών υποχρεώσεών του, που δημιουργήθηκαν καθ’ υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών ή ατομικών του δυνατοτήτων, κριτήρια δε ενδεικτικά μιας τέτοιας κατάχρησης είναι προπάντων η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρείας και η σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία του, αφού εξ αιτίας μεν της ελλιπούς χρηματοδότησης ο επιχειρηματίας μεταφέρει αθέμιτα στους δανειστές της εταιρείας τους κινδύνους από τη δική του στην ουσία επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ αθέμιτα και στην περίπτωση σύγχυσης των περιουσιών χρησιμοποιεί την εταιρική περιουσία για τις δικές του δραστηριότητες ή αντιστρόφως επωφελείται η εταιρεία σε βάρος των ατομικών του δανειστών. Ασφαλώς καταχρηστική είναι και η συμπεριφορά του βασικού μετόχου ή εταίρου που συναλλάσσεται με παρένθετο πρόσωπο την εταιρεία, όταν η εταιρεία δεν έχει εταιρική οργάνωση ή δεν έχει αναπτύξει επιχειρηματική δράση και είναι αυτός στην ουσία που συναλλάσσεται υπό την εταιρική επωνυμία για δικό του όφελος.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της κατάχρησης προσήκει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας ή κατ άλλη έκφραση η διείσδυση στο υπόστρωμά της και η επέκταση από την εταιρεία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή αντιστρόφως η επέκταση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρεία, ιδιαίτερα όταν οι τρίτοι, που συμβλήθηκαν με την εταιρεία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο της, οδηγήθηκαν στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξαιτίας της εμφανιζόμενης σ’ αυτούς παραλλαγμένης κατάστασης. Σε κάθε πάντως περίπτωση η άρση της αυτέλειας του νομικού προσώπου είναι προσωρινή και περιορισμένη, δηλαδή δεν καταλύεται η ίδια η νομική προσωπικότητα της εταιρείας, αλλά παραμερίζεται μόνο για τη συγκεκριμένη συναλλαγή η περιουσιακή αυτοτέλειά της, με την έννοια ότι η εταιρεία ή αναλόγως ο βασικός μέτοχος ή εταίρος της παραμένουν οφειλέτες, που ευθύνονται πλέον από κοινού και εις ολόκληρο (άρθρο 481 ΑΚ) για τις ζημιογόνες συνέπειες (άρθρο 926 ΑΚ) της συναλλαγής τους, δηλαδή δημιουργειται ένας πρόσθετος οφειλέτης, στον οποίο επεκτείνονται (διαχέονται) οι συνέπειες αυτές με κατεύθυνση είτε από την εταιρεία προς το βασικό μέτοχο ή εταίρο είτε με αντίστροφη κατεύθυνση.

Με διαφορετική, άλλωστε εκδοχή, δηλαδή αν αποκλειστεί η ευθύνη του ενός μόνον απ αυτούς, θα υφίσταται το νομικό παράδοξο να διατηρείται μεν για την εταιρεία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο ο ενοχικός δεσμός από τη συναλλαγή τους, να μην αναδύονται όμως γι’ αυτούς έννομες συνέπειες και μάλιστα στην περίπτωση αυτή θα μπορούν να επικαλεσθούν τη μεταφορά (μετακύλιση) των συνεπειών από την εταιρεία στο βασικό μέτοχο ή εταίρο της ή αντιστρόφως από το μέτοχο αυτό ή εταίρο στην εταιρεία και τον αποκλεισμό έτσι της ευθύνης του άλλου, όχι μόνον οι αντισυμβαλλόμενοι, αλλά και τρίτα πρόσωπα ως προς τη συγκεκριμένη συναλλαγή, μολονότι η κάμψη της νομικής προσωπικότητας δεν προυποθέτει διαπλαστική δήλωση του ενδιαφερόμενου, αλλά ως έννομη κατάσταση, που συνεπάγεται αντίστοιχες έννομες συνέπειες, προκύπτει αυτοδικαίως, εφόσον υπάρξει κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας. Στο πλαίσιο ακριβώς αυτό εντάσσεται και αξιολογείται η η υπόψη περίπτωση, αφού ο δέυτερος εναγόμενος που φεν επιθυμούσε να διακινδυνεύσει απεριόριστα κεφάλαια αλλά και αξιόλογη ιδιόκτητη περιουσία του, ήτοι το Ξενοδοχείο, σύστησε τη πρώτη εναγόμενη η οποία ιδρύθυκε για το σκοπό αυτό και ενεργεί για λογαριασμό του δεύτερου εναγόμενου και του Ξενοδοχείου, την εκμετάλλευση του τελευταίου. Κατ αυτό τον τρόπο τον έλεγχο της πρώτης εναγόμενης έχει αποκλειστικά ο δεύτερος εναγόμενος, που συμμετέχει αποκλειστικά στη διοίκησή της ως μόνος εταίρος για δικο του λογαριασμό και γιατί ασκεί στη πραγματικότητα για τον εαυτό του την εκμετάλλευση του Ξενοδοχείου, οπότε κερδοσοπεί μεν έμμεσα με την απόληψη των κερδών του ιδιόκτητου Ξενοδοχείου του, πλην όμως επωμίζεται ο ίδιος και τον οικοομικό κίνδυνο από την εκμετάλλευσή του (ΟλΑΠ 2/2013 Νόμος).

[quote text_size=»small»]

Συμπερασματικά, κοινή συνισταμένη όλων των παραπάνω απόψεων αποτελεί η υιοθέτηση μιας συγκεκριμένης κατά περίπτωση αξιολόγησης των πραγματικών περιστατικών, η οποία οδηγεί κατά κανόνα στην κάμψη της νομικής προσωπικότητας με προέχον πάντοτε χαρακτηριστικό την κατάχρηση δικαιώματος, ενώ παράλληλα διαπιστώνεται αδυναμία διαμόρφωσης ενός ενιαίου κριτηρίου για την κατάφαση ή μη της κάμψης.

[/quote]

Έτσι ως κάμψη νοείται η κατά κάποιο τρόπο περιπτωσιολογική και πάντως εξαιρετική διάτρηση του εταιρικού πέπλου είτε λόγω καταχρηστικής άσκησής του, είτε ως συνέπεια εφαρμογής κανόνα δικαίου, δικαιοκρατικά υπέρτερου, που αξιώνει την κάμψη της αυτοτέλειας για την πραγμάτωση του σκοπού του. Αυτός ο εγγενώς εξαιρετικός αλλά και πλουραλιστικός χαρακτήρας του θέματος, εκδηλώνεται όπως είναι φυσικό σε πολλά νομικά πεδία. Δεν υπάρχει δηλαδή μια ενότητα νομικού λόγου που να επιτρέπει την πλήρη συστηματοποίηση. Τόσο οι περιπτώσεις προστασίας (τρίτοι δανειστές, προστασία της μειοψηφίας από καταχρηστικές αποφάσεις της πλειοψηφίας, το δημόσιο και ιδίως η φορολογούσα αρχή) όσο και λοιπές δικαιοπολιτικές λειτουργίες (πχ συνδεδεμένες επιχειρήσεις, φορολογία, ανταγωνισμός) θέτους πολύμορφα και ετερογενή μεταξύ τους ζητήματα. Όταν λοιπόν η χρήση της κεφαλαιουχικής εταιρείας γίνεται προς επίτευξη σκοπών διαφορετικών από εκείνους, για την πραγμάτωση των οποίων εχει προορισθεί από την έννομη τάξη να επιδιώκει, η χρήση αυτή είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη.

Η καταχρηστική αυτή συμπεριφορά δεν ρυθμίζεται ειδικά από τον νόμο, εντάσσεται όμως στο ρυθμιστικό πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 281 του Α.Κ., ώστε οι συνέπειές της αντιμετωπίζονται σε αναλογία με τις συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος. Για την άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, απαραίτητη προυπόθση είναι κατ’ αρχάς η συγκέντρωση των ουσιωδών εξουσιών διαχείρισης και εκπροσώπησης στο εντέλει συνυπεύθυνο φυσικό πρόσωπο, είτε εξαιτίας της μονομετοχικής σύνθεσής του, είτε δια της κυριαρχίας ενός βασικού μετόχου είτε και λόγω της ιδιότητας του φισικού προσώπου (που είναι ο μοναδικός μέτοχος ή κάτοχος του μεγαλύτερου μέρους των μεριδίων/μετοχών) ως διαχειριστή (ΟλΑπ 5/1996, ΕλλΔ 37/1046). Απαιτείται όμως επιπλέον και η συνδρομή συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών τα οποία καταδεικνύουν βούληση του φυσικού αυτού προσώπου για την καταστρατήγηση των διατάξεων που αφορούν στα νομικά πρόσωπα (Καράς, Εγχειρίδιον Εμπορικού Δικαίου, Α, 1962, παρ. 131 επ., Παμπούκης, Συνέπειες της εμπορικότητας 1986, παρ. 44ΙΙ, Αθ. Λιακόπουλος οπ σελ. 173, Ν. Ρόκα Εμπορικές Εταιρείες εδ 2η, παρ. 32. Σελ. 166, ΠΠΠειρ 1742/2001). Τέτοια κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας ΑΕ υπάρχει όταν ο κυρίαρχος εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα για να καταστρατηγήσει το νόμο, δηλαδή για να προκαλέσει δολίως ζημία σε τρίτο ή για να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του (ΑΠ Ολ 2/2013, ΑΠ 330/2010, ΧρΙδΔ 2011, 207, ΑΠ 1910/2009, ΕφΑΔ 2010, 913 με παρατηρήσεις Κ. Ρήγα, ΠΠΠειρ 1673/2003, ΔΕΕ 2003/791, ΕΕμπΔ 2004/80, 535, ΠΠΠειρ 4208/1999 ΝοΒ 2000, 82, ΠΠΠειρ 2400/2010, ΔΕΕ 2011/59). Έχουν κριθεί νομολογιακά ως συγκεκριμένες συμπεριφορές κατάχρησης της αυτοτέλειας κεφαλαιουχικής εταιρείας, οι παρακάτω. · Σύγχιση της περιουσίας του ν.π. με την ατομική – τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν ο μοναδικός ή κυρίαρχος εταίρος ή και νόμιμος εκπρόσωπόςτης χρησιμοποιεί την εταιρική περιουσία για δικές του δραστηριότητες ή αντιστρόφως. Τούτο συμβαίνει κυρίως στην περίπτωση, που αυτός μεταφέρει περιουσιακά στοιχεία ή μετρητά της κεφαλαιουχικής εταιρείας στην ατομική του περιουσία είτε απευθείας είτε μέσω παρενθέτων προσώπων (ΑΠΟλ 2/2013, ΑΠ 1910/2009, ΕφΑΔ 2010.913, ΑΠ 9/2009, ΔΕΕ 2009: 800, ΕφΠειρ 369/2010, ΕΝΔ 2011:319). · Υποκεφαλαιοδότηση ή ανεπαρκής χρηματοδότηση της ΑΕ – Ανεπαρκώς χρηματοδοτούμενη ή υποκεφαλαιοδοτημένο είναι το νομικό πρόσωπο, της οποίας το κεφάλαιο είναι προφανές δυσανάλογο σε σχέση με τις υποχρεώσεις της κατά τους κανόνες της οικονομικής επιστήμης, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τα συναλλακτικά ήθη. Η ανεπαρκής χρηματοδότησης της τυγχάνει καταχρηστική, όταν γίνεται από την πλευρά του μοναδικού ή κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου για την καταστρατήγηση του νόμου, δηλαδή για την δόλια πρόκληση ζημίας σε τρίτους ή/και την αποφυγή της εκπλήρωσης υποχρεώσεων έναντι τρίτων (ΑΠ Ολ. 2/2013). · Εικονικότητα. Υπό αυτή την έννοια εικονική θεωρείται μια κεφαλαιουχική εταιρεία που δε διαθέτει ξεχωριστή εσωτερική οργάνωση (λ.χ. ανυπαρξία Δ.Σ. και Γ.Σ. η ίδια επαγγελματική εγκατάσταση), καλύπτει δε αθέμιτες επιδιώξεις του μοναδικού ή κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου ή και νομίμου εκπροσώπου της (καταστρατήγηση του νόμου, δόλια πρόκληση ζημίας σε τρίτους ή/και αποφυγή εκπληρώσεως υποχρεώσεων).

Απαιτείται λοιπόν ο παραπάνω μέτοχος ή εταίρος να συναλλάσσεαι υπό την εταιρική επωνυμία αλλά για δικό του αποκλειστικό όφειλος (ΑΠ 1910/2009 ΕΕμπΔ 61 970, ΕφΠειρ 574/2004 ΔΕΕ 2004.1162, ΕφΠειρ 346/2004 ΕΝΔ 32.194, ΑΠ 2/2013). · Η παράλληλη διεξαγωγή ομοειδών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων σε εταιρική και ατομική βάση (π.χ. ίδιο ή παρόμοιο σήμα και γενικότερα ταυτόσημα ή ομοιάζοντα διακριτικά γνωρίσματα), όπως και στην εν θέματι υπόθεση (ΑΠ 149/2013). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ. Η άρση της αυτοτέλειας της κεφαλαιουχικής εταιρείας συνιστά άρνηση της προεκτεθείσας αρχής του χωρισμού. Έγκειται πιο συγκεκριμένα στην παραγνώριση της αυτοτέλειας της έναντι των εταίρων της και στην ταύτιση της κατ’ επέκταση μ’ αυτούς, ούτως ώστε έννομες συνέπειες, που αφορούν αποκλειστικά την εταιρεία να ισχύουν και ως προς τους εταίρους της. Η άρση της αυτοτέλειας είναι προσωρινή και περιορισμένη, δηλαδή δεν καταλύεται η ίδια η νομική προσωπικότητα της εταιρείας, αντιθέτως η περιουσιακή της αυτοτέλεια παραμερίζεται μόνο για την συγκεκριμένη υπό κρίση συναλλαγή (ΑΠ 2/2013). Επομένως η άρση της αυτοτέλειας της ανώνυμης εταιρείας έχει ως έννομη συνέπεια το ότι τόσο η εταιρεία όσο και ο βασικός της μέτοχός και όλοι οι μέτοχοι παραμένουν οφειλέτες, που ευθύνονται πλέον από κοινού και εις ολόκληρο (άρ 481 ΑΚ) για τις ζημιογόνες συνέπειες (άρθρ 926 ΑΚ) της συναλλαγής τους, δηλαδή δημιουργείται ένας πρόσθετος οφειλέτης στον οποίο επεκτείνονται (διαχέονται) οι συνέπειες αυτές με κατεύθυνση είτε από την εταιρεία προς το βασικό μέτοχο ή εταίρο είτε με αντίστροφη κατεύθυνση (ΑΠ Ολ. 2/2013, ΕφΠειρ 213/2007 Νομος, ΕφΠειρ 348/2005 ΠειρΝ 2005/310). Η εις ολόκληρον ευθύνη του μοναδικού ή του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου με την Μ.ΕΠΕ δύνανται να θεμελιώνεται είτε στην αναγνώριση της ενδοσυμβατικής του ευθύνης κατά τά άρθρα 477 και 481 του ΑΚ για τα χρέη της εξαιτίας αθέμιτης μετάθεσης κινδύνου στη Μ.ΕΠΕ από τη δική του στην πραγματικότητα επιχειρηματικη δραστηριότητα, είτε στην αναγνώριση της αδικοπρακτικής του ευθύνης κατά το άρθρο 926 ΑΚ εξαιτίας υπαίτιας πρόκλησης ζημίας σε τρίτον δια της κατάχρησης του θεσμου της ΑΕ (ΑΠ Ολ. 2/2013, βλ. και Ρήγα ΝοΒ 2014,25) απλήρωτους. δεδομένου ότι συστάθηκαν με σκοπό ν’ απορροφούν μόνο υποχρεώσεις

Previous articleΗ ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΒΕΛΙΟΥ
Next articleΠΟΤΕ ΘΑ ΡΘΟΥΝ ΟΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ
ΡΑΝΙΑ ΒΑΛΕΝΤΗ
Η Ράνια είναι Δικηγόρος παρ΄ΑΡΕΙΩ ΠΑΓΟ Εκπαίδευση: Πτυχίο Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (1988). Μέλος: Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιά , Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω Προαγωγή στο Εφετείο Πειραιά (1995) Προαγωγή στον Άρειο Πάγο (2000). Ξένες Γλώσσες: Αγγλικά (άπταιστα), Γαλλικά (δυνατότητα επικοινωνίας), Ιταλικά (δυνατότητα επικοινωνίας). Τομείς Εξειδίκευσης: Εμπορικό Δίκαιο (Συμβάσεις, Αξιόγραφα, Δίκαιο Εταιρειών, Δίκαιο Ανταγωνισμού, Δίκαιο Βιομηχανικής ιδιοκτησίας, Σήμα, Πτωχευτικό Δίκαιο), Τραπεζικό Δίκαιο, Δίκαιο Συμβάσεων, Επιχειρηματικό Δίκαιο, Ναυτικό Δίκαιο, Αεροπορικό Δίκαιο, Τουριστικό και Ξενοδοχειακό Δίκαιο, Αστικό Δίκαιο (Οικογενειακό Δίκαιο, Ενοχικό Δίκαιο, Εμπράγματο Δίκαιο, Κληρονομικό Δίκαιο), Ποινικό Δίκαιο (κυρίως οικονομικού ενδιαφέροντος), Διοικητικό Δίκαιο, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης, Συγχωνεύσεις, Συμβάσεις leasing, franchising, factoring, σύνταξη συμβάσεων, συμβουλευτική δικηγορία, εκπόνηση γνωμοδοτήσεων, είσπραξη επισφαλών απαιτήσεων, ζητήματα ακινήτων, εμπορικών και αστικών μισθώσεων και γενικά μ όλο το φάσμα του Επιχειρηματικού, Εμπορικού, Αστικού και Ποινικού Δικαίου αλλά και ετέρων υποθέσεων αναλόγου ή/και ευρύτερου ενδιαφέροντος με μεγάλη δικαστηριακή πρακτική και εμπειρία. Από τον Μάρτιο του 1991 έως και τον Ιανουάριο του 1994, η Ουρανία Βαλεντή ασχολήθηκε ουσιαστικά με υποθέσεις τραπεζικού, επιχειρηματικού, εμπορικού, ναυτικού δικαίου, ιδιωτικού διεθνούς, και ιδία τη κατάρτιση συμβάσεων δανειοδοτήσεων, μισθώσεων, υποθηκών, παρακολουθηματικών δανειοδοτήσεως συμφώνων και με πλείστες δικαστηριακές υποθέσεις, με το ίδιο αντικείμενο. Στα ζητήματα τραπεζικών συναλλαγών ενεργούσε για λογαριασμό πλείστων διεθνών και ημεδαπών Τραπεζικών Οργανισμών μεταξύ των οποίων τη ΑΒΝ ΑΜRΟ ΒΑΝΚ Ν.V. και CATRADE όπως επίσης χειρίστηκε υποθέσεις πολυεθνικών εταιρειών, εγκατεστημένων ή μη στην Ελλάδα όπως η BP και ΑRMADA. Με τη σύσταση ημεδαπών κεφαλαιουχικών εταιρειών καθώς και την σύσταση και νομιμοποίηση υπεράκτιων και εγχώριων ναυτιλιακών εταιρειών. Ομοίως εκπονούσε γνωμοδοτήσεις επί θεμάτων εμπορικού, επιχειρηματικού και κυρίως τραπεζικού δικαίου. Συμμετείχε σε επιστημονική ομάδα για την σύνταξη της συμβάσεως χρηματοδοτικής μίσθωσης (leasing) και των παρακολουθηματικών αυτής εγγράφων για λογαριασμό της Τράπεζας ABN AMRO ΒΑΝΚ. Ομοίως, στην σύνταξη συμβάσεων παραχωρήσεως τεχνογνωσίας (franchising) για λογαριασμό αλλοδαπής πολυεθνικής εταιρείας, συμβάσεων χρηματοδοτικής αναλήψεως απαιτήσεων (factoring), εκπονούσα γνωμοδοτήσεις γενικής φύσεως και ασχολήθηκε με τις αγοραπωλησίες και χρηματοδοτήσεις πλοίων από πλευράς αλλοδαπών κυρίως τραπεζών ή/και εφοπλιστών, εκπόνησε γνωμοδοτήσεις επί θεμάτων τραπεζικού δικαίου, ενασχολήθηκε με τη σύσταση κεφαλαιουχικών εταιρειών, ναυτικών (ημεδαπών και αλλοδαπών) και υπεράκτιων εταιρειών, χειρισθείσα παράλληλα υποθέσεις γενικής μαχόμενης δικηγορίας σε αστικές, διοικητικές και εμπορικές διαφορές. Από τον Ιανουάριο του 1994 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 1999 συνεργάστηκε ως εξωτερική δικηγόρος με την Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδος Α.Ε. (μετονομασθείσα μεταγενέστερα σε Εγνατία Τράπεζα Α.Ε.) και ανέλαβε την παρακολούθηση και χειρισμό όλων ανεξαιρέτως των υποθέσεων του Ναυτιλιακού Καταστήματος της Τράπεζας στον Πειραιά, χρηματοδοτήσεις ναυτιλίας, σύνταξη δανειακών Συμβάσεων [στην Αγγλική και Ελληνική γλώσσα] και παρακολουθηματικών –εξασφαλιστικών αυτών συμφώνων-παραρτημάτων, νομιμοποιήσεις εταιρειών καθώς και την υποστήριξη όλων των δικαστικών και εξωδίκων διαφορών που ενέκυψαν, με πλείστες παραστάσεις σε δικαστήρια προς υποστήριξη των οικονομικών συμφερόντων της. Ομοίως ανέλαβε υποθέσεις δικαστικής είσπραξης επισφαλών απαιτήσεων μη εξαντλουμένων στις ναυτιλιακού χαρακτήρα χρηματοδοτήσεις της Τράπεζας αλλά σε όλες γενικά τις υποθέσεις της, με μεγάλη εμπειρία στο δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης. Από τον Δεκέμβριο του 1998 επιλέχθηκε ως επιθεωρήτρια - legal auditor και διενέργησε νομικό έλεγχο όλων ανεξαιρέτως των ενεργών συμβάσεων στα Καταστήματα της εν λόγω Τράπεζας στο Νομό Αττικής. Ιδρύτρια – μέλος του γραφείου μας και έχουσα τη γενική διεύθυνση και εποπτεία του.

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.