Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017
ανοιγει ο διαλογοσ για το νεο εσυ

ΑΝΟΙΓΕΙ Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΕΣΥ

του ΟΔΥΣΣΕΑ ΒΟΥΔΟΥΡΗ

Με την ευκαιρία του πρώτου νομοσχεδίου για το ΕΣΥ που ψηφίστηκε από την Βουλή και ορμώμενος από την πρόσφατη δήλωση του πρωθυπουργού: πετύχαμε το ακατόρθωτο, να αποφύγουμε την κατάρρευση και να κερδίσουμε το χρόνο για τις μεγάλες αλλαγές που για χρόνια κανένας δεν τόλμησε, οφείλουμε να ανοίξουμε έναν εθνικό διάλογο για το θέμα της Υγείας στην χώρα μας.

Όντως η αποφυγή της κατάρρευσης είναι ένα μεγάλο επίτευγμα, το οποίο όμως θα είναι μάταιο εάν τώρα δεν βάλουμε μπρος τις μεγάλες αλλαγές που θα αλλάξουν την χώρα μας. Στον δρόμο αυτό, η Υγεία είναι από τις πρώτες προτεραιότητες. Σε αυτό το δύσκολο έργο επιτάσσεται πρώτα απ’ όλα να εντοπίσουμε τα λάθη του παρελθόντος και να μην τα επαναλάβουμε.

Στην χώρα μας διαχρονικά επικρατεί η σύγχυση μεταξύ Υγείας και νοσοκομείων. Σχεδόν όλοι οι αρμόδιοι Υπουργοί έδρασαν, όχι ως Υπουργοί Υγείας, αλλά ως Υπουργοί των Νοσοκομείων και πιο συγκεκριμένα ως Υπουργοί των Κρατικών Νοσοκομείων. Τα νοσοκομεία όμως δεν είναι παρά ένα εργαλείο για την υγεία και όχι το μοναδικό. Η βελτίωση των νοσοκομείων δεν έχει νόημα παρά μόνο σε σχέση με τον σκοπό που πρέπει να υπηρετήσουν (την υγεία των ελλήνων) και πάντα σε συνάρτηση με τα άλλα εργαλεία (πρωτοβάθμια φροντίδα, πρόληψη, αγωγή υγείας κλπ.).

Συνεπώς η «μεγάλη αλλαγή» για την οποία μιλάει ο Πρωθυπουργός, πρέπει να ξεκινήσει στο θέμα της Υγείας από την καταγραφή του προβλήματος της Υγείας στην Ελλάδα. Από την καταγραφή αυτή θα προκύψουν οι σχεδιαζόμενες μεταρρυθμίσεις που θα αφορούν βέβαια και τα νοσοκομεία, τα κρατικά όπως και όλα όσα, επί της επικράτειας, συμμετέχουν στην δευτεροβάθμια φροντίδα υγείας. Δυστυχώς οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες μέχρι σήμερα, ακόμα και οι πιο σωστές, ξεκίνησαν αντίστροφα.

Η κατάσταση της υγείας των ελλήνων σήμερα

Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι. Από τι υποφέρει η υγεία των ελλήνων σήμερα; Λίγα παραδείγματα.

Με 250.000 εκτρώσεις τον χρόνο κατέχουμε το πανευρωπαϊκό ρεκόρ (στην Αγγλία για έναν πληθυσμό εξαπλάσιο γίνονται 190.000). Έχουμε αναγάγει την έκτρωση σε κατ’ επιλογήν μέθοδο αντισύλληψης! Η συνέπεια είναι ότι περίπου μια ελληνίδα στις 3 παρουσιάζει πρόβλημα στειρότητας με αποτέλεσμα να έχουμε το μεγαλύτερο ποσοστό (ιδιωτικών) κέντρων εξωσωματικής γονιμοποίησης στην Ευρώπη. Το γεγονός αυτό είναι μια υγειονομική εθνική καταστροφή τόσο σε ανθρώπινο επίπεδο όσο και σε οικονομικό.

Στην Ελλάδα έχει γίνει πραγματικότητα αυτό που ούτε η φαντασία του Aldous Huxley δεν θα είχε συλλάβει: να γεννάνε περισσότερες γυναίκες  με χειρουργική επέμβαση απ’ ότι με φυσιολογικό τοκετό. Μόνο 45% των γυναικών γεννάνε φυσιολογικά και το 55% με καισαρική τομή στο χειρουργείο. Στην Αγγλία το ποσοστό των καισαρικών είναι 24%, στην Ολλανδία 14%.

Στην Ελλάδα πεθαίνουν ετησίως 26.000 άνθρωποι από καρκίνο. Είναι γνωστό πόσο δύσκολη είναι η τελική φάση αυτή της ασθένειας. Για τον λόγο αυτό έχουν δημιουργηθεί τα κέντρα παρηγοριτικής ιατρικής. Σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές θα έπρεπε να διαθέτουμε 550 κλίνες και 165 εξειδικευμένους ιατρούς. Στην Αγγλία π.χ. υπηρετούν σε αυτή την ειδικότητα περίπου 900 ιατροί. Στην Ελλάδα τα λιγοστά κέντρα, που μετρούνται στα δάκτυλα ενός χεριού, δουλεύουν αποκλειστικά σε εθελοντική βάση!

Στην Ελλάδα πεθαίνουν ετησίως 1400 άτομα από τροχαία ατυχήματα και χιλιάδες άλλα τραυματίζονται ή μένουν ανάπηρα. Αποτελεί την πρώτη αιτία θανάτων για τους νέους 15 ως 25 ετών στην χώρα μας. Στην Γερμανία ο αριθμός αυτός είναι μικρότερος κατά το ήμισυ για έναν πληθυσμό οκταπλάσιο!

Αυτά είναι μόνο λίγα από τα καθημερινά δράματα που χαρακτηρίζουν την «Υγεία» στην χώρα μας. Ποτέ δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα σε επίπεδο Υπουργείου Υγείας μια ολοκληρωμένη καταγραφή αυτής της κατάστασης. Η καταγραφή αυτή είναι τα πρώτο αναγκαίο βήμα για ένα υπουργείο που αξίζει πραγματικά την ονομασία «Υπουργείο Υγείας» και δεν περιορίζεται να είναι ένα υπουργείο των ιατρικών υποδομών.

Τι σημαίνει «Εθνικό Σύστημα Υγείας»

Η αντιμετώπισή των προβλημάτων της υγείας των ελλήνων απαιτεί ένα εθνικό πρόγραμμα με εθνικούς στόχους υγείας, μετρήσιμους και με χρονοδιάγραμμα. Η υλοποίηση αυτού του προγράμματος απαιτεί την αναδιάταξη όλου του συστήματος υγείας, από τον ιδιώτη ιατρό που πρωτοβλέπει έναν ασθενή για ένα συνηθισμένο σύμπτωμα μέχρι τον χειρουργό τριτοβάθμιου νοσοκομείου που πραγματοποιεί μια πολύ εξειδικευμένη επέμβαση. Από τον δάσκαλο που αναλαμβάνει την αγωγή υγείας στην τάξη του μέχρι τον αστυνομικό που εξασφαλίζει την τήρηση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Από τον γιατρό δημόσιας υγείας που καταρτίζει ένα πρόγραμμα πρόληψης μέχρι τον εθελοντή που συμβάλει στην υλοποίησή του. Καμία ψηφίδα του παζλ δεν λειτουργεί ξεχωριστά.

Είναι μάταιο να προσπαθήσουμε να μεταρρυθμίσουμε ξεχωριστά την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ) από την Δευτεροβάθμια Φροντίδα, τον κρατικό τομέα από τον ιδιωτικό. Για τον λόγο αυτό ο Γιώργος Γεννηματάς είχε τονίσει ότι το ΕΣΥ μπορεί να προσφέρει αυτά που απαιτούν οι πολίτες, μόνο αν είναι «Εθνικό», αν είναι «Σύστημα» και αν είναι «Υγείας». Ας αναλύσουμε τι σημαίνει σήμερα αυτή η πάντα επίκαιρη τοποθέτηση.

«Εθνικό»

Δικαιολογημένα το ΕΣΥ χαρακτηρίζεται «εθνικό» και όχι «κρατικό». Σήμερα αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούν να μείνουν έξω από το σύστημα υγείας της χώρας μας το 80% των ιδιωτών ιατρών που de facto εξασφαλίζουν το μεγαλύτερο μέρος της ΠΦΥ, κυρίως στις πόλεις. Δεν μπορεί να μείνει έξω από τον εθνικό προγραμματισμό το μισό νοσηλευτικό σύστημα της χώρας, το οποίο δεν είναι κρατικό. Αντί υποκριτικά να θεωρούμε τον ιδιωτικό τομέα ως ένα «αναγκαίο κακό» που πρέπει να περιορίσουμε, οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι είναι μέρος του εθνικού συστήματος, του οποίου πρέπει να εποπτεύουμε την σωστή ιατρική λειτουργία και να το εντάξουμε στον χάρτη υγείας και τον εθνικό επιχειρησιακό σχεδιασμό υγείας.

«Σύστημα»

Το ΕΣΥ πρέπει να είναι λειτουργικό σύστημα και όχι άμορφο άθροισμα ασυντόνιστων υπηρεσιών. Το νοσοκομείο πρέπει να συντονίζεται με τους διακριτούς φορείς της ΠΦΥ, οι οποίοι πρέπει να στηρίζουν τις δράσεις πρόληψης, η αγωγή υγείας να στηρίζεται από τους ιατρούς των νοσοκομείων κοκ. Σήμερα είναι προφανές πλέον ότι αυτό το σύστημα δεν μπορεί να σταθεί με την υπέρ-συγκεντρωτική του, αθηνοκεντρική μορφή. Το Υπουργείο της Αριστοτέλους 17, με τους 1100 υπαλλήλους, που διοικεί τα 130 νοσοκομεία, τις εκατοντάδες Κέντρα Υγείας, αποφασίζοντας κάθε λεπτομέρεια της καθημερινότητας τους, ανήκει στο παρελθόν. Η κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου, όπως σε κάθε σύγχρονο κράτος, πρέπει να έχει αποκλειστικά επιτελικό ρόλο. Το νέο «σύστημα» του ΕΣΥ πρέπει να έχει περιφερειακή συγκρότηση. Και η περιφερειακή συγκρότηση, για να μην είναι ένας επιπλέον γραφειοκρατικός ενδιάμεσος θεσμός, πρέπει να υπακούει στην απαράβατη αρχή: το Υπουργείο αποφασίζει για την Περιφέρεια και η Περιφερειακή Διοίκηση για τις αποκεντρωμένες μονάδες. Μια τέτοια σχέση βασίζεται υποχρεωτικά σε μια συμφωνία στόχων και μέσων μεταξύ Υπουργείου και Περιφέρειας. Και επιβάλλει την επεξεργασία επιχειρησιακών σχεδίων, όπως είχε θεσπίσει ο νόμος 2889/2001.

«Υγείας»

Το «εθνικό σύστημα» εξυπηρετεί την Υγεία. Αυτό σημαίνει ότι το Υπουργείο καθορίζει εθνικούς στόχους υγείας, την υλοποίηση των οποίων παρακολουθεί βάσει μετρίσιμων δεικτών και συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος. Η Κυβέρνηση δεσμεύεται ως προς τους πολίτες για την εμπρόθεσμη υλοποίηση των στόχων και το Υπουργείο Υγείας παρακολουθεί και ρυθμίζει τις δράσεις, τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και σε περιφερειακό, στο πλαίσιο της αποκέντρωσης που περιγράψαμε πιο πάνω.

Η επιλογή μεταξύ δυο δρόμων

Από την αξιολόγηση του ΕΣΥ σήμερα, δυο ειδών διαφορετικές εκτιμήσεις μπορούν να διεξαχθούν. Σύμφωνα με την πρώτη, το ΕΣΥ χρειάζεται ένα «ξεσκόνισμα», μια αναβάθμιση όπως αυτές που κάθε οργανισμός απαιτεί ανά καιρό. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, το ΕΣΥ ανταποκρίνεται επί της ουσίας στον ρόλο του, ικανοποιεί τις ανάγκες των πολιτών, και χρειάζεται απλώς μια επικαιροποίηση για την βελτίωσή του.

Σύμφωνα με την δεύτερη άποψη, η αδράνεια, η πελατειακή πολιτική διαφόρων κυβερνήσεων, ειδικά την τελευταία πενταετία, έχουν επιφέρει στρεβλώσεις στο πυρήνα του συστήματος με αποτέλεσμα να κυριεύεται από συντεχνιακά μικρά και μεγάλα συμφέροντα, να αποτελεί πρωταρχική αιτία του δημόσιου ελλείμματος χωρίς να πιάνουν τόπο τα χρήματα που δαπανώνται, να βαρύνεται από τέτοια γραφειοκρατία που η μεταρρύθμισή του να εμφανίζεται ως ηράκλειος άθλος.

Αν υιοθετήσουμε την πρώτη άποψη, θα οδηγηθούμε σε μια σειρά διαδοχικών ρυθμίσεων σε επιμέρους θέματα. Αν υιοθετήσουμε την δεύτερη θα πρέπει να κρατήσουμε την βάση του ΕΣΥ και πάνω σε αυτή να ανασυγκροτήσουμε, με έναν  ριζοσπαστικό νόμο-πλαίσιο, ένα  σύστημα με νέα δομή και νέες λειτουργικές αρχές. Ο πρώτος δρόμος απαιτεί απλώς οργανωτική δεινότητα. Ο δεύτερος απαιτεί την ίδια οργανωτική δεινότητα αλλά επιπλέον την ικανότητα πολιτικών τομών που εμπεριέχουν ρήξεις. Ο πρώτος δρόμος απαιτεί απλώς συμμαχίες μέσα στο χώρο της Υγείας. Ο δεύτερος επίσης, αλλά επιπλέον απαιτεί την κινητοποίηση του συνόλου της κοινωνίας, χωρίς την οποία καμία ρηξικέλευθη αλλαγή σε έναν τόσο κρίσιμο τομέα δεν μπορεί να γίνει.

Είχα την τύχη να βιώσω τον χώρο της Υγείας από πολλαπλές θέσεις: μάχιμος χειρουργός στην Ελλάδα και την Γαλλία, σύμβουλος σε θέματα αναδιοργάνωσης δημόσιων και ιδιωτικών μονάδων υγείας, επικεφαλής διεθνούς ανθρωπιστικής ιατρικής οργάνωσης (Γιατροί Χωρίς Σύνορα), επικεφαλής του Περιφερειακού Συστήματος Υγείας Πελοποννήσου (την περίοδο 2001-2004), και έχω καταλήξει στο εξής συμπέρασμα. Το σύστημα υγείας μιας χώρας είναι αναπόσπαστο μέρος του ίδιου του κοινωνικού συστήματος αυτής της χώρας. Η ουσιαστική του αλλαγή δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια απλή σειρά τεχνοκρατικών ρυθμιστικών μέτρων, αλλά ως μια βαθιά κοινωνική τομή στο πλαίσιο μιας ευρύτερης εθνικής μεταρρυθμιστικής αλλαγής. Δεν είναι τυχαίο ότι το ΕΣΥ ιδρύθηκε την δεκαετία του ’80, στην ανατρεπτική ορμή του ΠΑΣΟΚ. Δεν είναι τυχαίο επίσης ότι βάλτωσε στην συνέχεια, στο πλαίσιο μιας απομάκρυνσης διαφόρων κυβερνήσεων από την κοινωνική βάση.

Σήμερα η ουσιαστική αναβάθμιση του ΕΣΥ μπορεί να επιτευχθεί αν συνδυάσουμε την μεταρρυθμιστική πυγμή εκ των άνω με την κινητοποίηση της βάσης, στο πλαίσιο της γενικότερης αναδιοργάνωσης του δημόσιου τομέα. Αυτές είναι «οι μεγάλες αλλαγές που κανένας δεν τόλμησε», γι’ αυτές αξίζουν οι θυσίες που κάνουμε για να αποτρέψουμε την οικονομική κατάρρευση.