Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΥΡΙΔΗΣ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΥΡΙΔΗΣ

Ο Παναγιώτης είναι κατά βάση δημοσιογράφος, αν και τα τελευταία χρόνια ασχολείται ευρύτερα με την επικοινωνία. Γεννήθηκε στην Αθήνα, αλλά μεγάλωσε στο Ηράκλειο Κρήτης.
Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Διεθνείς Σχέσεις, και έκανε μεταπτυχιακό στις Στρατηγικές Σπουδές. Ως πολιτικό επιστήμονα και διεθνολόγο τον κέρδισε η δημοσιογραφία, όπου σε αυτήν βρήκε και τον κατάλληλο τρόπο έκφρασης των όσων σπούδασε και του άρεσε να ασχολείται. Επί μια δεκαετία εργάστηκε στην τηλεόραση (ΕΤ2, ΕΤ3, POLIS, ΣΚΑΙ) ως ρεπόρτερ, παρουσιαστής και αρχισυντάκτης εκπομπών, στο ραδιόφωνο (ΑΝΤ1, PLANET), στον περιοδικό Τύπο (ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ, ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ). Από το 1996 μέχρι και τον Ιούλιο του 2013 υπήρξε πολιτικός και διπλωματικός συντάκτης στην εφημερίδα ΕΞΠΡΕΣ κι από το 2004 ο βασικός συντελεστής της στήλης γνώμης «ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ». Επί σειρά ετών αρθρογραφεί στα περιοδικά ΕΠΙΛΟΓΗ και ΤΑΣΕΙΣ, ενώ από τον Ιούνιο του 2009 διατηρεί το new-Deal, το οποίο ίδρυσε μαζί με τον Αλφόνσο Βιτάλη.
Από το καλοκαίρι του 2012 ασχολείται πιο οργανωμένα με την πολιτική και εταιρική επικοινωνία, ως διευθύνων σύμβουλος της Apertus Alveo Communications...
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΥΡΙΔΗΣ
αγωνασ επιβιωσησ

ΑΓΩΝΑΣ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ

Στον αστερισμό της Τρόικας και της «δημοσιονομικής κατοχής» που έχει επιβληθεί στη χώρα, αγώνα επιβίωσης δεν δίνουν μόνο οι εργαζόμενοι, η μεσαία τάξη και ένα μέρος της επιχειρηματικής κοινότητας. Αγώνα …επιβίωσης δίνει και το πολιτικό σύστημα!

Η επιστολή των «τριών» κορυφαίων υπουργών (Ανδρέας Λοβέρδος, Γιάννης Ραγκούσης, Άννα Διαμαντοπούλου – η ομάδα «ΛΟ.Ρ.ΔΙ», όπως χαρακτηρίστηκε ήδη…) δεν θα πρέπει να ειδωθεί μόνο μέσα από το πρίσμα της προσωπικής αγωνίας τριών κορυφαίων στελεχών να εγγράψουν το πολιτικό τους στίγμα για την «επόμενη μέρα». Ούτε η κίνηση τους να περιοριστεί στο ασφυκτικό μικροκομματικό πλαίσιο ενός μελλοντικού αγώνα διαδοχής.Διότι το μεγαλύτερο ενδιαφέρον εντοπίζεται στο κοινό πολιτικό επιχείρημα που επικαλούνται, βάζοντας απέναντι στην πολιτική και την κοινωνία τον «συντεχνιασμό», ο οποίος κατά την άποψη τους «…είναι ο αντίπαλος». Ουσιαστικά, οι τρεις υπουργοί σπεύδουν να ακολουθήσουν το …δρόμο που πρώτος άνοιξε ο Αντώνης Σαμαράς, όταν τον περασμένο Ιούνιο επιτέθηκε ευθέως στην ηγεσία της ΓΕΝΟΠ και όχι μόνο…, όταν προ μιας εβδομάδας διεμήνυσε πως δεν θέλει την ψήφο των συνδικαλιστών και την περασμένη βδομάδα όταν προχώρησε στη διαγραφή του Θύμιου Λυμπερόπουλου.Ο πρόεδρος της ΝΔ, τότε και οι τρεις υπουργοί της μετά Παπανδρέου-Βενιζέλου γενιάς πολιτικών, τώρα, επιχειρούν να αποστασιοποιηθούν από τις πολιτικές συντεταγμένες του παρελθόντος όπου στις παρυφές του πολιτικού συστήματος, σε μια ιδιότυπη εξίσωση «συγκυβερνούσαν», η πολιτική τάξη, οι συνδικαλιστές και τα «διαπλεκόμενα» – στο βαθμό επιρροής που διέθεταν.

Είναι προφανές ότι με την παρουσία της Τρόικας και του διεθνούς ελέγχου στην παραπάνω εξίσωση οι «συνδικαλιστές» δεν χωρούν. Το ένστικτο αυτοσυντήρησης του πολιτικού συστήματος λοιπόν επιβάλλει τη ρήξη με τις «παλιές συμμαχίες» και ταυτοχρόνως τη δημιουργία ενός «εσωτερικού αντιπάλου» που αντιμάχεται τη «σωτηρία της πατρίδας» και απειλεί την έννομη τάξη.

Εξίσου προφανές, ωστόσο, είναι το γεγονός ότι η «στροφή» αυτή, βρίσκει τη συνδικαλιστική ηγεσία, απροετοίμαστη, αιφνιδιασμένη και αμήχανη. Οι αντιδράσεις είναι μάλλον σπασμωδικές. Ο πολιτικός λόγος εκλείπει για αυτό και οι περισσότερες αντιδράσεις τους δεν τυγχάνουν πολιτικής νομιμοποίησης.

Ωστόσο, η μάχη δεν έχει κριθεί. Οι συνδικαλιστές δεν έχουν άλλη επιλογή από το να αποτινάξουν την ιδιότητα του «μεσάζοντα» εξουσίας-εργαζομένων και να συνταχθούν απόλυτα με το «λαϊκό αίτημα και αίσθημα», συγκροτώντας ένα «λαϊκό μέτωπο», από όπου θα επιδιώξουν να αντλήσουν πολιτική επιρροή. Αρχικά σπεκουλάροντας με την «απελπισία» χιλιάδων ανθρώπων εργαζομένων που έχουν βρεθεί, ή θα βρεθούν στην ανεργία και δευτερευόντως διατυπώνοντας συνεκτικό πολιτικό λόγο, επί τη βάση αμφισβήτησης της (πολιτικής –  νομικής νομιμοποίησης) «αντισυνταγματικών» αποφάσεων που επιβάλλονται από το διεθνή έλεγχο και εκτελούνται από την τοπική εξουσία.