Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017
ΜΕΛΙΝΑ ΚΡΙΤΣΩΤΑΚΗ

ΜΕΛΙΝΑ ΚΡΙΤΣΩΤΑΚΗ

Η Μελίνα είναι γεωπόνος. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ολοκλήρωσε τις προπτυχιακές τις σπουδές στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο τμήμα Αγροτικής Οικονομίας & Ανάπτυξης. Κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στην Ολοκληρωμένη Ανάπτυξη Αγροτικού Χώρου από το ίδιο Πανεπιστήμιο. Έχει εργαστεί στον ΟΠΕΚΕΠΕ, στη Δ/νση Αγροτικής Ανάπτυξης στο τμήμα Οργάνωσης και Διαχείρισης Γεωργικών Εκμεταλλεύσεων και τώρα εργάζεται ως σύμβουλος αγροτικής ανάπτυξης.
ΜΕΛΙΝΑ ΚΡΙΤΣΩΤΑΚΗ
υδροπονια … η αγνωστη

ΥΔΡΟΠΟΝΙΑ … Η ΑΓΝΩΣΤΗ

Σε πολλές χώρες του κόσμου η υδροπονία σαν μέθοδος καλλιέργειας είναι από τις πλέον υποσχόμενες και δυναμικές. Στην Ελλάδα όμως, μάλλον δεν απολαμβάνει ανάλογης απήχησης.

Ξεχάστε, λοιπόν, χώματα και αναλύσεις εδάφους. Η υδροπονία σαν καλλιέργεια στηρίζεται στην ανάπτυξη των φυτών σε συγκεκριμένο, κάθε φορά, διάλυμα το οποίο αποτελείται επί το πλείστον από νερό. (Εξ” ου και το όνομα αυτής). Έτσι, το φυτό λαμβάνει τα απαραίτητα συστατικά που χρειάζεται για να αναπτυχθεί από το υδατικό θρεπτικό του διάλυμα. Πλεονέκτημα της υδροπονίας είναι ότι επιτρέπει τον απόλυτο έλεγχο της θρέψης των φυτών. Αυτό, όμως, αποτελεί ταυτόχρονα και μειονέκτημα. Το όποιο λάθος «φαίνεται» αμέσως και μπορεί να αποδειχτεί καταστροφικό για την παραγωγή.

ΥΔΡΟΠΟΝΊΑ: ΔΥΟ ΤΥΠΟΙ

Δύο είναι οι τύποι των υδροπονικών συστημάτων. Με υπόστρωμα και χωρίς.

Ως ανόργανα υποστρώματα χρησιμοποιούνται κυρίως: α. ο πετροβάμβακας (βασικά σε τομάτα, αγγούρι γιατί συγκρατεί μεγάλες ποσότητες θρεπτικού διαλύματος δεδομένου ότι οι πόροι του καταλαμβάνουν το 96% του όγκου του), β. η ελαφρόπετρα και γ. ο περλίτης (κυρίως σε πολυετείς καλλιέργειες).

Ειδικά η ελαφρόπετρα η οποία είναι εγχώρια πρώτη ύλη παρουσιάζει σημαντικές ιδιότητες. Για παράδειγμα μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί ή να διατεθεί στο περιβάλλον χωρίς να το επιβαρύνει. Επίσης, έχει ομοιογένεια, γεγονός που της προσδίδει ποιότητα σαν υπόστρωμα. Από τα οργανικά υποστρώματα, το κυριότερο είναι το coco soil. Δίδει ποιοτικό περιβάλλον ανάπτυξης για τα φυτά. Αποβάλλεται χωρίς να μολύνει το έδαφος. Όμως, απαιτεί συνεχή παρακολούθηση. Καθώς ως οργανικό υπόστρωμα δεν είναι εύκολο να «προβλεφθεί» η αντίδρασή του με το θρεπτικό διάλυμα.

Τέλος, χρησιμοποιούνται και μείγματα από οργανικά και ανόργανα υποστρώματα, όπως για παράδειγμα μείγμα τύρφης – βερμικουλίτη – περλίτη ή τύρφης – άμμου.

ΕΠΙΠΛΕΟΥΣΑ ΥΔΡΟΠΟΝΊΑ ΚΑΙ ΑΕΡΟΠΟΝΙΑ

Αν πάλι δεν χρησιμοποιηθεί υπόστρωμα τότε τα φυτά μπορούν να αναπτυχθούν σε κανάλια συνεχούς ή μη ροής θρεπτικού διαλύματος. Αυτά είναι το NFT (Nutrient Film Technique – καλλιέργεια σε μεμβράνη θρεπτικού διαλύματος), η επιπλέουσα υδροπονία και ο αέρας.

Τα κανάλια του NFT είναι συνήθως επενδυμένα με ειδικό πλαστικό (λευκό από την εξωτερική πλευρά και μαύρο από την εσωτερική) και έχουν χαμηλό κόστος εγκατάστασης.

Στην επιπλέουσα υδροπονία, κυρίως λαχανικά όπως π.χ. τα μαρούλια, τοποθετούνται σε ειδικά διαμορφωμένες πλάκες φελιζόλ με οπές στις θέσεις των φυτών οι οποίες επιπλέουν στη δεξαμενή που περιέχει το θρεπτικό διάλυμα.

Στην αεροπονία, από την άλλη, τα φυτά καλλιεργούνται σε πλάκες φελιζόλ με τις ρίζες τους να αναπτύσσονται στο διάκενο που υπάρχει κάτω από αυτές και ψεκάζονται περιοδικά (σε κατάσταση σκότους) με πολύ μικρά σταγονίδια θρεπτικού διαλύματος.

Ο λόγος που η υδροπονία κερδίζει έδαφος σε χώρες του εξωτερικού είναι γιατί μπορεί να αξιοποιήσει μέρη και εδάφη που η παραδοσιακή γεωργία αποτυγχάνει. Εφαρμόζεται σε περιοχές με ξηρά κλίματα ή σε πυκνοκατοικημένες αστικές περιοχές στις οποίες η γη είναι περιορισμένη.

Επίσης, σημαντικά είναι και τα περιβαλλοντικά οφέλη της μεθόδου. Η υδροπονία επιτρέπει την ανακύκλωση και επαναχρησιμοποίηση των θρεπτικών διαλυμάτων. Δεν χάνεται άσκοπα ή υπεραντλείται νερό όπως στη συμβατική γεωργία. Απαιτούνται ελάχιστα φυτοφάρμακα. Και προωθείται η παραγωγή προϊόντων τοπικά με συνέπεια την μείωση του κόστους μεταφοράς και τις εκπομπές ρύπων θερμοκηπίου.

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ ΚΑΤΑ ΚΟΡΟΝ;

Είναι όλα τόσο ρόδινα, λοιπόν, με την συγκεκριμένη μέθοδο καλλιέργειας; Γιατί δεν εφαρμόζεται, τότε, κατά κόρον;

Προφανώς και δεν είναι όλα τέλεια με τις υδροπονικές πρακτικές. Υπάρχει μια σειρά από δυσκολίες τις οποίες πρέπει να ξεπεράσει όποιος ενδιαφέρεται για αυτήν. Το βασικότερο, εκτός του ότι χρειάζεται συνεχή παρακολούθηση, είναι το κόστος επένδυσης. Αυτό αναγκάζει σε ένα μεγάλο προϋπολογισμό που χρειάζεται να έχει κάποιος προκαταβολικά.

Για παράδειγμα, ένα στρέμμα υδροπονίας κοστίζει περίπου 3.500 – 5.000 ευρώ, συν την κεφαλή υδρολίπανσης που εκτιμάται από 4.000 μέχρι και 20.000 ευρώ (αναλόγως των δυνατοτήτων της). Αν, πάλι, κάποιος ενδιαφέρεται για ένα full εξοπλισμένο, πλαστικό, υδροπονικό θερμοκήπιο τότε πρέπει να υπολογίζει πως θα απαιτηθούν περίπου 50.000 ευρώ/στρέμμα.

Υψηλά τα ποσά στις μέρες μας εκτός και αν ενταχθεί η καλλιέργεια σε κάποιο Σχέδιο Βελτίωσης και χρηματοδοτηθεί σε μεγάλο μέρος της.

Επίσης, ο φόβος και η μη σωστή ενημέρωση των παραγωγών τους προκαλεί δυσπιστία και άρνηση να την εφαρμόσουν. Θεωρούν πως χρειάζονται εξειδικευμένες γνώσεις τις οποίες δεν έχουν οι ίδιοι.

Μην ξεχνάμε, όμως, πως η υδροπονία ήταν το σύστημα παραγωγής που έδωσε την ανταγωνιστικότητα στον Ολλανδό παραγωγό να διαθέτει τα προϊόντα του στην Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη απολαμβάνοντας υψηλές τιμές.

Πρόκληση, επομένως, για τον Έλληνα αγρότη του σήμερα η υδροπονία να διαδραματίσει γι΄ αυτόν τον ίδιο ρόλο απέναντι στο χαμηλό κόστος παραγωγής των γειτόνων μας. Να προσφέρει υψηλότερη παραγωγή, καλύτερη ποιότητα και χαμηλότερο κόστος ανά κιλό (λιγότερα λιπάσματα και νερό) παραγωγής.

Το μέλλον θα δείξει!

Διαβάστε το προηγούμενο άρθρο της Μελίνας Κριτσωτάκη στο new deal