Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΙΩΑΚΕΙΜΙΔΗΣ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΙΩΑΚΕΙΜΙΔΗΣ

Ο Παναγιώτης Ιωακειμίδης διετέλεσε Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών ως το 2013. Σπούδασε πολιτικές, οικονομικές επιστήμες και Ευρωπαϊκά και Διεθνή θέματα στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, το Πανεπιστήμιο Αθηνών, το Πανεπιστήμιο Λονδίνου (London School of Economics-LSE), το Πανεπιστήμιο Manchester και το Πανεπιστήμιο του Amsterdam (Europa Institut). Διετέλεσε επίσης επισκέπτης καθηγητής: στη Σχολή Εθνικής Άμυνας και τη Σχολή Εθνικής Ασφάλειας καθώς και στο Κέντρο Διπλωματικών Σπουδών του Υπουργείου Εξωτερικών.
Έχει συμμετάσχει σε μεγάλο αριθμό συνεδρίων για θέματα Ευρωπαϊκής Ενοποίησης. Ως πρεσβευτής/εμπειρογνώμων του Υπουργείου Εξωτερικών έχει συμμετάσχει σε όλες τις σημαντικές διαπραγματεύσεις της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των Διακυβερνητικών Διασκέψεων για την επεξεργασία της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης, της Συνθήκης του Maastricht για την Ευρωπαϊκή Ένωση και της Συνθήκης του Amsterdam και των διαπραγματεύσεων για τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπήρξε ο εκπρόσωπος της Ελληνικής κυβέρνησης στη Διακυβερνητική Διάσκεψη για τη σύνταξη της Συνθήκης της Νίκαιας και αναπλ. μέλος της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης (Convention) για την επεξεργασία του Ευρωπαϊκού Συντάγματος. Μεταξύ άλλων έχει χρηματίσει: Πρόεδρος και Γενικός Διευθυντής του Ελληνικού Κέντρου Ευρωπαϊκών Μελετών (ΕΚΕΜ), μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΛΙΑΜΕΠ, μέλος του ΔΣ του ΟΠΕΚ, κ.ά..
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΙΩΑΚΕΙΜΙΔΗΣ
το παραμυθι τησ ελαφρυνσησ του χρεουσ

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΕΛΑΦΡΥΝΣΗΣ ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ

Μερικές φορές διερωτώμαι εάν εδώ, σε αυτή την χώρα, διαβάζουμε όλοι τα ίδια κείμενα που εκδίδονται από τους θεσμούς/όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) ή όχι. Εάν π.χ. η κυβέρνηση διαβάζει το ίδιο κείμενο με αυτό που διαβάζουμε οι υπόλοιποι θνητοί για την ελάφρυνση του χρέους που υιοθετήθηκε από το Eurogroup του περασμένου Μαΐου. Γιατί στο κείμενο αυτό έχει συμφωνηθεί ένας συγκεκριμένος οδικός χάρτης για την ελάφρυνση του χρέους, με την συγκατάθεση και της ελληνικής πλευράς, ο οποίος προβλέπει βραχυπρόθεσμα, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα μέτρα με λίγο-πολύ συγκεκριμένες ρυθμίσεις.

Επομένως, θέμα «ρύθμισης του χρέους μέχρι τέλους του έτους» δεν υπάρχει. Στην καλύτερη περίπτωση, μέχρι τέλους του έτους μπορούν να ληφθούν κάποια από τα βραχυπρόθεσμα μέτρα (σταθερά επιτόκια, κλπ.). Για όλα τα υπόλοιπα, μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος, το 2018, όπως προβλέπει η σχετική απόφαση –και, πάντως, μετά τις γερμανικές εκλογές. Ως εκ τούτου, καλόν είναι η ελληνική πλευρά να μην δημιουργεί «ανεκπλήρωτες προσδοκίες», αλλά να εμμείνει στην υλοποίηση των αποφάσεων του Eurogroup (που δεν είναι και τόσο αυτονόητη).

Η μακροχρόνια όμως διευθέτηση του χρέους δεν είναι καθόλου άσχετη με την γενικότερη αρχιτεκτονική της ευρωζώνης, της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ). Ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος ορθώς αναγνώρισε πρόσφατα ότι η ευρωζώνη έχει ατέλειες και ότι θα πρέπει να προβληματιστούμε «για το πού πάει η ευρωζώνη». Όντως να προβληματιστούμε. Αλλά η ίδια η κυβέρνηση έχει προβληματιστεί και ξέρει πού θα ήθελε να πάει η ευρωζώνη; Γιατί μέχρι στιγμής δεν έχουμε διαβάσει κάποια ολοκληρωμένη άποψη, κάποιο ελληνικό σχέδιο για το μέλλον της. Δεν ξέρουμε, για παράδειγμα, ποια είναι η κυβερνητική αντίδραση στην έκθεση των πέντε οργάνων της ΕΕ για την ολοκλήρωση της ΟΝΕ.

Η ΟΝΕ είναι όντως ένα ημιτελές οικοδόμημα. Στηρίζεται μόνον σε ένα σκέλος –την νομισματική ένωση– και θα πρέπει να ολοκληρωθεί με την οικονομική, την δημοσιονομική, την τραπεζική ένωση και τελικά την πολιτική ένωση, για να επιβιώσει ως ένα αποτελεσματικό και δημοκρατικά νομιμοποιημένο σύστημα. Διαφορετικά, η επιβίωσή της στηρίζεται σε εντελώς σαθρές βάσεις.

Για να γίνουν όμως όλα τα παραπάνω, υπάρχει μία βασική προϋπόθεση: η μεταφορά σημαντικού μέρους εθνικής κυριαρχίας στις Βρυξέλλες. Είναι έτοιμη η κυβέρνηση και ευρύτερα η Ελλάδα να προβεί στην εκχώρηση της κυριαρχίας αυτής, προκειμένου λ.χ. να δημιουργηθούν η θέση του υπουργού Οικονομικών για την Ευρωζώνη και ένα κεντρικό σύστημα κατάρτισης των εθνικών προϋπολογισμών, παράλληλα με ένα σύστημα μεταφοράς πόρων, αμοιβαιοποίησης του χρέους, απόκτηση «δημοσιονομικής ικανότητας» (προϋπολογισμού) από την ευρωζώνη, αναδιανεμητικών πολιτικών, κλπ.; Η εντύπωση που υπάρχει είναι ότι η κυβέρνηση μάλλον δεν είναι έτοιμη για μια τέτοια εκχώρηση κυριαρχίας.

Επομένως, τόσο στο θέμα του χρέους όσο και σε αυτό της «ατελούς ευρωζώνης» κατασκευάζονται νέα αφηγήματα (ή μύθοι) περισσότερο για εσωτερική κατανάλωση κα λιγότερο ως στοιχεία μίας συνεκτικής στρατηγικής για την χώρα και τη Ευρώπη.