Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017
ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ

Ο Δημοσθένης Δαββέτας, γεννήθηκε στην Αθήνα. Ζει και εργάζεται μεταξύ Παρισιού και Αθήνας. Ποιητής και συγγραφέας, ζωγράφος και performer γράφει ήδη από το 1982 άρθρα και δοκίμια για τα περιοδικά και τις εφημερίδες Art Forum, Art in America, Art Studio, Beaux-Arts Magazine, Galleries Magazines, Liberation, Parkett, Risk στις πολιτιστικές στήλες. Από το 2010 αρθρογραφεί για την εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος.
Σε όλη τη διάρκεια της πορείας του, συμμετέχει στην σύνταξη καταλόγων και μονογραφιών σημαντικών καλλιτεχνών για Μουσεία, ενώ δίνει διαλέξεις σε Σχολές Τέχνης και Πανεπιστήμια.
ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ
τεχνολατρεσ και απαισιοδοξολογοι

ΤΕΧΝΟΛΑΤΡΕΣ ΚΑΙ ΑΠΑΙΣΙΟΔΟΞΟΛΟΓΟΙ

Ζούμε σε μια εποχή, αυτή της παγκοσμιοποίησης, όπου δύο κυρίαρχες ιδεολογίες συγκρούονται μετωπικά κι ανελέητα. Από τη μία μεριά, οι ως τώρα κυρίαρχοι του παιχνιδιού (Google, Apple, Facebook και Amazon). Πρόκειται για ακραία φιλελεύθερους, για τεχνολάτρες, γι αυτούς που’ χουν βρει την λύση στην κρίση, μέσα από την τεχνολογική αισιοδοξία και τον ηλεκτρονικό ενθουσιασμό, , τους λεγόμενους Solutionnistes (από τη γαλλική λέξη solution που σημαίνει λύση). Αυτοί οι πρώτοι δεν παύουν να σημειώνουν περίτρανα τα τόσα καλά που’ χει φέρει η τεχνολογική έρευνα και καινοτομία: βελτίωση καθημερινή κι ανοδική προβλημάτων, π.χ., αυτοκινητιστικά δυστυχήματα, ποινικά αδικήματα, τρομοκρατία, υποσιτισμός, οικολογία, ιατρική βοήθεια, αθλητισμός κ.τ.λ.

Από την άλλη μεριά, στην αντίπαλη ιδεολογία, πολύ ισχυρή κι αυτή κι ας μην έχει προς το παρόν το πάνω χέρι που λέει κι ο λαός, βρίσκονται όσοι είναι αντι-φιλελεύθεροι, εθνοκυριαρχικοί, ευρωσκεπτικιστές και γενικές με σκληρή κριτική στάση εναντίον της παγκοσμιοποίησης, ένα είδος δύσπιστων στην «τεχνοαισιοδοξία» ως το όριο του να γίνουν «απαισιοδοξολόγοι». Η απαισιοδοξία, αν ξεπεράσει την εποικοδομητική κριτική, μπορεί να γίνει (που κι αυτό είναι σίγουρα μειονέκτημα) ένα άλλοθι για βόλεμα μέσα σε μια πολιτική ατμόσφαιρα «κλαυθμών και οδυρμών» που ζούνε μόνο μέσα από την δραματική αποσύνθεση, όπως πιστεύουν, των πραγμάτων και δεν είναι ικανοί να δουν τα όποια καλά της τεχνικής προόδου. Οι περισσότεροι παραδοσιακοί διανοούμενοι της αριστεράς, αλλά και πολλοί της παραδοσιακής δεξιάς, συναντώνται σ’ αυτήν την πορεία που νοσταλγεί μια άλλη οικονομία, μια άλλη πατρίδα, μια άλλη αντι-νεωτερική ζωή, όπου οι παραδόσεις παραμένουν ζωντανές και δρώσες. Κι εδώ τίθεται το επείγον ουσιαστικό ερώτημα: δεν υπάρχει άλλος δρόμος εκτός των ανωτέρω δύο, που όλο και πιο πολύ με τον χρόνο τραβούν ο καθένας προς τα άκρα του;

Ναι, υπάρχει, κατά την προσωπική μου άποψη. Πιστεύω ότι και οι δύο αντίπαλες ιδεολογίες, στο πλαίσιο της ακραίας αντιπαράθεσής τους, έχουν χάσει την επαφή τους μ’ αυτό που ονομάζουμε «πραγματικό». Η πραγματικότητα μας δίνει κάποια στοιχεία που δεν μπορούμε να τα’ αγνοήσουμε. Οι αριθμοί φανερώνουν πχ ότι η ελπίδα ζωής, το επίπεδό της, η εκπαίδευση, το περιβάλλον, η θέση της γυναίκας, τ’ ανθρώπινα δικαιώματα, η ισότητα, η πρόσβαση στην τροφή και γενικώς ο σημερινός κόσμος είναι καλύτερος σ’ αποτελέσματα απ’ αυτόν του πρώτου ημίσεως του 20ου αι. ως ακόμα την δεκαετία του ’50 (Σας παραπέμπω στο πρόσφατα εκδοθέν βιβλίο του Johan Norberg με τίτλο Όχι, δεν ήταν καλύτερα πριν (Non ce n’était pas mieux avant), εκδόσεις Plon, όπου θα βρείτε όλα τα προαναφερθέντα στατιστικά τεκμήρια).

Συνεπώς, μπορούμε να προχωρήσουμε σε μία σύνθεση των δύο αντίπαλων ιδεολογιών για να καλυτερεύσουμε την ζωή μας. Να πάρουμε από τους πρώτους την αισιοδοξία της καινοτομίας κι από τους δεύτερους τη διατήρηση κάποιων διαχρονικών πανανθρώπινων παραδοσιακών αξιών. Πιστεύω ότι είναι εφικτό. Αρκεί οι πολιτικοί να το δεχτούν και να το προγραμματίσουν εκπαιδευτικά. Π.χ., δεν χρειάζεται να πιστέψουμε (και είναι δόλιο λάθος) ότι δεν μπορούν να συνυπάρξουν ελληνική φιλοσοφία και σύγχρονη τεχνολογία. Ούτε ότι η οικονομία είναι το μόνο αίτημα. Οικονομία και πολιτισμός πάνε χέρι-χέρι, όπως μας διδάσκει ο Αριστοτέλης. Ας τον ακούσουμε.

Μπορούμε ν’ αγαπάμε παραδοσιακές αξίες όπως η οικογένεια και η πατρίδα (ως δέσμη πολιτισμικών πιστεύω και αρχών), να πιστεύουμε στον Θεό και ταυτόχρονα να υιοθετούμε την ελεύθερη διακίνηση των αγαθών παγκοσμίως ή να στηρίζουμε την τεχνολογική πρόοδο και κάθε δυνατότητα έρευνας και καινοτομίας. Στο σχολείο πρέπει να διδάσκουμε την κλασική ελληνική παιδεία και τα κείμενα, να ξέρουμε την ιστορία μας (κι όχι ν’ αφαιρούμε κεφάλαια για τον Μ. Αλέξανδρο ή να μειώνουμε τ’ αρχαία ελληνικά, όπως εγκληματικά κάνουν οι υπουργοί παιδείας της σημερινής κυβέρνησης), αλλά και παράλληλα να διδάσκουμε τις πιο σύγχρονες τεχνικές παγκόσμιες επιδόσεις, ωθώντας τους νέους στην έρευνα. Η πατρίδα και ο Θεός δεν είναι εχθροί της προόδου. Ας πάψουν να το χρησιμοποιούν οι «προοδευτικοί» ως ενοχικό τέχνασμα που ενοχοποιεί κι εμποδίζει την επαφή των ανθρώπων με τις ρίζες τους. Μέλλον δίχως ρίζες (και δεν το χρησιμοποιώ εδώ καθόλου νοσταλγικά) σημαίνει πολιτισμικό αλτσχάιμερ κι οικονομική δουλεία στους ισχυρούς του πλανήτη που γίνονται πλουσιότεροι κι ισχυρότεροι κι οι πολίτες αντίστοιχα γίνονται φτωχότεροι κι αδυνατότεροι.