Τρίτη, 24 Οκτωβρίου 2017
ΧΑΡΗΣ ΤΣΙΛΙΩΤΗΣ

ΧΑΡΗΣ ΤΣΙΛΙΩΤΗΣ

Ο Χάρης Μ. Τσιλιώτης είναι δικηγόρος Επίκουρος Καθηγητής Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.
ΧΑΡΗΣ ΤΣΙΛΙΩΤΗΣ
συνταγματικοι προβληματισμοι λογω εκταφησ βελιου

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΛΟΓΩ ΕΚΤΑΦΗΣ ΒΕΛΙΟΥ

Τις συνθήκες θανάτου του δημοσιογράφου Αλέξανδρου Βέλιου δεν γνωρίζω επακριβώς, δεν θα μπορούσα άλλωστε. Αυτές μόνο οι οικείοι του τις γνωρίζουν. Ο ίδιος σε ιδιόχειρο σημείωμά του λίγο πριν τον θάνατό του μιλά για «μη υποβοηθούμενη ευθανασία», όρος νομικά αδόκιμος, επινοηθείς μάλλον από τον ίδιο τον νεκρό. Η αλήθεια είναι ότι από τις περιστάσεις που έχουν δει το φως της δημοσιότητας υφίστανται ενδείξεις τελέσεως του αδικήματος του άρθρου 301 περ. β΄ Ποινικού Κώδικα (ΠΚ) (υποβοήθηση αυτοκτονίας), οπότε ο Προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Αθηνών διέταξε την εκταφή της σορού του εκλιπόντος στο πλαίσιο προανάκρισης που διενεργεί το Τμήμα Δίωξης Εγκλημάτων κατά της Ζωής της Ασφάλειας Αθηνών, για να διαπιστωθεί από τις ιστολογικές και τοξικολογικές εξετάσεις που θα πραγματοποιήσει η Ιατροδικαστική Υπηρεσία Αθηνών, εάν χορηγήθηκε στον εκλιπόντα θανατηφόρα ένεση και κατά συνέπεια εάν τελέστηκε και από ποιον το ως άνω ποινικό αδίκημα. Η παραπάνω ενέργεια του κ. Εισαγγελέα στηρίζεται καταρχήν στο νόμο.

Πλην, όμως, από την επιστημονική κοινότητα έχουν εκφρασθεί σοβαρές επιφυλάξεις για την συνταγματικότητα της ως άνω ποινικής διάταξης. Το θέμα είναι από συνταγματικής άποψης ιδιαίτερα περίπλοκο και έχει να κάνει με πλήθος ζητημάτων της θεωρίας και δογματικής του Δικαίου προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως το εάν υπάρχει δικαίωμα στον θάνατο, αυτοτελώς ή ως η αρνητική διάσταση του δικαιώματος στην ζωή (αρνητική ελευθερία), εάν τέλος πάντων υπάρχει δικαίωμα στον αξιοπρεπή και ανώδυνο θάνατο, άλλως δικαίωμα στην ευθανασία, από την άλλη εάν υπάρχει υποχρέωση για το Κράτος να προστατεύει την ανθρώπινη ζωή, αγαθό απόλυτο, ακόμη και εις βάρος της θέλησης του φορέα της, τέλος εάν το δικαίωμα στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια του νεκρού, που τον συνοδεύει μετά θάνατον, και το δικαίωμα στην προσωπικότητα και αξιοπρέπεια των οικείων του νεκρού απαιτούν να αναπαύεται το προσφιλές τους πρόσωπο εν ειρήνη και όχι με αναγκαστικές εκταφές. Στις παραπάνω νομικές παραμέτρους  προστίθενται και οι αντίστοιχες ηθικές, φιλοσοφικές και θρησκευτικές που κάνουν το ζήτημα ακόμη πιο περίπλοκο.

Πρόθεσή μου είναι να μην πάρω εδώ θέση ως προς το ζήτημα αυτό, που χρήζει ιδιαίτερης επιστημονικής ανάλυσης και δεν ενδείκνυται για επιπόλαιες και μονομερείς ιδεοληπτικές αναφορές, άρα απαιτεί μεγάλο χώρο και πολύ χρόνο. Θα περιορισθώ μόνο σε ένα επιμέρους, αλλά κρίσιμο νομικό θέμα.

Δεδομένου ότι εγείρονται ενστάσεις αντισυνταγματικότητας της εν λόγω διάταξης του άρθρου 301 ΠΚ, τουλάχιστον ως προς την δεύτερη περίπτωσή του (υποβοήθηση αυτοκτονίας), οι οποίες συμπαρασύρουν και το ζήτημα όχι μόνο της νομιμότητας αλλά και της συνταγματικότητας της εκταφής για την συγκεκριμένη ιδιάζουσα περίπτωση, αναρωτιέμαι πώς μπορεί να ελεγχθεί αυτό μόνο από τον αρμόδιο Εισαγγελέα; Μάλιστα κατά μία άποψη ο Εισαγγελέας, ακόμη κι αν ασκεί δικαιοδοτικό έργο, εκδίδοντας διάταξη, δεν είναι «δικαστήριο» υπό την έννοια του άρθρου 93 παρ. 4 Συντάγματος (Σ), για να προβεί σε παρεμπίπτοντα έλεγχο της συνταγματικότητας του νόμου (αν και προσωπικά διαφωνώ με αυτή την άποψη). Η (αντι)συνταγματικότητα του νόμου θα ελεγχθεί ενδεχομένως κατ” άρθρο 93 παρ. 4 Σ τελικά από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο, όταν και εάν κρίνει τον φερόμενο κατηγορούμενο για την τέλεση του ως άνω αδικήματος, μετά από πολλά χρόνια τον Άρειο Πάγο κατ’ αναίρεση σε τελευταίο βαθμό, εάν φθάσει μέχρι εκεί, και μετά από πολλά πολλά χρόνια από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου θα κριθεί η συμβατότητα της διάταξης αυτής με την ΕΣΔΑ, εάν ο κατηγορούμενος δεν δικαιωθεί από τα ελληνικά δικαστήρια και ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Μόνο που τότε θα είναι πολύ αργά για τα συνταγματικά δικαιώματα του νεκρού και της οικογενείας του, αφού θα έχει πραγματοποιηθεί η εκταφή.

Συνεπώς για ένα τόσο ευαίσθητο ζήτημα, που έχει σχέση με την ελευθερία και αξιοπρέπεια του νεκρού, πριν τον θάνατό του, την αξιοπρέπεια, που τον συνοδεύει μετά τον θάνατό του, και την προσωπικότητα και αξιοπρέπεια των οικείων του, αγαθά αναμφίβολα συνταγματικής περιωπής και προστατευόμενα από διεθνείς συμβάσεις προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η έννομη τάξη επαφίεται για την προστασία τους ή την στάθμισή τους με αντιτιθέμενα έννομα αγαθά, μόνο στην διάταξη της αρμόδιας Εισαγγελικής Αρχής (εν προκειμένω στον βαθμό των Πλημμελειοδικών), η οποία αμφισβητείται εάν μπορεί να ελέγξει την συνταγματικότητα των νόμων, ενώ, ακόμη κι αν δεχθούμε ότι μπορεί να το κάνει, στην πράξη δεν το κάνει ποτέ, γιατί για τους Εισαγγελείς εφαρμοστέος είναι ο ποινικός νόμος, την συνταγματικότητα του οποίου και λόγω μη εξοικείωσής τους με το Συνταγματικό Δίκαιο, σπανιότατα εξετάζουν.

Η παραπάνω περίπτωση δείχνει περίτρανα μία από τις πολλές εγγενείς αδυναμίες του υφιστάμενου συστήματος του διάχυτου ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων και της απουσίας Συνταγματικού Δικαστηρίου και εν τέλει της δικαστικής προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Κατά τα άλλα αρκούμαστε σε αυτάρεσκους αφορισμούς του στυλ «μα καλά τι να το κάνουμε το Συνταγματικό Δικαστήριο, αφού έχουμε το Συμβούλιο της Επικρατείας, που ενεργεί ως οιονεί Συνταγματικό Δικαστήριο;». Μόνο που αυτοί που διατυπώνουν αυτές τις απόψεις, καλό θα είναι να εξηγήσουν ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας, σε αυτήν όπως και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, δεν μπορεί να επιληφθεί και να ελέγξει την (αντι)συνταγματικότητα του νόμου γιατί δεν είναι αρμόδιο ούτε σε τελευταίο βαθμό δικαιοδοσίας, ενώ στην συγκεκριμένη, όπως και σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, δεν μπορεί να επιληφθεί ούτε το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο για να δώσει την τελειωτική και ενίοτε με ισχύ νόμου λύση, ακόμη και σε 10 ή 15 χρόνια, όπως συμβαίνει συνήθως στις άλλες υποθέσεις. Μήπως το κυβερνών κόμμα, αλλά και τα άλλα κόμματα που έχουν καταθέσει γενικές (μέχρι τώρα) προτάσεις αναθεώρησης του Συντάγματος, καλό είναι να εξετάσουν και την περίπτωση ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου με την επόμενη συνταγματική αναθεώρηση, εάν και όταν αυτή πραγματοποιηθεί;