Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017
ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΚΟΥΣΟΥΛΗΣ

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΚΟΥΣΟΥΛΗΣ

Ο Λευτέρης Κουσούλης γεννήθηκε στην Ελίκα Λακωνίας το 1952. Γυμνάσιο στη Σπάρτη. Λύκειο στους Μολάους. Σπούδασε στην Πάντειο και στη Γαλλία, στη Νίκαια, την πολιτική και τα φαινόμενα εξουσίας. Από τα φοιτητικά του χρόνια, έχει ιδιαίτερα ασχοληθεί με τη μελέτη των μηχανισμών κοινωνικής και πολιτικής επιρροής. Οδηγός του επιστημονικού προβληματισμού του είναι η πρόταση: «Ιερή είναι μόνο η ελευθερία». Εργάστηκε λίγα χρόνια ως ωρομίσθιος καθηγητής. Από το 1995 εργάζεται στο χώρο του στρατηγικού σχεδιασμού και της επικοινωνίας με την εταιρεία «Λέγειν & Πράττειν». Συμμετείχε στην εκδοτική πρωτοβουλία «Το Πέρασμα», που στο σύντομο βίο της εξέδωσε 15 τίτλους. Ο Λευτέρης Κουσούλης, αρθρογραφεί συχνά στον Τύπο καθώς και στο Διαδίκτυο, τόσο για την πολιτική, όσο και για άλλες καθημερινές πλευρές της ύπαρξης.
ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΚΟΥΣΟΥΛΗΣ
στην ενδοχωρα του γελοιου

ΣΤΗΝ ΕΝΔΟΧΩΡΑ ΤΟΥ ΓΕΛΟΙΟΥ

Για το γελοίο δεν υπάρχουν στην Ιστορία επίσημες αναφορές. Δεν θα είχε και σημασία, αφού η κάθε εποχή με τον δικό της επινοητικό τρόπο γεννά το γελοίο ή το αποκρούει, το αντιμάχεται ή το πολλαπλασιάζει.

Η κοινότητα των Ελλήνων έχει ήδη βυθιστεί στο γελοίο. Και κάνει σταθερά βήματα προς την ενδοχώρα του. Στο προσκήνιο των πραγμάτων, από την πολιτική μέχρι τις τηλεοπτικές ζώνες διασκέδασης, το φαιδρό κερδίζει έδαφος και το γελοίο επεκτείνει την κυριαρχία του.

Εχει ήδη προηγηθεί το υπερφίαλο. Από την «Κυβέρνηση κοινωνικής σωτηρίας» μέχρι τα νταούλια των αγορών, από τη διαγραφή του Μνημονίου μέχρι την αλλαγή της Ευρώπης, το υπερφίαλο ολοκλήρωσε ήδη τη θριαμβευτική του παρέλαση.

Και αναποτελεσματικό πια και ηττημένο παραχωρεί τη θέση του στο γελοίο. Το υπερφίαλο ως γέφυρα προς το γελοίο ολοκλήρωσε την αποστολή του.

Πάνω σε αυτή τη γέφυρα έστησαν χορό οι εργάτες του γελοίου. Αυτοί που νομίζουν ότι κρατάνε στα χέρια τους τα μυστικά της ανθρώπινης μοίρας. Από την καθεστωτική δημοσιογραφία μέχρι την αυτοαναιρούμενη κυβερνητική πολιτική επιχειρηματολογία. Από την υπεράσπιση του παράλογου μέχρι τη συνειδητή προσβολή της κριτικής σκέψης.

Το γελοίο είναι το σοβαρό που εκφυλίστηκε, είναι το ιερό που εξετράπη σε φαιδρότητα. Είναι η αφορμή ζωής που έγινε έτσι κατασταλτική πανουργία. Το γελοίο είναι τα σκισμένα λάβαρα που περιφέρονται ωσάν νικηφόρες σημαίες μετά την ήττα. Το γελοίο είναι η άρνηση της αποδοχής της. Είναι η έπαρση αυτής της άρνησης.

Το γελοίο διαγράφει, αγνοεί, περιπαίζει. Το υπερφίαλο αγκαλιά με το γελοίο γίνεται υπεροπτική θρασύτητα και μεταπίπτει σε χυδαιότητα. Το τίποτα ψάχνει και αυτό έναν τρόπο να υπάρξει. Γι” αυτό και κατασκευάζει στιγμές αντάξιες του εαυτού του. Αναρτήσεις υπουργών. Μνημείο «νεκρών» στην ΕΡΤ. Υπερβολή. Καταγγελτικότητα. Επιθετικότητα. Προσβολή. Αρνηση κάθε περιεχομένου.

Το κενό είναι ο ιδανικός τόπος του. Ετσι το γελοίο μπαίνει στην ιστορική ροή και γίνεται στοιχείο αλλοίωσης. Και σε έναν δεύτερο κύκλο, πολλαπλασιαστής αυτής της αλλοίωσης. Γίνεται τρόπος και συμπεριφορά. Η τήξη των ανθρώπινων και κοινωνικών σχέσεων έχει ήδη συντελεστεί. Και το γελοίο γίνεται το μέτρο των πραγμάτων.

Ο εχθρός του γελοίου είναι το νόημα. Η μάχη για το περιεχόμενο. Και αυτό είναι πέρα από την αξιοπρέπεια της ατομικής συνείδησης, είναι πέρα από την επίγνωση της σοβαρότητας και της τραγικότητας της πολιτικής μάχης σε μια εποχή.

Συνδέεται με την πραγματικότητα και ταυτίζεται με την επίγνωσή της. Συνειδητοποίηση είναι η λέξη πάνω στην οποία θα θρυμματιστούν και το υπερφίαλο και το γελοίο. Και η θρασύτητα και η χυδαιότητα που γεννούν.

Γνωρίζουμε ότι στη διεκδίκηση της σοβαρότητας απέναντι στο γελοίο, αυτό, υπερασπιζόμενο τον εαυτό του, θα απαντά με τον μόνο αυθάδη τρόπο που γνωρίζει:

– Και εσύ γελοίος είσαι.

Προσπερνάμε.