Πέμπτη, 17 Αυγούστου 2017
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος, γόνος επιχειρηματικής και δημοσιογραφικής οικογένειας των Πατρών (Νεολόγος Πατρών, 1879-1973), γεννήθηκε στο Ψυχικό το 1941 και φέτος συμπληρώνει 50 χρόνια δημοσιογραφικής καρριέρας.
Οικονομολόγος και ειδικός σε θέματα επικοινωνίας, έχει τιμηθεί με 42 δημοσιογραφικά βραβεία και είναι Ιππότης της Τιμής της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Εργάστηκε 30 χρόνια στον Οικονομικό Ταχυδρόμο και σε άλλα έντυπα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη και συνεργάστηκε με γνωστές εφημερίδες και εξειδικευμένα περιοδικά.
Σήμερα αρθρογραφεί στις εφημερίδες Εστία, Ναυτεμπορική και είναι σύμβουλος στο περιοδικό Μάνατζερ της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων. Επίσης, παρουσιάζει την εκπομπή «Δρόμοι της Ανάπτυξης» στο οικονομικό τηλεοπτικό κανάλι Sbc.
Είναι επίτιμος διεθνής πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και διοικητικός πρόεδρος του ελληνικού τμήματός της, μέλος του ΔΣ της Ένωσης Συντακτών Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και χρημάτισε επί εξαετία πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Τύπου. Από το 2002 είναι μέλος της Γερουσίας για την Ένωση της Ευρώπης, από την οποία και τιμήθηκε για τα άρθρα του περί ομοσπονδιακής Ευρώπης.
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ
ποια ελλαδα στον συγχρονο κοσμο;

ΠΟΙΑ ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΚΟΣΜΟ;

Δεν χωρά καμμία αμφιβολία. Ο κρατισμός και το συναφές με αυτόν πελατειακό πολιτικό σύστημα είναι η βασική αιτία της έβδομης χρεοκοπίας της Ελλάδας τα 196 τελευταία χρόνια. Από τότε, δηλαδή, που η χώρα αποτίναζε, με την βοήθεια ξένων δυνάμεων, τον τουρκικό ζυγό –για να υποκύψει σε έναν άλλον, αυτόν της φαυλοκρατίας. Από τότε μέχρι σήμερα, όμως, ο κόσμος όχι μόνον έχει αλλάξει, αλλά συνεχίζει να αλλάζει με ακόμα πιο ταχείς ρυθμούς απ’ ό,τι στο μακρινό ή και πιο άμεσο παρελθόν. Κατά συνέπεια, το χρεοκοπημένο ελληνικό κράτος καλείται να λειτουργήσει σε ένα νέο περιβάλλον, που τού είναι άγνωστο.

Αυτό ακριβώς το περιβάλλον προσπαθεί να ανιχνεύσει ο έγκριτος ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Γιώργος Κ. Μπήτρος, σε ένα περιεκτικό αλλά και δυνατό σε νοήματα βιβλίο του που εκδόθηκε από οίκο Παπαδόπουλου. Με τίτλο Το Κράτος στην Παγκόσμια Αυτορρυθμιζόμενη Τάξη, ο κ. Γ. Μπήτρος, αναφερόμενος στην ελληνική κρίση δίνει έμφαση στην αποκατάσταση της λαϊκής κυριαρχίας, αλλά από φιλελεύθερη σκοπιά και όχι από τις γνωστές νομενκλατούρες του ολοκληρωτισμού.

«Η αποκατάσταση αυτή», γράφει, «προϋποθέτει συνταγματικές μεταρρυθμίσεις με τις οποίες θα αποτραπεί στο μέλλον η αυτονόμηση της πολιτικής εξουσίας από τον έλεγχο των πολιτών και θα επιτευχθεί τυπική και ουσιαστική διάκριση των εξουσιών, με την έννοια ότι καθεμιά τους θα είναι ανεξάρτητη από τις άλλες δύο αλλά θα συντονίζονται και θα αλληλοελέγχονται μεταξύ τους μέσω εξισορροπητικών μηχανισμών, για το καλό των πολιτών και της χώρας. Για την επιδίωξη αυτών των δύο στόχων μπορούν να προσομοιωθούν τα όργανα και οι μηχανισμοί εξισορρόπησης που λειτουργούν στα επιτυχημένα πρότυπα δημοκρατικής διακυβέρνησης της εποχής μας. Ειδικότερα, αν δεχτούμε ότι ένα τέτοιο επιτυχημένο πρότυπο είναι αυτό που λειτουργεί σε ομοσπονδιακό επίπεδο στην Γερμανία ή στις ΗΠΑ, μία καλή προσομοίωση, η οποία θα ενσωμάτωνε και πολλά στοιχεία από το αρχαίο ελληνικό πλαίσιο της άμεσης δημοκρατίας».

Ο συγγραφέας υπογραμμίζει επίσης ότι, προκειμένου να αρχίσει μία σοβαρή προσπάθεια επανεκκίνησης της οικονομίας, επιβάλλεται η επιστροφή σε ένα ξεκάθαρο ιδιοκτησιακό καθεστώς στο οποίο οι κυβερνώντες θα σέβονται πλήρως τα περιουσιακά δικαιώματα των πολιτών. Αυτή η προϋπόθεση έχει προτεραιότητα διότι, αντίθετα από τις απόψεις του Τσάτσου (1965) και των ομοϊδεατών του, οι οποίες άσκησαν τόσο καταστροφικές συνέπειες μέσω των συναφών διατάξεων που πέρασαν στο Σύνταγμα του 1975, το δικαίωμα της ιδιοκτησίας αποτελεί θεμέλιο της δημοκρατίας.

Από την άλλη πλευρά και πέρα από την συνταγματική μεταρρύθμιση, ο Γ. Μπήτρος, πολύ εύστοχα, γράφει ότι σε αυτή την κρίσιμη ώρα για την χώρα, το ζητούμενο δεν είναι άλλο από την απελευθέρωση της δύναμης της ελληνικής επιχειρηματικότητας, οπότε το κύριο βάρος πέφτει στις μεταρρυθμίσεις στο θεσμικό πλαίσιο της πολιτείας και της οικονομίας. Αυτές πρέπει να τις σχεδιάσουμε και να τις υλοποιήσουμε εμείς για εμάς και όχι να μάς τις επιβάλουν οι δανειστές. Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας προτείνει μεταρρυθμίσεις από εμάς για εμάς και τονίζει:

«Τώρα ζούμε κάτω από συνθήκες οιονεί έκτακτης ανάγκης, με μειωμένη εθνική κυριαρχία και υπό τον έλεγχο και τις οδηγίες των δανειστών. Είναι φυσιολογικό οι πολίτες να αισθανόμαστε ανασφάλεια από την συνεχή συμπίεση των προτύπων κατανάλωσης και ζωής με τα οποία είχαμε συνηθίσει και να βιαζόμαστε να δούμε κάποια θετικά αποτελέσματα από την εφαρμογή των μνημονίων. Πιστεύω ότι αν συνεχίσουμε να επιταχύνουμε τις μεταρρυθμίσεις στις οποίες έχουμε συμφωνήσει, μία μέτρια ανάπτυξη θα ξεκινήσει τα προσεχή χρόνια, αν και όχι με ρυθμούς τέτοιους ώστε να επιστρέψουμε στην κατά κεφαλήν υλική ευμάρεια του 2008 πριν από τα μέσα της δεκαετίας του 2020. Στον βαθμό, λοιπόν, που η εκτίμησή μου επαληθευτεί, δεν θα πρέπει να εφησυχάσουμε, γιατί οι μεταρρυθμίσεις που χρειαζόμαστε προκειμένου να επιβιώσουμε ως ανθηρό και υπερήφανο έθνος στον κόσμο που αναδύεται είναι πολύ ευρύτερες. Αφορούν την μεταρρύθμιση του προτύπου διακυβέρνησης της χώρας, τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης, την οριοθέτηση του κοινωνικού κράτους, την ρύθμιση του ανταγωνισμού στις αγορές, κλπ.».

Και το ερώτημά μας είναι: Πόσοι άραγε στον υποτιθέμενο φιλελεύθερο πολιτικό χώρο ασπάζονται τις παραπάνω μεταρρυθμιστικές θέσεις;