Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος, γόνος επιχειρηματικής και δημοσιογραφικής οικογένειας των Πατρών (Νεολόγος Πατρών, 1879-1973), γεννήθηκε στο Ψυχικό το 1941 και φέτος συμπληρώνει 50 χρόνια δημοσιογραφικής καρριέρας.
Οικονομολόγος και ειδικός σε θέματα επικοινωνίας, έχει τιμηθεί με 42 δημοσιογραφικά βραβεία και είναι Ιππότης της Τιμής της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Εργάστηκε 30 χρόνια στον Οικονομικό Ταχυδρόμο και σε άλλα έντυπα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη και συνεργάστηκε με γνωστές εφημερίδες και εξειδικευμένα περιοδικά.
Σήμερα αρθρογραφεί στις εφημερίδες Εστία, Ναυτεμπορική και είναι σύμβουλος στο περιοδικό Μάνατζερ της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων. Επίσης, παρουσιάζει την εκπομπή «Δρόμοι της Ανάπτυξης» στο οικονομικό τηλεοπτικό κανάλι Sbc.
Είναι επίτιμος διεθνής πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και διοικητικός πρόεδρος του ελληνικού τμήματός της, μέλος του ΔΣ της Ένωσης Συντακτών Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και χρημάτισε επί εξαετία πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Τύπου. Από το 2002 είναι μέλος της Γερουσίας για την Ένωση της Ευρώπης, από την οποία και τιμήθηκε για τα άρθρα του περί ομοσπονδιακής Ευρώπης.
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ
καταρρει η εικονα του τσιπρα

ΚΑΤΑΡΡΕΙ Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΤΣΙΠΡΑ

Το σημαντικό εύρημα της τελευταίας δημοσκόπησης που είδε το φως της δημοσιότητας δεν είναι τόσο η διψήφια υπεροχή της Νέας Δημοκρατίας έναντι του Σύριζα, όσον η φθορά της εικόνας του πρωθυπουργού. Αυτή είναι που προβληματίζει τα στελέχη του κυβερνώντος κόμματος, τα οποία φοβούνται ότι η παράταξή τους έχει ήδη εισέλθει σε φάση «πασοκοποίησης» –δηλαδή, στην καθοδική πορεία που ακολούθησαν η κυβέρνηση Γιώργου Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ μετά το πρώτο μνημόνιο.

Στο πλαίσιο αυτό οι επιτελείς του πρωθυπουργού επεξεργάζονται διάφορα σενάρια, τα οποία όμως στηρίζονται σε μία βασική προϋπόθεση για να πετύχουν. Αυτήν που λέει ότι μόνον αν επιτευχθεί η επιδιωκόμενη «συνολική συμφωνία», η οποία θα περιλαμβάνει μέτρα για την διευθέτηση του χρέους, και μία επακόλουθη απόφαση της ΕΚΤ για συμπερίληψη των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, θα μπορούσαν να γεννηθούν για την οικονομία κάποιες ελπίδες ικανές να βελτιώσουν την εικόνα της κυβέρνησης. Μία κυβέρνηση που, για την ώρα, κυριολεκτικά σέρνεται και κάνει ό,τι μπορεί για να κερδίζει χρόνο περιμένοντας κάποια καλά νέα από τον τουρισμό.

Ωστόσο, όσο σέρνεται η κυβέρνηση, τόσο αυξάνεται το έλλειμμα εμπιστοσύνης που προκαλεί με τις ενέργειές της και τα λεγόμενά της, με αποτέλεσμα τόσο πιο άκαμπτη να γίνεται απέναντί της η στάση των εταίρων-δανειστών μας. Απαιτούν έτσι «εδώ και τώρα» μεταρρυθμίσεις που όχι μόνον είναι απαραίτητες για την επανεκκίνηση της οικονομίας, αλλά θα μπορούσαν να γίνουν και εφαλτήριο για νέες επενδύσεις στην χώρα μας σε μία πολύ κρίσιμη φάση της γεωπολιτικής της θέσης. Υπό αυτή την έννοια, η απουσία εμπιστοσύνης είναι το επικίνδυνο «κρυφό έλλειμμα» της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας που, για να εκλείψει, απαιτούνται σοβαρές δομικές αλλαγές σε όλα τα επίπεδα.

Δυστυχώς, όμως, τις τελευταίες η κυβέρνηση Συριζανέλ όχι μόνον δεν θέλει να τις πραγματοποιήσει, αλλά επιδιώκει να τις φορτώσει στους διαδόχους της στην εξουσία, για να μπορεί έτσι να δημαγωγεί υποσχόμενη ως συνήθως φύκια για μεταξωτές κορδέλλες. Προς τούτο, λοιπόν, ο Αλέξης Τσίπρας, με κάθε ευκαιρία και σε κάθε θεατρική παράσταση που διοργανώνει, σηκώνει τους τόνους επιχειρώντας να συντηρήσει ένα σοβαρά τραυματισμένο ηγετικό προφίλ. Επίσης, εγκαινιάζοντας αυτοκινητόδρομους που κάποτε καταδίκαζε, επιχειρεί να εκπέμψει εικόνα αισιοδοξίας και αυτοπεποίθησης για την χώρα, ακολουθώντας παράλληλα την τακτική του σκληρού ροκ κατά της αντιπολίτευσης. Η σκανδαλολογία, οι εξεταστικές και προανακριτικές επιτροπές και οι «αμαρτίες» των προηγούμενων θα κυριαρχήσουν στην πολιτική ατζέντα, καθώς στόχος είναι η ανάκτηση του λεγόμενου «ηθικού πλεονεκτήματος της αριστεράς», με το οποίο ο Αλ. Τσίπρας έπαιξε προεκλογικά και στην πρώτη περίοδο της διακυβέρνησής του.

Έχουμε την αίσθηση, όμως, ότι επί ματαίω ο πρωθυπουργός επιχειρεί να αλλάξει αυτά που δεν αλλάζουν. Οι πραγματικοί ηγέτες έχουν άλλη στόφα –από την οποία απέχει πολύ, πάρα πολύ…