Τρίτη, 30 Μαΐου 2017
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος, γόνος επιχειρηματικής και δημοσιογραφικής οικογένειας των Πατρών (Νεολόγος Πατρών, 1879-1973), γεννήθηκε στο Ψυχικό το 1941 και φέτος συμπληρώνει 50 χρόνια δημοσιογραφικής καρριέρας.
Οικονομολόγος και ειδικός σε θέματα επικοινωνίας, έχει τιμηθεί με 42 δημοσιογραφικά βραβεία και είναι Ιππότης της Τιμής της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Εργάστηκε 30 χρόνια στον Οικονομικό Ταχυδρόμο και σε άλλα έντυπα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη και συνεργάστηκε με γνωστές εφημερίδες και εξειδικευμένα περιοδικά.
Σήμερα αρθρογραφεί στις εφημερίδες Εστία, Ναυτεμπορική και είναι σύμβουλος στο περιοδικό Μάνατζερ της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων. Επίσης, παρουσιάζει την εκπομπή «Δρόμοι της Ανάπτυξης» στο οικονομικό τηλεοπτικό κανάλι Sbc.
Είναι επίτιμος διεθνής πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και διοικητικός πρόεδρος του ελληνικού τμήματός της, μέλος του ΔΣ της Ένωσης Συντακτών Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και χρημάτισε επί εξαετία πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Τύπου. Από το 2002 είναι μέλος της Γερουσίας για την Ένωση της Ευρώπης, από την οποία και τιμήθηκε για τα άρθρα του περί ομοσπονδιακής Ευρώπης.
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ
ηγετησ η ελληνικη βιομηχανια τροφιμων

ΗΓΕΤΗΣ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ

«Η ελληνική βιομηχανία τροφίμων είναι ένας κλάδος με προοπτικές και από τους πιο εύρωστους της ελληνικής μεταποίησης». Αυτό υπογράμμισε ο κ. Γιάννης Στουρνάρας μιλώντας στην τελευταία εσπερίδα του Ελληνικού Συνδέσμου Επωνύμων Βιομηχανικών Προϊόντων (ΕΣΒΕΠ), που ήταν αφιερωμένη στην εξωστρέφεια και την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας υπό όρους επώνυμης ζήτησης.

Κατά τον διοικητή της ΤτΕ, ο ρόλος της εγχώριας βιομηχανίας τροφίμων είναι θεμελιώδης για την ελληνική μεταποίηση και την οικονομία της χώρας γενικότερα. Όπως είπε, τεκμηριώνοντας την άποψή του: «Τα επεξεργασμένα τρόφιμα είναι μία από τις μεγαλύτερες βιομηχανίες στην Ελλάδα, με προστιθέμενη ακαθάριστη αξία ανά εργαζόμενο ύψους 38,8 εκατ. ευρώ το 2014. Αυτό αντιστοιχούσε σε μερίδιο 25,4% σε όρους ακαθάριστης αξίας και 27,4% σε όρους απασχόλησης της συνολικής μεταποίησης, γεγονός που την κατατάσσει πρώτη ανάμεσα στους κλάδους της μεταποίησης. Σε σύγκριση με τον μέσον όρο των χωρών μελών της ΕΕ, ο τομέας τροφίμων στην Ελλάδα έχει μεγαλύτερη συμβολή στην συνολική μεταποίηση σε όρους αξίας παραγωγής, αριθμού επιχειρήσεων, κύκλου εργασιών, αριθμού απασχολουμένων και ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας».

Ωστόσο, ο κ. Γ. Στουρνάρας επεσήμανε ότι, «όπως ήταν αναμενόμενο, η παραγωγή του κλάδου τροφίμων μειώθηκε σταθερά κατά τα πρώτα χρόνια της ύφεσης, σημειώνοντας ρυθμό συρρίκνωσης 2,9% ετησίως κατά μέσον όρο μεταξύ 2008 και 2012. Όμως, λόγω της ανελαστικότητας της σχετικής ζήτησης, η παραγωγή τροφίμων παρουσίασε μικρότερη μεταβλητότητα και ηπιότερη πτώση σε σύγκριση με την συνολική μεταποιητική παραγωγή. Μέχρι και το 2012, η αρνητική μεταβολή του Δείκτη Όγκου Παραγωγής ήταν μικρότερη στα τρόφιμα απ’ ό,τι στην μεταποίηση, ενώ από το 2013 και μετά η παραγωγή του κλάδου τροφίμων ανέκαμψε, καταγράφοντας ανοδικές τάσεις. Το 2014-2016 η θετική μεταβολή του Δείκτη Όγκου Παραγωγής Τροφίμων ήταν μεγαλύτερη από την αντίστοιχη στο σύνολο της μεταποίησης και έφτασε το 3% περίπου. Επιπροσθέτως, θετική είναι και η εξέλιξη της παραγωγής των περισσότερων υποκλάδων των τροφίμων μετά το 2015».

Παρόλα αυτά, ο διοικητής της ΤτΕ τόνισε ότι «στην Ελλάδα, η βιομηχανία τροφίμων απαρτίζεται από μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Υπάρχουν ωστόσο ορισμένες μεγάλες εταιρείες που έχουν επεκταθεί με την ίδρυση θυγατρικών σε άλλες χώρες, κυρίως στα Βαλκάνια και την νοτιοανατολική Ευρώπη. Ένα βασικό χαρακτηριστικό του τομέα της ελληνικής βιομηχανίας τροφίμων είναι η δομή του, καθώς περίπου 230 μεγάλες επιχειρήσεις παράγουν το 70% της συνολικής παραγωγής ενώ 14.000 μικρές επιχειρήσεις παράγουν το υπόλοιπο 30% της παραγωγής. Οι μικρές αυτές επιχειρήσεις συμβάλλουν σημαντικά στην απασχόληση στις αγροτικές περιοχές αλλά και την διαφοροποίηση της παραγωγής του κλάδου, καθώς εξειδικεύονται στην παραγωγή παραδοσιακών προϊόντων υψηλής ποιότητας». Κάτι που ανταποκρίνεται σε νέες καταναλωτικές τάσεις που ήδη κερδίζουν έδαφος στην Ευρώπη.

Επίσης, ο τομέας παρουσιάζει σημαντική εξαγωγική δραστηριότητα. «Κατά την περίοδο 2010-2015, ο κλάδος των μεταποιημένων τροφίμων και ποτών αντιπροσώπευε το 11,1% των συνολικών ελληνικών εξαγωγών και το 9,8% των ελληνικών εισαγωγών. Ανάμεσα στα σημαντικότερα εξαγώγιμα προϊόντα είναι το ελαιόλαδο, τα επεξεργασμένα λαχανικά και φρούτα, καθώς και τα γαλακτοκομικά», είπε ο κ. Γ. Στουρνάρας.

Ας σημειωθεί επίσης ότι, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, η εξαγωγική επίδοση του κλάδου επεξεργασμένων τροφίμων και ποτών (ο λόγος των εξαγωγών προς την ακαθάριστη αξία παραγωγής) αυξήθηκε από 33% το 2008 σε 45% το 2015, ενώ η εισαγωγή διείσδυση στον κλάδο (ο λόγος των εισαγωγών προς την φαινόμενη κατανάλωση) παρέμεινε σχετικά στάσιμη, με αποτέλεσμα την σημαντική βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου του κλάδου.

Συνολικά, την περίοδο 2011-2015 η βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου και της εξαγωγικής επίδοσης του κλάδου των τροφίμων και ποτών ήταν αξιόλογη. Το εμπορικό έλλειμμα μειώθηκε σε 1,1 δισεκατομμύρια ευρώ το 2015, δηλαδή στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2008, από περίπου 2,3 δισεκατομμύρια ευρώ το 2010. Η μείωση αυτή στο εμπορικό έλλειμμα του κλάδου προήλθε πρωτίστως από τις εξαγωγές, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 5,8% ετησίως κατά μέσον όρο, αλλά και από τις εισαγωγές, που κατέγραψαν ελαφρά μείωση κατά 0,9% ετησίως. Σημειώνεται ότι γενικά στον τομέα και τροφίμων και ποτών οι κυριότεροι εμπορικοί εταίροι της Ελλάδας είναι χώρες της ΕΕ. Το σύνολο των εξαγωγών προς την ΕΕ φτάνει περίπου το 70% και το σύνολο των εισαγωγών το 80%.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό της εξωστρέφειας του κλάδου είναι ότι το μερίδιο αγοράς των ελληνικών τροφίμων και ποτών είναι υψηλότερο (σχεδόν τριπλάσιο) από εκείνο των συνολικών ελληνικών εξαγωγών και ιδιαίτερα των εξαγωγών προς ΕΕ. Αυτό σημαίνει ότι τα ελληνικά τρόφιμα και ποτά έχουν καλύτερη αντιπροσώπευση στις αγορές του εξωτερικού από τα ελληνικά προϊόντα ως σύνολο. Εντούτοις, η θέση του κλάδου στις αγορές του εξωτερικού και ιδιαίτερα σε χώρες εκτός ΕΕ έχει αποδυναμωθεί, παρά την σημαντική βελτίωση της ανταγωνιστικότητας κόστους/μισθών, που θα μπορούσε να δράσει ευνοϊκά σε έναν κλάδο εντάσεως εργασίας όπως αυτός. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται εν μέρει στην μετανάστευση επιχειρήσεων προς γειτονικές χώρες με χαμηλότερους συντελεστές φορολόγησης. Η μετανάστευση αυτή οδηγεί σε υποκατάσταση των ελληνικών εξαγωγών με εγχώρια παραγωγή στις χώρες αυτές.

Παρά την ανάκτηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, οι εξαγωγές υπολείπονται του επιπέδου που θα αναμενόταν, με βάση τις ιστορικές συσχετίσεις μεταξύ των δύο αυτών μεγεθών. Αυτό μπορεί εν μέρει να αποδοθεί στην έλλειψη ικανής χρηματοδότησης και το υψηλότερο κόστος δανεισμού, την αυξημένη αβεβαιότητα, καθώς και την υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση, η οποία επιβραδύνει ή και ανακόπτει την πρόοδο προς την αποκατάσταση της συνολικής ανταγωνιστικότητας.

Επιπλέον, η υστέρηση των εξαγωγών οφείλεται εν μέρει και σε εγγενείς διαρθρωτικές αδυναμίες, που εμποδίζουν την διείσδυση των ελληνικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές και αφορούν άλλες πτυχές εκτός του κόστους, όπως η ποιότητα των προϊόντων, η προστατευόμενη ονομασία προέλευσης (ΠΟΠ) και η καθιέρωση επωνυμίας (branding), η γραφειοκρατία, κλπ. Δίνοντας brand name σε κάποιο προϊόν, επιτυγχάνουμε δύο πράγματα: πρώτον, αυξάνουμε την ελκυστικότητά του προς τους καταναλωτές και, δεύτερον, προσθέτουμε αξία. Η Ελλάδα κατατάσσεται σήμερα στην πέμπτη θέση της ΕΕ, μετά την Ιταλία, την Γαλλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία, ως προς τον αριθμό των προϊόντων που έχουν κατοχυρωθεί στην ευρωπαϊκή λίστα των προϊόντων ΠΟΠ ή προστατευόμενης γεωγραφικής περιοχής.

Με άλλα λόγια, ο διοικητής της ΤτΕ άφησε να γίνει κατανοητό ότι στον χώρο της βιομηχανίας τροφίμων θα πρέπει να γίνουν ουσιαστικές διαρθρωτικές ανακατατάξεις, ώστε να ενδυναμωθεί η εξωστρέφεια του κλάδου μέσω αποτελεσματικότερων πρακτικών εξαγωγικού μάρκετινγκ και δημιουργίας εικόνας στις ξένες αγορές –εικόνα που, στις σημερινές συνθήκες, αποτελεί την πιο σοβαρή πρόκληση για κάθε φιλόδοξο κλάδο της ελληνικής μεταποίησης.