Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος, γόνος επιχειρηματικής και δημοσιογραφικής οικογένειας των Πατρών (Νεολόγος Πατρών, 1879-1973), γεννήθηκε στο Ψυχικό το 1941 και φέτος συμπληρώνει 50 χρόνια δημοσιογραφικής καρριέρας.
Οικονομολόγος και ειδικός σε θέματα επικοινωνίας, έχει τιμηθεί με 42 δημοσιογραφικά βραβεία και είναι Ιππότης της Τιμής της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Εργάστηκε 30 χρόνια στον Οικονομικό Ταχυδρόμο και σε άλλα έντυπα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη και συνεργάστηκε με γνωστές εφημερίδες και εξειδικευμένα περιοδικά.
Σήμερα αρθρογραφεί στις εφημερίδες Εστία, Ναυτεμπορική και είναι σύμβουλος στο περιοδικό Μάνατζερ της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων. Επίσης, παρουσιάζει την εκπομπή «Δρόμοι της Ανάπτυξης» στο οικονομικό τηλεοπτικό κανάλι Sbc.
Είναι επίτιμος διεθνής πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και διοικητικός πρόεδρος του ελληνικού τμήματός της, μέλος του ΔΣ της Ένωσης Συντακτών Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και χρημάτισε επί εξαετία πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Τύπου. Από το 2002 είναι μέλος της Γερουσίας για την Ένωση της Ευρώπης, από την οποία και τιμήθηκε για τα άρθρα του περί ομοσπονδιακής Ευρώπης.
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ
η τηλεοπτικη αθλιοτητα ωσ αλλοθι αυθαιρεσιασ

Η ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΑΘΛΙΟΤΗΤΑ ΩΣ ΑΛΛΟΘΙ ΑΥΘΑΙΡΕΣΙΑΣ

Θα ήταν κωμικό να περίμενε κανείς ότι κάποιοι καναλάρχες είχαν διαβάσει τον Κάρολο Μαρξ ή τον Καρλ Πόππερ όταν έμπαιναν στην ελληνική τηλεοπτική αγορά. Σήμερα, όμως, στην ελληνική περίπτωση, αρκετές από τις αντιλήψεις που είχαν οι δύο φιλόσοφοι για την επικοινωνία επαληθεύονται. Ιδού γιατί.

Πρώτον, τα κανάλια κατά κύριο λόγο και τα υπόλοιπα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας συμπληρωματικά, έγχυσαν στην χώρα το ιδεολογικό εποικοδόμημα του φαιοκόκκινου λαϊκισμού, που σήμερα ασκεί την εξουσία. ακόμα χειρότερα, τα τηλεοπτικά μέσα –με εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα– υποβάθμισαν σε υπερθετικό βαθμό και το πνευματικό επίπεδο της χώρας, με αποτέλεσμα, όταν ήλθε η κρίση, το παραπληροφορημένο ευρύ κοινό να μην μπορεί να αντιληφθεί τί συνέβη στην Ελλάδα (ούτε και τί θα ακολουθήσει, στο μέτρο που η πραγματικότητα παραμένει παραμορφωμένη).

Εξόχως επίκαιρο, από την άποψη αυτή, είναι ένα μικρό βιβλίο του μεγάλου Αυστριακού φιλόσοφου της ελευθερίας Καρλ Πόππερ (1902-1999), στο οποίο ο συγγραφέας περιγράφει με πολύ μελανά χρώματα τον αποβλακωτικό ρόλο της τηλεόρασης στις ανοικτές κοινωνίες. Κατά την άποψή του, την οποία συμμερίζονται και άλλοι στοχαστές, η τηλεόραση μυθοποιεί την πραγματικότητα, μετατρέπει σε στιγμιαίες εικόνες σοβαρά και περίπλοκα γεγονότα και, σε τελευταία ανάλυση, παραπλανά το ευρύ κοινό. Είναι έτσι μοναδικό εργαλείο χειραγώγησης, που ευνοεί τις δυνάμεις του λαϊκισμού στην προσπάθειά τους να ακυρώσουν την δημοκρατία και τα επιτεύγματά της.

Ακόμα χειρότερα, σε αρκετές περιπτώσεις η τηλεόραση παίζει ολέθριο ρόλο στο επίπεδο των παιδιών και, αντί να στηρίζει την μόρφωσή τους και την πνευματική τους ευρύτητα, τα αποβλακώνει. Ο Αυστριακός φιλόσοφος χαρακτήριζε άθλια και αντιδημοκρατική την κατάσταση αυτή, καθ’ όσον καίριος ρόλος της δημοκρατίας είναι η προσπάθεια αναβάθμισης της παιδείας και της κριτικής σκέψης –οι οποίες συνιστούν κύριο στοιχείο ανάπτυξης της προσωπικότητας και διάχυσης της γνώσης. Δυστυχώς, έγραφε ο Καρλ Πόππερ, οι μηχανισμοί χειραγώγησης που εκτρέφονται από τα τηλεοπτικά μέσα, με εξαιρέσεις βέβαια, ανοίγουν πόρτες σε νέους Χίτλερ και άλλους εχθρούς των ανοικτών κοινωνιών, οι οποίοι πάντοτε παραμονεύουν για να πλήξουν την δημοκρατία.

Έτσι, αν είχε συμβεί ο συγγραφέας της «Ανοικτής Κοινωνία και των εχθρών της», να βιώσει την ελληνική τηλεοπτική πραγματικότητα και τις εξαιρέσεις της, τότε σίγουρα θα έβρισκε και το κατάλληλο υλικό για να επισημάνει ποιον ρόλο έπαιξαν και ακόμη παίζουν στα δικά μας τηλεοπτικά πράγματα πραιτωριανοί-δημοσιογράφοι και οι λοιπές «βεντέτες» της τηλεοπτικής αθλιότητας.

Οι πραιτωριανοί ήταν ένα σώμα σωματοφυλάκων των Ρωμαίων αυτοκρατόρων το οποίο είχε αποκτήσει τέτοια δύναμη ώστε μπορούσε να ανεβάζει και να καθαιρεί αυτοκράτορες σύμφωνα με την επιθυμία των μελών του. Μεταφορικά, η έννοια του πραιτωριανού –που καταργήθηκε μαζί με τους ενσαρκωτές της από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο– ήταν αυτή της αυτόνομης από κάθε εξουσία και ηθική αρχή απολυταρχίας. Στην εποχή μας υπάρχουν πολλές κατηγορίες πραιτωριανών, αλλά μία που έχει ειδικό βάρος είναι οι πραιτωριανοί-δημοσιογράφοι.

Πρόκειται για ένα ειδικό σώμα δημοσιογράφων που έκανε την εμφάνισή του από την μεταπολίτευση και μετά, το οποίο, με εργαλείο και όπλο την δύναμη της επικοινωνίας, αποφασίζει ποιες ιδέες, αντιλήψεις και πολιτικές ερμηνείες πρέπει να δέχεται ο ελληνικός λαός και ποιες όχι. Επιπροσθέτως δε, οι πραιτωριανοί-δημοσιογράφοι αποφασίζουν ποια πολιτικά πρόσωπα θα πρέπει να προβάλλονται, ποιες πολιτικές παρατάξεις θα προωθούνται στην εξουσία και ποιες ιδέες θα χρησιμοποιούν οι ίδιοι για να θησαυρίζουν προβαλλόμενοι. Έτσι, στην μεταπολιτευτική Ελλάδα δημιουργήθηκε ένα δυσώδες σύστημα διαπλοκής, στόχος του οποίου ήταν και είναι, αφ’ ενός, η λεηλασία δημόσιου χρήματος και, αφ’ ετέρου, η δημιουργία συνθηκών μόνιμης χειραγώγησης της κοινής γνώμης και προσανατολισμού της προς κατευθύνσεις που εξυπηρετούν το σύστημα.

Το ολέθριο αυτό σύστημα χρηματοδοτήθηκε αφειδώς από τράπεζες και επιχειρήσεις, αλλά σήμερα καταρρέει έχοντας το ίδιο προκαλέσει την πτώση του. Από στοιχεία που μπορέσαμε να συλλέξουμε, οι αριθμοί που προκύπτουν μόνον ζάλη προκαλούν. Την δεκαπενταετία 1997-2012, τα ελληνικά ΜΜΕ δέχθηκαν:

-2,68 δισεκατομμύρια ευρώ σε τηλεοπτικές διαφημίσεις,

-6,30 δισεκατομμύρια ευρώ τραπεζικά δάνεια,

-1,20 δισεκατομμύρια ευρώ αντλήθηκαν από το Χρηματιστήριο,

-1 δισεκατομμύριο ευρώ χορηγίες.

Επίσης, από το 1987 έως το 1997 ο τηλεοπτικοί σταθμοί και οι ιδιοκτήτες τους ενθυλάκωσαν χωρίς να τα αποδώσουν 200 εκατ. ευρώ αγγελιόσημο. Με άλλα λόγια, το σύστημα διαπλοκής τροφοδοτήθηκε μέσα σε μία δεκαπενταετία με κάποια δισεκατομμύρια ευρώ για να πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα η μεγαλύτερη μαζική πλύση εγκεφάλου που έχει σημειωθεί στον ευρωπαϊκό χώρο μετά τα μαύρα χρόνια του ναζισμού-φασισμού.

Εκείνο που πρέπει επίσης να σημειωθεί και είναι πολύ σοβαρό αφορά στις δυνάμεις που κινητοποιούσαν το σύστημα για να εμποδίζει την είσοδο στον χώρο του ανθρώπων και επιχειρήσεων που θα στηρίζονταν στην ποιότητα, αλλά και σε αντιλήψεις που ξεφεύγουν από αυτές του ιερατείου. Για παράδειγμα, το δημοσιογραφικό ιερατείο στην χώρα μας ναι μεν παίζει κομματικά παιχνίδια, πλην όμως προσπαθεί να αποφεύγει όσο γίνεται την κυκλοφορία αντιλήψεων που έχουν σχέση με την φιλελεύθερη κριτική σκέψη, την ευρωπαϊκή ιστορία και τις διάφορες επιμέρους πτυχές της, την ορθολογική ανάλυση της πραγματικότητας και, βέβαια, την απαλλαγμένη από προκαταλήψεις και φαντασιώσεις επικαιρότητα.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η πολιτική και δημοσιογραφική ζωή της χώρας κυριαρχείται από μία ευρύτατη παρεοκρατία, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μία νέου τύπου φεουδαρχία. Μία φεουδαρχία η οποία, μπροστά στις τεράστιες οικονομικές και πνευματικές ζημιές που προκάλεσε, προσπάθησε να αποποιηθεί των ευθυνών της επιρρίπτοντας τα τερατουργήματά της στην Ευρώπη και την ισχυρότερη χώρα της, την Γερμανία. Έτσι, πολλοί καναλάρχες άνοιξαν τον δρόμο στις δυνάμεις της αυθαιρεσίας και του λαϊκίστικου κυνισμού, κάποιοι δε από αυτούς τους θλιβερούς καιροσκόπους πληρώνουν τα επίχειρα.

Όσο για τον τηλεοπτικό χώρο, είναι τελείως διαλυμένος και ήδη άνοιξαν οι πόρτες για την μετατροπή του σε αθλιότερο απ’ ό,τι στο παρελθόν πολιτικό εργαλείο αδίστακτων ανθρώπων, διψασμένων κυριολεκτικά για εξουσία και τις διαπλοκές που αυτή προσφέρει.

Υπό παρόμοιες συνθήκες, η ελληνική δημοκρατία έχει ήδη ακρωτηριασθεί και ίσως τα χειρότερα γι αυτήν να μην είναι πολύ μακρυά…