Πέμπτη, 24 Αυγούστου 2017
ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΠΑΛΑΦΑΣ

ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΠΑΛΑΦΑΣ

Τεχνολόγος Πληροφορικής at
Ο Βασίλης είναι Τεχνολόγος Πληροφορικής & Δικτύων. Γεννήθηκε και ζει στην Κόρινθο. Σπούδασε Τηλεπληροφορική και Διοίκηση στο ΑΤΕΙ Ηπείρου, έκανε ένα μεταπτυχιακό στις Επικοινωνίες Δεδομένων (MSc in Data Communications - U of Kingston) και ένα μεταπτυχιακό στις Διεθνείς Σχέσεις και Πολιτικές, στην κατεύθυνση της Διακυβέρνησης (MA in International Relations and Policies - Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων της Κορίνθου του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, με υποτροφία υψηλής ακαδημαϊκής επίδοσης στο τελευταίο εξάμηνο σπουδών από το Επιμελητήριο Κορινθίας). Είναι επίσης πιστοποιημένος εκπαιδευτής ενηλίκων του ΕΚεΠις, επιπέδου Β’, και κάνει μαθήματα σχετικά με τα γνωστικά του αντικείμενα. Ήδη από το 1998 αρθρογραφεί τακτικά στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο, σε εφημερίδες, περιοδικά, ιστοσελίδες και blogs για πολιτικά, κοινωνικά και τοπικά θέματα, ενώ συμμετέχει ενεργά στην «Κοινωνία των Πολιτών» και από τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης (Facebook, Twitter, Pinterest κτλ). Διατηρεί την ιστοσελίδα balafas.gr στην οποία υπάρχει πλήθος άρθρων, προτάσεων, θέσεων και παρεμβάσεων σε τοπικό και πανελλαδικό επίπεδο. Εργάζεται στο Τμήμα Πληροφορικής της Περιφερειακής Ενότητας Κορινθίας, ενώ στο παρελθόν έχει εργαστεί στη Motor Oil Hellas, στον Ο.Τ.Ε., στη Συνεταιριστική Τράπεζα Κορινθίας και αλλού. Έχει ασχοληθεί ή ασχολείται, επίσης, με τον Προσκοπισμό, το θέατρο, τη διοργάνωση παρουσιάσεων βιβλίων, τη μουσική και το ραδιόφωνο.
ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΠΑΛΑΦΑΣ
οι θανασιμοι κινδυνοι του υψηπτε

ΟΙ ΘΑΝΑΣΙΜΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΤΟΥ ΥΨΗΠΤΕ

Είναι γνωστό ότι στην Ελλάδα μια πολύ διαδεδομένη «σπαζοκεφαλιά» είναι τα αρκτικόλεξα, ειδικά δε όταν αναφερόμαστε σε ονομασίες Υπουργείων ή Οργανισμών του Δημοσίου. Και βέβαια το μεγάλο «πάρτι» γίνεται όταν κάποιος θέλει να μεταφράσει αυτές τις ονομασίες σε άλλες γλώσσες – κυρίως στα Αγγλικά – για ερευνητικούς, ακαδημαϊκούς ή άλλους σκοπούς, καθώς σπανίως υπάρχουν επισήμως μεταφρασμένες είτε στις ιστοσελίδες τους, είτε σε επίσημα δημόσια έγγραφα. Γνωρίζω ανθρώπους που έχουν αγγίξει τα όρια της παράνοιας προσπαθώντας να μεταφράσουν και κυρίως να αποδώσουν ορθά το νόημα κάποιων τέτοιων ονομασιών, για τα δε αρκτικόλεξα πολύ δύσκολα θα αναγνωρίσει κανείς σε ξενόγλωσση βιβλιογραφία «μεταφερμένο» αρκτικόλεξο που να μπορεί έστω και να το συνδέσει με μια υπάρχουσα κατάσταση, γιατί έτσι κι αλλιώς διακρινόμαστε και στο σπορ των συχνών μετονομασιών, ανασυστάσεων, ανασυντάξεων, αναμοχλεύσεων, αναδιατάξεων. Μας αρέσει να παίζουμε με τις λέξεις, πολλά πολλά χρόνια τώρα.

Ταυτοχρόνως όμως τα αρκτικόλεξά μας είναι πιασάρικα (catchy) και «ψαρωτικά». Γι” αυτό έβαλα και το «ΥΨΗΠΤΕ» στον τίτλο, για να σας κινήσω το ενδιαφέρον και αν είμαι τυχερός ορισμένοι μπορεί με την πρώτη ματιά να το περνούσαν και για κάποια «ζουράριο» λεξιπλασία ! ΥΨΗΠΤΕ λοιπόν, που σημαίνει «Υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης», ένα νέο Υπουργείο, παραγωγής Νοεμβρίου 2016, με 4 Γενικές Γραμματείες, τη Γενική Γραμματεία του Υπουργείου, τη Γενική Γραμματεία Ψηφιακής Πολιτικής, τη Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης και Επικοινωνίας και τη Γενική Γραμματεία Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων.

Πρόκειται για ένα Υπουργείο που η σύστασή του, σε όσους παρακολουθούν ή συμμετέχουν επαγγελματικά, ερευνητικά, συνδικαλιστικά στα δρώμενα του χώρου των Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνίας (ΤΠΕ), δημιούργησε προσδοκίες και θετική εντύπωση. Ο θετικός αντίκτυπος ήταν ακόμα μεγαλύτερος εκ του γεγονότος ότι η σύσταση του Υπουργείου ακολούθησε τη σύσταση αυτοτελούς Γραμματείας, δημιουργώντας εκ των πραγμάτων την πεποίθηση ότι επιτέλους οι ΤΠΕ θα αποκτήσουν κεντρικό χαρακτήρα και σε θεσμικό επίπεδο αποτελώντας το βασικό υπομόχλιο για τη βελτίωση συνθηκών και υπηρεσιών στο Δημόσιο Τομέα, δεδομένου ότι αποδεδειγμένα πλέον μετά από δυό περίπου δεκαετίες, το «σίδερο» από μόνο του δεν φτάνει.

Αυτό μάλιστα το τελευταίο είχε διαφανεί να το έχει «πιάσει» καλά ο πρώην Υπουργός Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, κ. Χριστόφορος Βερναρδάκης, ο οποίος, αν και σε γενικές γραμμές λιγομίλητος, σε όσα forums είχε εμφανιστεί τόνιζε την ανάγκη σύνδεσης της τεχνολογίας με το προσωπικό, την ανάπτυξη δεξιοτήτων και ευρύτερα τη χάραξη μιας στρατηγικής διαχείρισης αλλαγής που δεν θα είχε σκοπό να «στραγγαλίσει» το προσωπικό και να χαθεί στις «νόρμες» των εγκυκλίων και των νομοθετικών κατασκευασμάτων, αλλά να λειτουργήσει στην πράξη, στο πεδίο, βήμα βήμα και με στόχο το αποτέλεσμα. Αυτή την κατεύθυνση είχε άλλωστε και η πρόθεσή του δια νόμου να καταστεί υποχρεωτική η ηλεκτρονική διακίνηση και η ψηφιακή υπογραφή στο Δημόσιο εξ ολοκλήρου και άνευ εξαιρέσεων, τουλάχιστον όπως έγινε με τη «Διαύγεια» στην αρχή.

Αυτοί οι δύο άξονες, η διαχείριση της αλλαγής και η στρατηγική εφαρμογή στο πεδίο, αποτελούν εδώ και πολλά χρόνια το ζητούμενο, χωρίς κάποια κυβέρνηση να έχει καν καταφέρει να συγκεκριμενοποιήσει και να περιγράψει ένα σχέδιο ολοκλήρωσης, διεύρυνσης ή έστω σταδιακής εφαρμογής. Το 2016 που φεύγει, έδειχνε ότι επιτέλους καταφέρναμε να φτάσουμε σε μια τέτοια λογική.

Και τώρα βρισκόμαστε με το ΥΨΗΠΤΕ στο θεσμικό αέρα, αλλά με δύο (τουλάχιστον) βασικούς θανάσιμους κινδύνους να καραδοκούν.

Πρώτον, για ακόμη μια φορά θα έχουμε restart αντίληψης μέχρι τουλάχιστον να ξαναβρεθεί βηματισμός. Δυστυχώς, το ΥΨΗΠΤΕ κινδυνεύει να συνδεθεί σχεδόν μονοδιάστατα με την υπόθεση αδειοδότησης των τηλεοπτικών καναλιών, υπόθεση που μονοπώλησε την εγχώρια πολιτική πραγματικότητα για τουλάχιστον 2 μήνες. Ο Υπουργός ΨΗΠΤΕ, κ. Νικόλαος Παππάς, έχει εκ των πραγμάτων συνδεθεί με αυτή την υπόθεση σε βαθμό «ταυτότητας» και δύσκολα θα καταφέρει να προσανατολιστεί στη λογική «Βερναρδάκη», εκτός αν πειστεί ότι αυτά που περιέγραψα παραπάνω θα μπορούσαν να αποτελέσουν και έναν αποτελεσματικό διάδρομο διαφυγής από τα όποια αδιέξοδα του τηλεοπτικού τοπίου. Ίσως αυτό να ήταν και ο ενδεδειγμένος τρόπος, εδώ που τα λέμε, να δημιουργηθεί μια στόχευση «next big thing» που εκ των πραγμάτων θα ήταν και εξαιρετικά πρόσφορο για τους πολίτες σε μια εποχή που οι υπηρεσίες και το προσωπικό έχουν ανάγκη από «ενέσεις» ηθικού μετά από 6 και πλέον χρόνια συνεχούς καταβαράθρωσης ηθικής και πρακτικής.

Ο δεύτερος κίνδυνος κρύβεται σε εκείνα που και παλαιότερα καθήλωσαν το χώρο και δεν είναι άλλα από τα «κλαδικά» τερτίπια και τις συντεχνιακές τακτικές που βάλτωσαν σχεδόν όλα τα σχετικά έργα που έγιναν τις περασμένες δύο δεκαετίες, με αφετηρία περίπου το 1996 (επαναλήψεις ξανά και ξανά έργων τύπου ΑΜΚΑ, ασύνδετα πληροφοριακά συστήματα, «σίδερα» που κάθισαν στις αποθήκες, εφαρμογές που ποτέ δεν χρησιμοποιήθηκαν πραγματικά, πλήρης έλλειψη πεδίου διαλειτουργικότητας κτλ). Θα προσπαθήσω να το γράψω όσο πιο ήπια μπορώ, εκείνοι που πρέπει θα καταλάβουν. Πέρα από πρόσωπα και κόμματα, η δημιουργία Υπουργείου Ψηφιακής Πολιτικής είναι ένα κομβικό γεγονός για τη χώρα. Αποτελούσε σταθερή διεκδίκηση από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, σε όλα τα σχετικά συνέδρια από την εποχή της Helexpo. Ήμασταν μια από τις ελάχιστες χώρες της Ε.Ε. (και όχι μόνο) που δεν είχαν μια ολοκληρωμένη και αυτόνομη διοικητική δομή για την ψηφιακή στρατηγική και τα σχετικά ζητήματα.

Ο δεύτερος κίνδυνος έγκειται λοιπόν στο αν θα καταφέρει η Πολιτεία (με κάθε Κυβέρνηση) να προστατέψει αυτή τη δομή από συντεχνιακά συμφέροντα και νοοτροπίες σαν αυτά-ές που είδαμε να αναπτύσσονται σε Υπουργεία όπως το ΠΕΧΩΔΕ, εκεί όπου συγκεκριμένες ελιτίστικες συντεχνιακές κάστες λειτούργησαν απλώς για την περιχαράκωση των αυστηρά ιδιοτελών τους κλαδικών συμφερόντων. Η κατάσταση απαιτεί εξαιρετικά προσεκτικούς χειρισμούς και στελέχη υψηλών προσόντων, ικανοτήτων και δεξιοτήτων. Είναι μια από τις τελευταίες ευκαιρίες που έχει η Ελλάδα για να αντλήσει αναπτυξιακά εργαλεία και να αναζητήσει δρόμους βελτίωσης στη Δημόσια Διοίκηση, την τεχνολογία, την εξυπηρέτηση των πολιτών, την ποιότητα Διακυβέρνησης, τη διάχυση ψηφιακών εργαλείων, τη στρατηγική εφαρμογή εξορθολογισμού υπηρεσιών και ψηφιακών προϊόντων από το κράτος και από τους ιδιώτες.

Είναι σίγουρα τομή που και ερευνητικά θα έχει ενδιαφέρον για το τί αλλαγές επί του πρακτέου θα αποφέρει καθώς είναι κάτι που δεν υπήρχε πριν. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα χαθεί στη βουλιμία των διαχρονικών γνωστών – αγνώστων συντεχνιακών διαδρομιστών που σε κάθε τέτοια περίπτωση δεν ενδιαφέρονται για το όφελος του πολίτη και των Υπηρεσιών, αλλά κοιτούν πως να «κλειδώσουν» τη δική τους και μόνο παρουσία στον κλάδο με συμπεριφορές κακομαθημένων νηπίων στον παιδικό σταθμό που χαλάνε τον κόσμο όταν αδειάσει το δικό τους πιάτο ακόμα και αν τα υπόλοιπα δεν έχουν πάρει καν την πρώτη τους μερίδα. Εκείνων των «νηπίων» που η προσφορά τους στη Δημόσια Διοίκηση είναι περισσότερο οι προσφυγές στο ΣτΕ για την επαγγελματική τους περιχαράκωση και τα τελικά σύνολα των εκατομμυρίων ευρώ στις σούμες των προσκλήσεων, παρά η δημιουργία ενός πραγματικά σύγχρονου και αποδοτικού πλέγματος υπηρεσιών.

Ο χρόνος βέβαια είναι λίγος και κανείς δεν περιμένει από μια νέα δομή να αποδώσει στο πρώτο τρίμηνο. Όμως αυτά πρέπει να ξεκαθαριστούν νωρίς και ήδη έχω σημειώσει ανησυχητικές κινήσεις και αποχρώσεις προς τους κινδύνους που περιέγραψα. Πρόκειται ίσως για την τελευταία μας ευκαιρία σε έναν τομέα από τους ελάχιστους που κανείς θα μπορούσε γρήγορα και συνεκτικά να επιτύχει μεγάλες αλλαγές προς όφελος όλων. Και δεν είναι απλώς μια ευκαιρία για πρόοδο, είναι μια ευκαιρία να φύγουμε από λογικές των «από εδώ» και των «από εκεί» που τόσο έχουν πληγώσει την κοινωνία συνολικά. Αν λοιπόν διαβάσει τούτες τις αράδες κάποιος από τους ιθύνοντες εύκολα θα καταλάβει τι ακριβώς περιγράφω, αλλά κυρίως θα καταλάβει το μέγεθος της ευκαιρίας.

Τονίζω ότι αυτοί δεν είναι οι μόνοι κίνδυνοι, είναι όμως οι τουλάχιστον δύο θανάσιμοι. Over and out.