Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017
ΗΛΙΑΣ ΚΑΡΑΒΟΛΙΑΣ

ΗΛΙΑΣ ΚΑΡΑΒΟΛΙΑΣ

Ο Ηλίας Καραβόλιας γεννήθηκε το 1976 στη Ρόδο. Σπούδασε στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών της Νομικής και Οικονομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ακολούθησε τον θεωρητικό τομέα ειδίκευσης (Γενικής Θεωρίας και Οικονομικής Πολιτικής). Eργάστηκε σε εταιρείες ως σύμβουλος και δούλεψε στην Περιφέρεια Ν.Αιγαίου ως ειδικός συνεργάτης. Έδινε διαλέξεις στο Institute of Diplomacy and Global Affairs του Αμερικανικού Κολεγίου στην Αθήνα.Έχει κληθεί ως ομιλητής σε συνέδρια με αντικείμενο τα διεθνή χρηματοοικονομικά και την γεωπολιτική.
ΗΛΙΑΣ ΚΑΡΑΒΟΛΙΑΣ
η ψευδαισθηση του αυτονοητου

Η ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ ΤΟΥ ΑΥΤΟΝΟΗΤΟΥ

Ας ξεκινήσουμε από κάποια δεδομένα που ισχύουν στο διεθνές οικονομικό σκηνικό και φυσικά αφορούν και εμάς. Πρώτον, βλέπουμε πλέον τις περίφημες ελεύθερες αγορές να μην τρέφουν εμπιστοσύνη στις ικανότητες κάθε κυβέρνησης και να βλέπουν αποκλειστικά τον βαθμό αξιοπιστίας και το περίφημο ρίσκο μιας χώρας (country risk), δηλαδή μεγέθη που αποτελούνται από διάφορα συγκριτικά στοιχεία τα οποία επηρεάζουν τις ροές κεφαλαίων ( φορολογικοί συντελεστές, γραφειοκρατικό κόστος, πολιτική αστάθεια, κ.α.) Πρόκειται για μια κουραστική αλλά σχεδόν αυτονόητη πλέον συνθήκη μεταβλητών που αφορά το κάθε εθνικό οικονομικό πλαίσιο. Δεύτερον,ελάχιστοι θέλουν να αντιληφθούν με ποιο τρόπο ο μανιακός χρηματοπιστωτισμός υπερτερεί της παραγωγικής οικονομίας, ζεί και βασιλεύει κανονικά ‘σκοτώνοντας’ κοινωνικές ομάδες και οικονομικούς θεσμούς (βλ. μεταξύ άλλων και το Τhe strange non-death of neo-liberalism, by Colin Crouch, Polity Press).

Τα δύο προηγούμενα δεδομένα δεν έχουν γίνει αντιληπτά ως προς την συσχέτιση τους. Επιμένουν για παράδειγμα πολλοί να μιλούν για την de facto αποδοτικότητα των ελεύθερων αγορών, για τον υγιή ιδιωτικό τομέα,για την σχεδόν σίγουρη λύση στο πρόβλημα της χώρας. Παίζουν με το αυτονόητο, θαρρείς και οι υπόλοιποι δεν το ξέρουν. ‘Να πέσουν οι φόροι και να έλθουν ξένοι και Έλληνες επενδυτές για να ανοίξουν θέσεις εργασίας’. Τόσο απλά. Χωρίς να μιλάνε για τον μισθό. Μόνο οι φόροι να πέσουν αρκεί, αφού οι μισθοί “κάποτε” θα ανεβούν “μόνοι τους”. Αυτό κάνει, κατά την άποψη τους, η αγορά : εξισορροπεί τα πάντα σε δίκαιες, υποτίθεται, τιμές.

Ξεχνούν όμως ότι η ανάπτυξη δεν διατάσσεται. Ξεχνούν ότι δεν μπορείς εύκολα να αντιπαλέψεις με τον επι σειρά ετών ξέφρενο αποθησαυρισμό κερδών, διεθνώς, και να προκαλέσεις επενδύσεις παρά τα χαμηλά (σχεδόν μηδενικά) επιτόκια. Και δεν μας εξηγούν για ποιες θέσεις εργασίας αναφέρονται, για ποιες επενδύσεις και με πιο πρόσημο για την οικονομία, την απασχόληση,την παραγωγή, το εμπόριο.

Κανείς δεν θέλει να κατανοήσει ότι η Ελλάδα είχε στρεβλό καπιταλισμό και δεν είχε μόνο φαύλο και σπάταλο Δημόσιο αλλα και ανισορροπίες στον ιδιωτικό τομέα (μιμητισμός, έλλειψη καινοτομίας, αθρόες επιδοτήσεις μη παραγωγικών σχεδίων, υπερδανεισμός, κρατικοδίαιτοι κλάδοι, κ.α),με κυριότερη ανισορροπία αυτή που αφορούσε την πραγματική αμοιβή της εργασίας συγκριτικά με τα υπέρογκα κέρδη, κυρίως αυτά των μεγάλων επιχειρήσεων.

Ας συνδεθούμε λίγο με το παρόν. Η τωρινή κυβέρνηση εκτρόχιασε την Οικονομία, το 2015, και έπαιξε με την υπόσχεση (μεταξύ άλλων κούφιων υποσχέσεων) αύξησης του κατώτατου μισθού. Και αντ αυτού, επέβαλλε φόρους ώστε να γράψει το περίφημο υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα (στόχος-ταφόπλακα φυσικά) που θα αναγκαστούμε να πετυχαίνουμε συνεχώς, λειτουργώντας ως πολίτες-πελάτες.

Κανείς δεν λέει ότι είναι εύκολη δουλειά η διατήρηση της ισοσκελισμένης ‘σταθερότητας’ για κάθε κυβέρνηση που αναγκάζεται να στραφεί από τη χρηματοδότηση του δημοσίου ελλείμματος με την έκδοση ομολόγων (πράγμα που εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε), στη χρηματοδότηση του διαμέσου της φορολογίας. Οι συνέπειες; Μα το “αυτονόητο” φυσικά : δεν θα γίνουν επενδύσεις, λόγω της υψηλής φορολογίας. Και όταν τους πείς ότι γίνονται επενδύσεις σε χώρες με πολύ υψηλότερους φορολογικούς συντελεστές, μιλάνε επίσης για ένα άλλο αυτονόητο: για το ΠΑΜΕ, τους Οικολόγους, την Αρχαιολογία, τα Δασαρχεία, την γραφειοκρατία, κ.α

Κουράζει, προσωπικά εμένα, η επίκληση της απλουστευμένης θεωρίας,χωρίς την εμβάθυνση στο συγκεκριμένο που πρέπει να απαντηθεί: μα γιατί αφού είναι απλό( να πέσουν οι φόροι) δεν γίνεται εδώ και δεκάδες χρόνια στην χώρα μας; Όποιοι έχουν εύκολες απαντήσεις, προφανώς δεν σπούδασαν Οικονομική Θεωρία( απλά νομίζουν ότι ξέρουν από πολιτική και απο ανάλυση ιδεοληψίων, οπότε αυτό αρκεί…)

Χρειαζόμαστε μελέτες κόστους/οφέλους για να προσαρμόσουμε σε μεσοπρόθεσμο διάστημα την αναγκαία και επιβεβλημένη πτώση των φορολογικών συντελεστών. Πρέπει να πετύχουμε την λεπτή ισορροπία μέχρι να γίνουμε φορολογικά ανταγωνιστικοί με γειτονικά κράτη : όσο θα χάνουμε από τα δημόσια έσοδα κάθε χρόνο( επειδή θα πέσουν οι προβλεπόμενοι φόροι) ταυτόχρονα να φροντίζουμε ώστε να ανοίγονται δουλειές από τα περιθώρια κέρδους που θα προκύπτουν, αφού φυσικά πείσουμε νέους και υφιστάμενους επιχειρηματίες. Αυτό το “φυσικά”, είναι η κατάληξη της εμπλοκής της Πολιτικής στην Οικονομία. Είναι η δύσκολη εξίσωση που δεν υπακούει σε αυτοματισμούς και σε κανένα ιδεολογικό πλαίσιο εύκολης ερμηνείας των οικονομικών φαινομένων.

Μήπως όμως χρειάζεται και μια άλλη ανάλυση κόστους/οφέλους για την οποία οι πάντες σιωπούν ; Μήπως πρέπει να στοχεύουμε ταυτόχρονα με την μείωση των φορολογικών συντελεστών (όσο ‘σηκώνει’ κάθε χρόνο ο προυπολογισμός) και στην αύξηση των μισθών; Πώς θα σηκωθεί η Οικονομία αν δεν αυξηθεί η ζήτηση ; Και πώς θα αυξηθεί η ζήτηση αν δεν αυξηθεί το εισόδημα μας ; Με ποια αγοραστική δύναμη του καθενός εξ ημών θα »αντέχει» να αυξάνεται το ΑΕΠ;

Επιμένω και θα επιμένω συνέχεια: να πέσουν οι φορολογικοί συντελεστές, να πέσουν οι υπέρογκες εργοδοτικές εισφορές, αλλά έστω και οριακά πρέπει να σηκωθούν ταυτόχρονα και οι μισθοί. Και είμαι υπερ της άποψης ότι δεν μπορεί να ορίζεις , σαν Κράτος να πληρώνει τους ίδιους χαμηλούς μισθούς ο μεγάλος εργοδότης και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις .Γιατί τελικά, ο μύθος των συλλογικών συμβάσεων ευνοεί τις πολυεθνικές και τις εγχώριες μεγάλες εταιρείες, που κατέβασαν την πλειοψηφία των μισθών στα 500 ευρώ, όσο δηλαδή πληρώνει και ένας μικρομεσαίος επιχειρηματίας στον έναν ή στους τρεις εργαζομένους του, σε καθεστώς ασφυκτικών περιθωρίων, με ελάχιστους τζίρους και υπερόγκα χρέη.

Μια κοινωνία όψιμης υπερχρέωσης και μόνιμου δημοσιονομικού πειθαναγκασμού όπως η δική μας, πρέπει να γνωρίζει ότι η Οικονομία της στηρίζεται αποκλειστικά στην ταυτόχρονη τόνωση παραγωγής και ζήτησης. Και τα δύο προυποθέτουν επενδύσεις και θέσεις εργασίας. Και τα δύο προυποθέτουν την περίφημη ανάπτυξη. Κανένα από τα δύο όμως δεν μπορεί να είναι βιώσιμη παράμετρος αν δεν ανέβουν τα επίπεδα του πραγματικού μισθού. Όσοι επιμένουν στο ‘αυτονόητο’, δηλαδή στον ψευδαισθητικό μηχανισμό προσέλκυσης επενδύσεων και ανοίγματος θέσεων εργασίας, που θα λειτουργήσει ως δια μαγείας όταν απλά πέσουν οι φόροι, προφανώς δεν κατάλαβαν ότι στην μη κανονική μας Οικονομία τα πιο δύσκολα κρύβονται στα δήθεν απλά…