Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος, γόνος επιχειρηματικής και δημοσιογραφικής οικογένειας των Πατρών (Νεολόγος Πατρών, 1879-1973), γεννήθηκε στο Ψυχικό το 1941 και φέτος συμπληρώνει 50 χρόνια δημοσιογραφικής καρριέρας.
Οικονομολόγος και ειδικός σε θέματα επικοινωνίας, έχει τιμηθεί με 42 δημοσιογραφικά βραβεία και είναι Ιππότης της Τιμής της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Εργάστηκε 30 χρόνια στον Οικονομικό Ταχυδρόμο και σε άλλα έντυπα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη και συνεργάστηκε με γνωστές εφημερίδες και εξειδικευμένα περιοδικά.
Σήμερα αρθρογραφεί στις εφημερίδες Εστία, Ναυτεμπορική και είναι σύμβουλος στο περιοδικό Μάνατζερ της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων. Επίσης, παρουσιάζει την εκπομπή «Δρόμοι της Ανάπτυξης» στο οικονομικό τηλεοπτικό κανάλι Sbc.
Είναι επίτιμος διεθνής πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και διοικητικός πρόεδρος του ελληνικού τμήματός της, μέλος του ΔΣ της Ένωσης Συντακτών Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και χρημάτισε επί εξαετία πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Τύπου. Από το 2002 είναι μέλος της Γερουσίας για την Ένωση της Ευρώπης, από την οποία και τιμήθηκε για τα άρθρα του περί ομοσπονδιακής Ευρώπης.
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ
οι δωρεεσ σωζουν την δημοσια υγεια

ΟΙ ΔΩΡΕΕΣ ΣΩΖΟΥΝ ΤΗΝ ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΓΕΙΑ

Από χρόνια τώρα η δημόσια υγεία στην χώρα μας υποφέρει, και μάλιστα πολύ σοβαρά. Ο κρατισμός, ο κομματισμός, η διαφθορά και οι ακραίες σπατάλες είναι τα μεγάλα προβλήματά της –τα οποία επιδεινώθηκαν, βέβαια, με αφορμή την οξεία κρίση χρέους και την κατάρρευση της ρευστότητας που αυτή προκάλεσε. Έτσι, σήμερα, όπως κατέγραψε ένα αποκαλυπτικό ρεπορτάζ της εφημερίδας «Τα Νέα», η νοσοκομειακή περίθαλψη στην χώρα μας καταρρέει, παρά το γεγονός ότι οι δημόσιες δαπάνες κάθε άλλο παρά μειούμενες είναι. Ωστόσο, ένα σημαντικό μέρος τους πηγαίνει για διορισμούς «ημετέρων» παρά στην διατήρηση ενός υποφερτού επιπέδου δημόσιας υγείας και περίθαλψης.

Ευτυχώς, όμως, στην χώρα υπάρχουν κάποιοι επιχειρηματίες, εφοπλιστές και ιδιωτικοί θεσμοί που, με την αίσθηση αλληλεγγύης και γενναιοδωρίας που έχουν, συμβάλλουν ώστε το σύστημα να μην καταρρεύσει πλήρως. Εφοπλιστές όπως ο Θανάσης Μαρτίνος και ιδρύματα όπως αυτά που μάς κληροδότησαν οι Σταύρος Νιάρχος, Αριστοτέλης Ωνάσης και άλλοι λιγότερο «επώνυμοι» επιχειρηματίες και εφοπλιστές, με τις δωρεές τους σώζουν το περίφημο Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ), από την μία πλευρά, αλλά δυστυχώς, από την άλλη, συμβάλλουν στο να παραμένει ζωντανό ένα τέρας του ελληνικού κρατισμού –το οποίο, ακόμα χειρότερα, δεν θέλει να μεταρρυθμιστεί.

Διότι, αν υπήρχε πραγματική βούληση κάτι να γίνει στον τομέα της δημόσιας υγείας, τότε οι ολέθριοι λαϊκιστές των Συριζανέλ δεν θα είχαν αντιταχθεί με τρόπο χυδαίο (και ανεύθυνο, ως εκ τούτου) στο μέτρο της επιβολής ελάχιστου νοσηλίου 25 ευρώ για κάθε εισαγωγή για νοσηλεία σε νοσοκομείο του ΕΣΥ, το οποίο ήθελε να υιοθετήσει πριν τρία και πλέον χρόνια η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου. Υπενθυμίζουμε ότι με το μέτρο αυτό –στην εφαρμογή του οποίου υπήρχαν σαφείς εξαιρέσεις για κοινωνικούς λόγους– θα ενισχύονταν μερικώς τα οικονομικά των νοσοκομείων, παράλληλα όμως θα υπήρχε και μία σχετική εκλογίκευση στις απίθανες στρεβλώσεις που χαρακτηρίζουν την δημόσια υγεία.

Όπως επισημαίνεται από έγκυρους γνώστες του οικονομικού περιβάλλοντος στον νοσοκομειακό χώρο, η χρηματοδότηση των νοσοκομείων σήμερα δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί με επάρκεια από το κράτος και τα ασφαλιστικά Ταμεία για τρεις βασικούς λόγους: Πρώτον, διότι οι ελληνικές κυβερνήσεις έχουν χάσει πια την δυνατότητα που είχαν μέχρι πρόσφατα να ασκούν «κοινωνική πολιτική» με τον συνεχώς διογκούμενο δανεισμό από το εξωτερικό και το εσωτερικό, για να παρέχονται δωρεάν υψηλού κόστους υπηρεσίες όχι μόνον σε εκείνους που τις έχουν ανάγκη αλλά δεν διαθέτουν επαρκείς ιδίους οικονομικούς πόρους, αλλά και στους πιο ευκατάστατους. Δεύτερον, διότι οι εισφορές στα διάφορα ασφαλιστικά ταμεία έχουν καταποντιστεί σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα όχι μόνον εξ αιτίας της αυξημένης ανεργίας και των μειωμένων εισοδημάτων, αλλά και λόγω τού ότι ένα μεγάλο μέρος των ασφαλισμένων δεν πληρώνει πλέον τις εισφορές που οφείλει στα ασφαλιστικά ταμεία. Τρίτον, τα φορολογικά έσοδα της χώρας έχουν επίσης καταποντισθεί, παρά την υπερφορολόγηση των γνωστών υποζυγίων, αφού ένα μεγάλο μέρος των φορολογουμένων δεν πληρώνει όχι μόνον τους φόρους εισοδήματος και περιουσίας αλλά ούτε καν τον ΦΠΑ.

Υπό αυτές τις συνθήκες, γίνεται ηλίου φαεινότερον ότι, χωρίς καταβολή ενός ελάχιστου ποσού από τους νοσηλευόμενους στα δημόσια νοσοκομεία, μόνον προβλήματα λειτουργίας τους θα προκύπτουν, με άμεσες επιπτώσεις και στην δημόσια υγεία. Διότι στην εποχή μας οι ιατρικές εξελίξεις είναι ταχύτατες, η δε παρακολούθησή τους απαιτεί σοβαρές επενδύσεις οι οποίες έχουν μεσοπρόθεσμο χαρακτήρα και άρα πρέπει να είναι ταχείας αποσβέσεως. Πώς θα πραγματοποιηθούν, όμως, παρόμοιες επενδύσεις στην Ελλάδα όταν η πολιτική εξουσία είναι έρμαιο του λαϊκισμού και της κοντόθωρης πολιτικής προοπτικής;

Έρχεται λοιπόν η …«καταραμένη» ιδιωτική πρωτοβουλία να δώσει κάποιες λύσεις σε ένα τεράστιο κοινωνικό πρόβλημα, το οποίο κανείς δεν θέλει να αντιμετωπίσει στις πολύπλευρες, πραγματικές διαστάσεις του.