Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος, γόνος επιχειρηματικής και δημοσιογραφικής οικογένειας των Πατρών (Νεολόγος Πατρών, 1879-1973), γεννήθηκε στο Ψυχικό το 1941 και φέτος συμπληρώνει 50 χρόνια δημοσιογραφικής καρριέρας.
Οικονομολόγος και ειδικός σε θέματα επικοινωνίας, έχει τιμηθεί με 42 δημοσιογραφικά βραβεία και είναι Ιππότης της Τιμής της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Εργάστηκε 30 χρόνια στον Οικονομικό Ταχυδρόμο και σε άλλα έντυπα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη και συνεργάστηκε με γνωστές εφημερίδες και εξειδικευμένα περιοδικά.
Σήμερα αρθρογραφεί στις εφημερίδες Εστία, Ναυτεμπορική και είναι σύμβουλος στο περιοδικό Μάνατζερ της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων. Επίσης, παρουσιάζει την εκπομπή «Δρόμοι της Ανάπτυξης» στο οικονομικό τηλεοπτικό κανάλι Sbc.
Είναι επίτιμος διεθνής πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και διοικητικός πρόεδρος του ελληνικού τμήματός της, μέλος του ΔΣ της Ένωσης Συντακτών Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και χρημάτισε επί εξαετία πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Τύπου. Από το 2002 είναι μέλος της Γερουσίας για την Ένωση της Ευρώπης, από την οποία και τιμήθηκε για τα άρθρα του περί ομοσπονδιακής Ευρώπης.
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ
ελλαδα το παρασιτο τησ εε

ΕΛΛΑΔΑ ΤΟ ΠΑΡΑΣΙΤΟ ΤΗΣ ΕΕ

Σε ένα περίφημο άρθρο του στον Οικονομικό Ταχυδρόμο της 22ας Ιουνίου 1995, ο τότε διευθυντής του Γιάννης Μαρίνος, υπό τον τίτλο Εικοσαετής “διαπαιδαγώγηση” του Έλληνα, μεταξύ άλλων έγραφε:

«Πώς μπορεί να προχωρήσει σε μία χώρα ο εκσυγχρονισμός της διοίκησης, της οικονομίας και των θεσμών, όταν το ελληνικό έμψυχο υλικό είναι προϊόν ενός ασθενούντος συστήματος που παράγει προβληματικά άτομα; Ποιες αλλαγές μπορούν να γίνουν όταν είναι γνωστές οι καταστροφικές συνέπειες για τους Έλληνες του άθλιου εκπαιδευτικού συστήματος, που με την συνενοχή πολιτικών, εκπαιδευτικών, συνδικαλιστών και γονέων επεβλήθη στην χώρα μας για να παράγει αμαθείς και “άοπλους” νέους, που συντρίβονται στην πρώτη προσπάθειά τους να κατακτήσουν μία θέση στον ήλιο;…».

Προσέθετε δε: «Μία οποιαδήποτε πολιτική, κάποιους νόμους, ακόμα και το Σύνταγμα, μπορείς να τα αλλάξεις από την μια μέρα στην άλλη. Όμως, τον χαρακτήρα, το ήθος, τις ιδέες, τις βεβαιότητες ή τις ανασφάλειες των ανθρώπων δεν μπορείς να τις αλλάξεις παρά ελάχιστα με τον χρόνο. Όπως δεν μπορείς εν μία νυκτί να μεταβάλλεις αγράμματους κα αμόρφωτους σε φωστήρες … Στο πλαίσιο αυτό, γενιές Ελλήνων διαπαιδαγωγήθηκαν, ιδίως τα τελευταία χρόνια, να έχουν δικαιώματα αλλά καμμία υποχρέωση, να λαφυραγωγούν τα δημόσια Ταμεία με φορολόγηση των αδύνατων εισοδηματικών τάξεων και με δάνεια … και να εξαπατούν τους “κουτόφραγκους”, που δεν καταλαβαίνουν από κομπίνες».

Γραμμένα πριν 22 ακριβώς χρόνια, τα παραπάνω λόγια όχι απλώς δεν έχουν ούτε μία ρυτίδα αλλά αποτυπώνουν όσο πιο γλαφυρά γίνεται μία πραγματικότητα η οποία οδήγησε την χώρα στην χρεοκοπία, παράλληλα όμως είναι και η βασική αιτία της σταθερής πλέον παρακμιακής της πορείας.

Φυσικά, για να φθάσει η χώρα σε αυτό το επίπεδο υπονομεύθηκε για πολλά χρόνια ως «αντιδραστική» η παραδοσιακή ηθική, διευκολύνθηκε η βία, δικαιώθηκε η απάτη, στηρίχθηκαν καταλήψεις, παρανομίες και δωροληψίες και, όχι λίγες φορές, καταργήθηκαν δικαστικές αποφάσεις για να επιβραβευθούν παρανομίες δημοσίων ανδρών. Για να αναπτυχθούν όμως όλα αυτά τα φαινόμενα της αθλιότητας και της παρακμής, τεράστιος υπήρξε ο ρόλος μίας χυδαίας, ασύδοτης και παράνομης ραδιοτηλεόρασης, η οποία με τον εμετικό λαϊκισμό της και τις ατιμωτικές σπιλώσεις υπολήψεων, ανέπτυξε ως διαμορφωτές κοινής γνώμης αδίστακτους εκβιαστές και φοροφυγάδες, καθώς και χυδαία πνευματικά απορρίμματα τα οποία τελικά έχουν συντρίψει το πνευματικό και γνωστικό κεφάλαιο της χώρας.

Σήμερα, λοιπόν, αυτό είναι το κολοσσιαίο πρόβλημα της Ελλάδας. Είναι δε πολύ σοβαρότερο από το υψηλό δημόσιο χρέος της και τις παραγωγικές στρεβλώσεις της. Στην χώρα έχουν σχεδόν πλήρως εκλείψει οι απαραίτητες πνευματικές προϋποθέσεις για να μπορέσουν να πραγματοποιηθούν βαθειές και με βάθος χρόνου μεταρρυθμίσεις.

Αυτές, βέβαια, που έπρεπε να είχαν δρομολογηθεί από τα τέλη της δεκαετίας τού 1970, όταν επισημοποιήθηκε η ελληνική ένταξη στην τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ). Μία ένταξη που έγινε τελικά για πολιτικούς λόγους και χωρίς καμμία απολύτως στάθμιση των σοβαρών προβλημάτων που από θεσμικής –και όχι μόνον– πλευράς θα μπορούσε να προκαλέσει στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.

Σίγουρα δε οι πρωτεργάτες της υπογραφής της ένταξης αυτής δεν μπορούσαν να προβλέψουν τί θα συνέβαινε στην Γηραιά Ήπειρο, μετά την αναίμακτη κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων. Κατάρρευση που αφ’ εαυτής δημιούργησε νέες γεωπολιτικές συνθήκες, αποτελούσε όμως και σοβαρό πλήγμα για τους εγχώριους, πέραν του ΚΚΕ, σοβιετολάτρεις και προπαγανδιστές των σοβιετικών συμφερόντων, οι οποίοι έκτισαν περιουσίες διακινώντας την σοβιετική αποπληροφόρηση και προπαγάνδα. Χαρακτηριστική είναι, από την άποψη αυτή, η δήλωση του Σοβιετικού πιλότου που το 1982 κατέρριψε το νοτιοκορεατικό τζάμπο με 280 επιβάτες, στην εφημερίδα Guardian: «Ο μόνος δυτικός πρωθυπουργός που υιοθέτησε την σοβιετική θέση της κατασκοπείας πάνω στο θέμα αυτό ήταν ο Έλληνας». Η δε Ελλάδα υπήρξε η μοναδική χώρα στην Δύση που προέβαλε κατά κόρον τις τότε ανυπόστατες θέσεις του Κρεμλίνου.

Όταν, λοιπόν, για πολλές δεκαετίες, αντιλήψεις, ιδέες, πεποιθήσεις και εξελίξεις έχουν οικοδομηθεί πάνω σε ψέμματα, σε διαστρεβλώσεις και σε ευτελείς ιδεοληψίες, το πνευματικό περιβάλλον που προκύπτει δεν αλλάζει εύκολα, για να μην πούμε ότι είναι ίσως και ανεπίδεκτο αλλαγής. Εξάλλου, αυτό προκύπτει και από τελευταίες δημοσκοπήσεις, όπου η Ελλάδα είναι –μαζί με την Τανζανία και το Βιετνάμ– η πιο φιλορωσική χώρα στον κόσμο! Επίσης, οι κάτοικοι της χώρας μας σε ποσοστό άνω του 80% πιστεύουν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση ωφελήθηκε από την ελληνική συμμετοχή στους κόλπους της και άρα δεν θα πρέπει να μάς ζητά και πολλά-πολλά… Πώς να περιμένει συνεπώς κανείς ότι στην Ελλάδα μπορούν να γίνουν ουσιαστικές θεσμικές και άλλες μεταρρυθμίσεις.

Κατά την εκτίμησή μας, όπως και παλαιότερα έχουμε επισημάνει, η Ελλάδα στο υπόλοιπο του 21ου αιώνα θα επιβιώνει ως παράσιτο της Ευρώπης, θα υποχωρεί δημογραφικά και θα εγκαταλείπεται από τα καλύτερα μυαλά της. Σταδιακά, έτσι, θα υπάρχουν δύο Ελλάδες: αυτή του εσωτερικού, που θα φυτοζωεί, και η του εξωτερικού, που θα διαπρέπει.

Ήδη δε, αν δούμε πού ζουν και σε ποιες χώρες διαπρέπουν διεθνώς Έλληνες ερευνητές, καθηγητές, αθλητές και άλλοι τινες, η εκτίμησή μας επιβεβαιώνεται και από την ζώσα πραγματικότητα. Αυτήν που κάποιοι ντόπιοι φύλαρχοι απεχθάνονται όπως ο διάβολος το λιβάνι.