Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΥΡΙΔΗΣ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΥΡΙΔΗΣ

Ο Παναγιώτης είναι κατά βάση δημοσιογράφος, αν και τα τελευταία χρόνια ασχολείται ευρύτερα με την επικοινωνία. Γεννήθηκε στην Αθήνα, αλλά μεγάλωσε στο Ηράκλειο Κρήτης.
Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Διεθνείς Σχέσεις, και έκανε μεταπτυχιακό στις Στρατηγικές Σπουδές. Ως πολιτικό επιστήμονα και διεθνολόγο τον κέρδισε η δημοσιογραφία, όπου σε αυτήν βρήκε και τον κατάλληλο τρόπο έκφρασης των όσων σπούδασε και του άρεσε να ασχολείται. Επί μια δεκαετία εργάστηκε στην τηλεόραση (ΕΤ2, ΕΤ3, POLIS, ΣΚΑΙ) ως ρεπόρτερ, παρουσιαστής και αρχισυντάκτης εκπομπών, στο ραδιόφωνο (ΑΝΤ1, PLANET), στον περιοδικό Τύπο (ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ, ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ). Από το 1996 μέχρι και τον Ιούλιο του 2013 υπήρξε πολιτικός και διπλωματικός συντάκτης στην εφημερίδα ΕΞΠΡΕΣ κι από το 2004 ο βασικός συντελεστής της στήλης γνώμης «ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ». Επί σειρά ετών αρθρογραφεί στα περιοδικά ΕΠΙΛΟΓΗ και ΤΑΣΕΙΣ, ενώ από τον Ιούνιο του 2009 διατηρεί το new-Deal, το οποίο ίδρυσε μαζί με τον Αλφόνσο Βιτάλη.
Από το καλοκαίρι του 2012 ασχολείται πιο οργανωμένα με την πολιτική και εταιρική επικοινωνία, ως διευθύνων σύμβουλος της Apertus Alveo Communications...
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΥΡΙΔΗΣ
δημοψηφισμα η απαντηση στο διλημμα συνθηκολογηση ή εκλογεσ;

ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΗΣΗ Ή ΕΚΛΟΓΕΣ;

Οι δανειστές άνοιξαν στον Αλέξη Τσίπρα το “παράθυρο ευκαιρίας” για να επιχειρήσει μια “ηρωική έξοδο” που ενδεχομένως και να αναζητούσε. Θέτοντας ως προϋπόθεση για το κλείσιμο της αξιολόγησης, τη νομοθέτηση, τώρα, των μέτρων που θα εφαρμοστούν από το 2019, οι δανειστές έθεσαν στον Έλληνα Πρωθυπουργό ενώπιον του διλήμματος: άνευ όρων συνθηκολόγηση ή αποχώρηση από την εξουσία.

Εναλλακτική επιλογή δεν υπάρχει, όσο κι αν βουλευτές και στελέχη της συμπολίτευσης θα ήλπιζαν σε νέα χρονική αναβολή των επώδυνων αποφάσεων. ΔΝΤ και ΕΕ απαιτούν από κοινού δραστική περιστολή των κρατικών δαπανών οι οποίες σε μεγάλο ποσοστό αφορούν σε μισθούς και συντάξεις – τον πυρήνα της εκλογικής πελατείας του ΣΥΡΙΖΑ – και όχι μόνο…

Όμως, το “πικρό ποτήρι” ή η “καυτή πατάτα” είναι στα χέρια του Αλέξη Τσίπρα. Ή θα πιει το πικρό ποτήρι και θα μείνει στην εξουσία, ελπίζοντας σε κάτι καλύτερο στο μέλλον, ή θα πετάξει την “καυτή πατάτα” στον επόμενο, δηλαδή στον Κυριάκο Μητσοτάκη ο οποίος, δημοσίως τουλάχιστον, εμφανίζεται “έτοιμος” να την παραλάβει.

Στην πρώτη περίπτωση ο Αλέξης Τσίπρας αποδέχεται να γίνει ο “χρήσιμος ηλίθιος”, ο άνθρωπος δηλαδή, που θα ξεπλύνει με την (νέα) υπογραφή του όλες τις αμαρτίες της Μεταπολίτευσης. Στη δεύτερη περίπτωση μπορεί να ελπίζει ότι θα έχει τη δυνατότητα να διεκδικήσει μελλοντικά ένα ρόλο ρυθμιστή των πολιτικών εξελίξεων στη χώρα και το χώρο της Κεντροαριστεράς.

Από τη μια υπάρχει η γοητεία (και τα προνόμια) της εξουσίας από την άλλη ο πολιτικός ρεαλισμός.

Ο πολιτικός ρεαλισμός λέει πως αυτή τη στιγμή, απόρριψη της πρότασης των δανειστών και προκήρυξη πρόωρων εκλογών (και μάλιστα με λίστα) ευνοούν τον Αλέξη Τσίπρα περισσότερο από οποιοδήποτε άλλον πολιτικό αρχηγό. Γιατί:

  • διαφυλάττει το εναπομείναν πολιτικό του κεφάλαιο. Μπορεί να επικαλεστεί (σε όσους μπορούν να το ακούσουν) ότι ήταν “ο πολιτικός που είχε τη βούληση, προσπάθησε, αλλά δεν τα κατάφερε λόγω του εις βάρους του συσχετισμού σε Ελλάδα και Ευρώπη”. Μπορεί να αποποιηθεί των όποιων πολιτικών ευθυνών του και να επικαλεστεί το επίχειρα ότι …τρόικες (εξωτερικού και εσωτερικού) τον έριξαν από την εξουσία.
  • Συντηρεί το αντιμνημονιακό του αφήγημα. Ήταν ο …κοινωνικά ευαίσθητος ηγέτης που αρνήθηκε να ματώσει τα χέρια του με το αίμα των δημοσίων υπαλλήλων και των συνταξιούχων και έτσι να παραμείνει ο πολιτικός προστάτης των συμφερόντων των αδυνάτων.
  • Εκλογές με λίστα του επιτρέπουν α. Να ελέγξει το κόμμα μετεκλογικά β. Να δυσχεράνει την κινητοποίηση της ΝΔ καθώς χωρίς το κίνητρο του σταυρού προτίμησης οι πολιτευτές δεν θα κυνηγήσουν ψήφους, γ. Μετεκλογικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν θα ελέγχει κοινοβουλευτικά το κόμμα του, παραμένοντας όμηρος της καραμανλικής και σαμαρικής πτέρυγας.
  • Ποντάρει στην αδυναμία της ΝΔ να πετύχει αυτοδυναμία και πολύ περισσότερο να διαμορφώσει όρους μετεκλογικής συνεργασίας με τη Δημοκρατική Συμπαράταξη η οποία μετά την επιστροφή Παπανδρέου απάντησε αρνητικά στο στρατηγικό δίλημμα μετεκλογικής συνεργασίας ή όχι με τη ΝΔ. Κάτι που δημιουργεί νέα δεδομένα στο χώρο της Κεντροαριστεράς
  • Αξιοποιεί το κλίμα στην κοινωνία που δεν πιστεύει πως οι εκλογές τώρα θα προσφέρουν λύση στα υπαρκτά αδιέξοδα. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η ΝΔ ανεβαίνει αλλά δεν καλπάζει κι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πέφτει αλλά δεν καταρρέει.
  • Σε περίπτωση που η νίκη της ΝΔ είναι πύρρειος η καυτή πατάτα πηγαίνει στον Κυριάκο Μητσοτάκη κι ενεργοποιείται το σενάριο της δεξιάς παρένθεσης. Ο αρχηγός της ΝΔ θα πρέπει αφενός να σχηματίσει κυβέρνηση και αφετέρου να διαπραγματευτεί με τους δανειστές μια νέα συμφωνία. Κάτι εξαιρετικά δύσκολο όταν η ΕΕ ουσιαστικά δε θα έχει ηγεσία (από τον Φλεβάρη η ΕΕ θα βρίσκεται σε πυρετό εκλογών), όταν το ρολόι της χρεοκοπίας θα μετρά ανάποδα κι όταν η αντιμνημονιακή ρητορική του Αλέξη Τσίπρα θα σαμποτάρει τις περιορισμένες επιλογές του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Πέραν βεβαίως του πολιτικού ρεαλισμού, υπάρχει κι ο πολιτικός καιροσκοπισμός. Θα μπορούσε για παράδειγμα ο Αλέξης Τσίπρας να ζητήσει αυξημένη πλειοψηφία για τη ψήφιση των μέτρων ή ακόμα και να προχωρήσει σε δημοψήφισμα με το ερώτημα παραμονή ή έξοδος από τη ζώνη του ευρώ.

Στην πρώτη περίπτωση η ΝΔ περιέρχεται σε δυσχερή θέση, καθώς θα πρέπει να αρνηθεί ως αντιπολίτευση ένα πακέτο μέτρων για να το ψηφίσει μετά ως κυβέρνηση. Τι άλλο θα υπάρχει στο τραπέζι μετεκλογικά;

Στη δεύτερη περίπτωση, ρίχνει το σπόρο ενός νέου εθνικού διχασμού που αυτή τη φορά θα αφορά στον στρατηγικό προσανατολισμό της Ελλάδας. Θα προσδεθεί στο άρμα του Τραμπ μαζί με τη Βρετανία και ίσως και τη Ρωσία για τη διάλυση του ευρώ; Ή θα παραμείνει σε εκείνο της γερμανικής Ευρώπης και του στενού πυρήνα των κρατών που θα αποδεχθούν τον γερμανικό ηγεμονισμό στη Γηραιά Ήπειρο κι ένα σκληρό ευρώ; Με αυτόν τον ριψοκίνδυνο (αφού οι διεθνείς συσχετισμοί στη Τραμπ εποχή είναι ακόμα ασαφείς) ελιγμό, η κυβέρνηση απαντά στο δίλημμα κλείσιμο αξιολόγησης ή εκλογές, ρίχνοντας τη χώρα (χωρίς διασφαλισμένη τη χρηματοδότηση της) στα αχαρτογράφητα νερά των διεθνών εξελίξεων. Εξελίξεις που θα προσδιοριστούν αφενός από την εξωτερική πολιτική Τραμπ και τον τρόπο που Βρετανία, Ρωσία, Κίνα θα προσαρμόσουν τη δική τους και αφετέρου από τα αποτελέσματα των εκλογικών αναμετρήσεων στις ευρωπαϊκές χώρες – Ολλανδία (αρχικά) Γαλλία (ακολούθως) Ισπανία, Ιταλία (πιθανώς) και Γερμανία το προσεχές Φθινόπωρο.