Σάββατο, 21 Οκτωβρίου 2017
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος, γόνος επιχειρηματικής και δημοσιογραφικής οικογένειας των Πατρών (Νεολόγος Πατρών, 1879-1973), γεννήθηκε στο Ψυχικό το 1941 και φέτος συμπληρώνει 50 χρόνια δημοσιογραφικής καρριέρας.
Οικονομολόγος και ειδικός σε θέματα επικοινωνίας, έχει τιμηθεί με 42 δημοσιογραφικά βραβεία και είναι Ιππότης της Τιμής της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Εργάστηκε 30 χρόνια στον Οικονομικό Ταχυδρόμο και σε άλλα έντυπα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη και συνεργάστηκε με γνωστές εφημερίδες και εξειδικευμένα περιοδικά.
Σήμερα αρθρογραφεί στις εφημερίδες Εστία, Ναυτεμπορική και είναι σύμβουλος στο περιοδικό Μάνατζερ της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων. Επίσης, παρουσιάζει την εκπομπή «Δρόμοι της Ανάπτυξης» στο οικονομικό τηλεοπτικό κανάλι Sbc.
Είναι επίτιμος διεθνής πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και διοικητικός πρόεδρος του ελληνικού τμήματός της, μέλος του ΔΣ της Ένωσης Συντακτών Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και χρημάτισε επί εξαετία πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Τύπου. Από το 2002 είναι μέλος της Γερουσίας για την Ένωση της Ευρώπης, από την οποία και τιμήθηκε για τα άρθρα του περί ομοσπονδιακής Ευρώπης.
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ
απειλη ειναι οι «αστεγοι του λαϊκισμου»

ΑΠΕΙΛΗ ΕΙΝΑΙ ΟΙ «ΑΣΤΕΓΟΙ ΤΟΥ ΛΑΪΚΙΣΜΟΥ»

«Η Ελλάδα τελικά δεν έπεσε στον γκρεμό και επιχειρεί μία αργή έξοδο από την ύφεση των δύο τελευταίων χρόνων όπου την έρριξε ο τυχοδιωκτισμός του ΣΥΡΙΖΑ. Στα χέρια μιας αποφασισμένης και κατάλληλης κυβέρνησης, η οικονομία θα μπορούσε ήδη να έχει αντιδράσει δυναμικότερα. Με την παρούσα κυβέρνηση, όμως, η ανάκαμψη ψαλιδίζεται, η Ελλάδα οπισθοδρομεί πολλαπλά και κινδυνεύει να παγιδευτεί για καιρό σε μία τελματώδη κατάσταση. Οι Συριζανέλ αποδεικνύονται κόμμα της παθητικής προσαρμογής της χώρας στα χαμηλά, εκφράζοντας μία κοινωνία που κινδυνεύει να βολευτεί στην στασιμότητα. Αν όμως αυτή ήταν η μόνη πηγή ανησυχίας, τότε η επανεκκίνηση θα ήταν απλή υπόθεση κυβερνητικής αλλαγής. Το πρόβλημα είναι ότι στην διάρκεια της κρίσης ήλθαν στην επιφάνεια και άλλα προβλήματα, που αφ’ εαυτά απειλούν την κοινωνία, την οικονομία και την δημοκρατία».

Αυτά επισημαίνει σε άρθρο του στα Νέα ο καθηγητής κ. Γιάννης Βούλγαρης και κάνει λόγο για τους «άστεγους του λαϊκισμού», που θεωρεί ότι αποτελούν κοινωνική και πολιτική ωρολογιακή βόμβα.

Και δεν έχει άδικο. Συχνά κουβεντιάζω με ανθρώπους οι οποίοι, επτά χρόνια μετά την εκδήλωση της κρίσης, δεν έχουν καταλάβει τίποτε για τα αίτια και το περιεχόμενό της. Αρκετοί ταξιτζήδες, για παράδειγμα, αναπολούν την εποχή των πολλαπλών μισθώσεων. Κάποιοι μικροεισαγωγείς επώνυμων προϊόντων δεν έχουν ξεχάσει ότι, πουλώντας χωρίς απόδειξη έξι κοστούμια τον μήνα, είχαν εισόδημα για ένα εξάμηνο. Όσο για το μπαρ της γειτονιάς μου, με εισπράξεις 2.000-3.000 ευρώ την ημέρα, δήλωνε αισίως 20.000 ευρώ ετήσια έσοδα!!! Θα μπορούσαμε να απαριθμήσουμε εκατοντάδες παρόμοιες περιπτώσεις, που φέρνουν ανάγλυφα στο προσκήνιο την συνολική οικονομική και κοινωνική παθογένεια της χώρας.

Το πρόβλημα όμως στις μέρες μας είναι ότι αυτή η υποβάθμιση των μεσαίων και των μικροαστικών στρωμάτων που προκαλείται από την κρίση, έχει πλέον δομικό χαρακτήρα και μακροχρόνιες συνέπειες. Επισημαίνει ο καθηγητής κ. Γ. Βούλγαρης:

«Δεν πρόκειται μόνον για οικονομικο-κοινωνική υποβάθμιση, αλλά για πραγματική κρίση ταυτότητας. Τα στρώματα αυτά, στο μεγαλύτερο τουλάχιστον μέρος τους, ξεκίνησαν στην μεταπολεμική περίοδο από τις αγροτικές περιοχές και από την περιφέρεια των μεγάλων πόλεων. Κοινωνικοποιήθηκαν στον αστικό τρόπο ζωής κατά την φάση της ραγδαίας οικονομικής ανάπτυξης των δεκαετιών 1960-1970. Μαζικοποιήθηκαν, ισχυροποιήθηκαν και πολιτικοποιήθηκαν έντονα στην πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο. Αργότερα, στην εποχή των παχιών αγελάδων, μετεξελίχθηκαν σε ένα ευρύ κοινωνικό αρχιπέλαγος που η ταυτότητά του καθοριζόταν πρωτίστως από την επιδεικτική συνήθως καταναλωτική συμπεριφορά.

»Η χρεοκοπία αντέστρεψε ολοσχερώς την εξηντάχρονη εμπειρία συνεχούς κοινωνικής ανόδου. Αποτέλεσμα: η συμβολή αυτών των στρωμάτων στην άνοδο του λαϊκισμού, του ανορθολογισμού και της συνωμοσιολογίας στάθηκε καθοριστική. Γιατί, σε μία χώρα όπως η Ελλάδα όπου δεν υπάρχουν ισχυρές ελίτ, ούτε συμπαγές “κατεστημένο”, ο λαϊκισμός δεν τρέφεται από την “εξέγερση του λαού εναντίον των ελίτ”, αλλά από την κρίση ταυτότητας των μικροαστικών στρωμάτων και το διαζύγιο που παίρνουν από την δημοκρατική “πολιτική ορθότητα”.

»Στο εσωτερικό αυτών κυρίως των στρωμάτων επήλθε επιπλέον μία ριζικότερη και μακροχρόνια δομική μεταβολή. Υπονομεύτηκε η οικονομική λειτουργία της οικογένειας και διερράγη το διαγενεακό συμβόλαιο στο εσωτερικό της. Το πρόβλημα είχε φανεί πριν από την κρίση, καθώς είχε αποτυπωθεί στην σχιζοφρενική κοινωνική υπόσταση του νέου “χλιδάνεργου”, όπως τότε είχε αποκληθεί. Οι “πλούσιοι” γονείς, με τους υψηλούς μισθούς και τις γενναιόδωρες συντάξεις, παρείχαν στα άεργα, άνεργα ή υποαπασχολούμενα παιδιά ένα βιοτικό επίπεδο απλησίαστο για τα εισοδήματα που τα ίδια κέρδιζαν. Στην πρώτη φάση της χρεοκοπίας, έγινε κοινός τόπος ότι η σύνταξη του παππού και της γιαγιάς συντηρεί τα παιδιά και τα εγγόνια. Τώρα, με την δραματική μείωση των συντάξεων και το στράγγισμα των αποταμιεύσεων, ανατρέπεται ριζικά το παραμορφωτικό διαγενεακό συμβόλαιο της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Το πότε η ανάπτυξη και η αύξηση της απασχόλησης όλων, και ιδίως των νέων, θα δημιουργήσουν μία νέα υγιέστερη διαγενεακή ισορροπία, είναι άγνωστο. Ως τότε, θα λειτουργούν οι αποσταθεροποιητικές κοινωνικές συνέπειες».

Και από τις τελευταίες θα επωφελούνται οι αδίστακτοι καιροσκόποι της πολιτικής, οι απατεώνες-έμποροι «οραμάτων» και «σωτηρίας», και γενικά όλοι οι κάτοικοι μίας πνευματικής και πολιτιστικής χαβούζας που ήδη βρίσκονται στο προσκήνιο.

Στην Ελλάδα του πελατειακού κράτους, του φαύλου και αρπακτικού συντεχνιακού συνδικαλισμού, της κατανάλωσης με δανεικά, της εσωστρεφούς παραγωγής και της μεγάλης αμορφωσιάς, οι «άστεγοι του λαϊκισμού» αποτελούν πραγματική αντιμεταρρυθμιστική, αντιφιλελεύθερη και βαθειά σκοταδιστική ωρολογιακή βόμβα μεγάλης εμβέλειας. Παρ’ όλη δε την δυσαρέσκειά της απέναντι στους Συριζανέλ, αυτή η κατηγορία παραμένει δυνητική εκλογική τους πελατεία. Μπορεί πολλοί από αυτούς να βρίζουν τον Τσίπρα, όμως μισούν τους «Σαμαροβενιζέλους», όπως αποκαλούν την συγκυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου.

Οι άνθρωποι αυτοί εκπροσωπούν την ήττα για την χώρα. Το να προσπαθεί κανείς να τούς προσεταιρισθεί, ισοδυναμεί με επιταγή αυτοκτονίας. Αν η ευρωπαϊκή Ελλάδα θέλει να σωθεί, θα πρέπει οι εκπρόσωποί της, ανεξαρτήτως πολιτικής ταυτότητας, να αρχίσουν να ομιλούν για νίκες. Νίκες απέναντι στην φαυλοκρατία, την αμάθεια, την ευτέλεια, το ψεύδος, την παραπληροφόρηση και την οργανωμένη απάτη σε όλα τα επίπεδα. Η χώρα έχει ανάγκη από έναν νέο Τυρταίο, και αν δεν τον βρει έχετε γεια βρυσούλες…