Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017
ΓΙΩΡΓΗΣ-ΒΥΡΩΝ ΔΑΒΟΣ

ΓΙΩΡΓΗΣ-ΒΥΡΩΝ ΔΑΒΟΣ

Ο Γιώργης είναι ποιητής και κριτικός τέχνης. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967. Μετά τις σπουδές Πολιτικού Μηχανικού, Φιλοσοφίας, Κοινωνιογλωσσολογίας, Ελληνικού Πολιτισμού, δίδαξε Αισθητική, Πολιτική Φιλοσοφία και Μεθόδους Κριτικής στην Ιταλία (Σχολή Καλών Τεχνών Μιλάνου, Παν/μιο Βίγο Ισπανία, Πάντειο).
Έχει δημοσιεύσει τρεις ποιητικές συλλογές στην Ελλάδα, και δύο στην Ιταλία (όπου βραβεύθηκε το 2006 με το εθνικό βραβείο Ποίησης Astrolabio στην Πίζα) και συμμετάσχει με κείμενα σε πολλά περιοδικά και διεθνή συνέδρια.
Ως θεωρητικός έχει διοργανώσει λίγες, πλην όμως σημαντικές, μεγάλες εικαστικές εκθέσεις σε Ελλάδα και Εξωτερικό.
Συγγραφέας βασικών κειμένων σε πλείστους καταλόγους τέχνης στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό, μεταφραστής πολλών βιβλίων από 9 γλώσσες (τελευταίο "Η Γραμματική του Πλήθους" του Πάολο Βίρνο, εκδόσεις Αλεξάνδρεια).
ΓΙΩΡΓΗΣ-ΒΥΡΩΝ ΔΑΒΟΣ
40 xρonia απο τη σφαγη τησ piazza fontana: το κρατοσ κι η τρομοκρατια του

40 XΡONIA ΑΠΟ ΤΗ ΣΦΑΓΗ ΤΗΣ PIAZZA FONTANA: ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΙ Η ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΟΥ

Στις 12 Δεκεμβρίου συμπληρώθηκαν 40 χρόνια από ένα επεισόδιο, αιματηρό και απεχθές, το οποίο ακόμη προκαλεί αναταράξεις στη σκηνή της πολιτικής, της Ιστορίας και των κομματικών παθών στην Ιταλία.

Η πολυαίμακτη έκρηξη της 12ης Δεκεμβρίου 1969, στην Αγροτική Τράπεζα της Πιάτσα Φοντάνα του Μιλάνου,  της οποίας οι δράστες αγκαλά και δεν έχουν τιμωρηθεί ακόμη, μολονότι είναι πλέον ηλίου φαεινότερο από ποιόν (νεοφασιστικό) χώρο προέρχονταν, εξακολουθεί έως τους σημερινούς καιρούς ν’ αποτελεί ένα από τα πιο ενδεικτικά παραδείγματα της εκμαυλιστικής επιρροής που μπορεί να έχει η κρατική χειραγώγηση των γεγονότων και της πληροφόρησης και της ανατριχιαστικής αήθειας που μπορούνε να επιδείξουν οι κρατικές υπηρεσίες πληροφοριών, στη σύλληψη, οργάνωση, στρατολόγηση πρόθυμων στοιχείων και στην εκτέλεση τέτοιων πράξεων (τούτο το τελευταίο παράδειγμα μπορεί να εκληφθεί κι ως μία έμμεση απάντηση στον υπουργό «Προστασίας» του Πολίτη Χρυσοχοΐδη, που θέλει να υπαχθεί η ΕΥΠ στο υπουργείο του—ίσως για να μπορεί να έχει τη δυνατότητα να μηχανεύεται πιο εύκολα πιθανές ‘προβοκάτσιες’, έχοντας την πρόφαση της «νομιμότητας»).

Το επεισόδιο της Πιάτσα Φοντάνα, και ό,τι επακολούθησε—ιδίως με τον «θάνατο» του αναρχοσυνδικαλιστή Τζουζέπε Πινέλι μέσα στο αστυνομικό τμήμα—αποτελεί ένα δείγμα της βρώμικης διαχείρισης της κρίσης των Μολυβένιων Χρόνων (Anni di Piombo) από το ιταλικό πολιτικο-δικαστικό κατεστημένο, τις μυστικές υπηρεσίες, και την πανταχού παρούσα CIA (με τις διάφορες επιχειρήσεις Gladio της, που άπλωναν κι απλώνουν τα παρακλάδια της και στην Ελλάδα). Μία στρατηγική που είχε ως κύριο μέλημα τον εξοπλισμό των ακραίων νεοφασιστικών στοιχείων, όπως της «Νέας Τάξης» (Ordine Nuovo) του Πίνο Ράουτι και την επιμελητειακή, πολιτική, επικοινωνιακή τους συνδρομή στο να πραγματοποιούν ένοπλες προβοκάτσιες, τις οποίες οι μηχανισμοί ελέγχου της κοινής γνώμης απέδιδαν στην «κόκκινη τρομοκρατία». Μέχρι κι ο τοτινός πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας Σάραγκατ είχε επιστρατευθεί για να συκοφαντήσει τις αριστερές οργανώσεις και το πρωτοποριακό συνδικαλιστικό και φοιτητικό κίνημα της εποχής, όπως στην περίπτωση της δολοφονίας του αστυνομικού Ανναρούμμα, που μολονότι έως σήμερα δεν έχει αποδειχθεί εάν επρόκειτο για ατύχημα, όχι όμως για δολοφονία, είχε σπεύσει να την αποδώσει στο αριστερό κίνημα (μήπως τούτες οι πρακτικές θυμίζουν έντονα σημερινές αναλογίες, τύπου Ρεσάλτο και αριστερών τρομοκρατών συνδεδεμένων με το οργανωμένο έγκλημα;). Όχι μόνον η έκρηξη στην Πιάτσα Φοντάνα, αποδείχθηκε πως υπήρξε οργανωμένο σχέδιο κι εκτέλεση των νεοφασιστικών στοιχείων, αλλά επίσης και πολλές άλλες παρόμοιες ενέργειες, από τη δολοφονία αστυνομικών στο Φρίουλι κι αλλού, ώσαμε την βομβιστική επίθεση στον σταθμό της Μπολόνια. Άλλωστε, είτε οι έρευνες, είτε τυχαία περιστατικά επιβεβαίωσαν στο κύλισμα του χρόνου το πόσο ευσταθούσε το –επιστημονικής φαντασίας υπό άλλες συνθήκες—σενάριο για συνεργασία όλων αυτών των κύκλων, περιλαμβανομένης και της CIA: η σύλληψη το 1972 του ‘Νεοταξικού’ Φράνκο Φρέντα κι η διαπίστωση ότι τα εκρηκτικά της έκρηξης προέρχονταν από τον κύκλο του, ή η απαγγελία κατηγοριών το 1998 από τον μιλανέζο δικαστή Γκουΐντο Σαλβίνι κατά του αμερικανού αξιωματικού Ντέιβιντ Κάρετ—σταθμάρχη της CIA—για στρατιωτική κατασκοπία και άμεση συμμετοχή στα γεγονότα της Πιάτσα Φοντάνα.

Η επίθεση στην Πιάτσα Φοντάνα, παρά την μεθοδευμένη αποτυχία της δικαιοσύνης να καταδικάσει τους εντοπισμένους ενόχους (Κάρλο Μαρία Μάτζι, Ντέλφο Τζόρτζι και Τζανκάρλο Ρονιόνι), συντηρεί την ανάγκη να υπάρξει κάποτε μία θαρραλέα αποτίμηση της ευθύνης που φέρει  για τη δράση του εκείνην την εποχή ένας συγκεκριμένος χώρος—το νεοφασιστικο MSI—παρά την άφεση που προσπαθεί να του προσφέρει μέσω της λήθης και της συμμετοχής σε μία (πραγματική;) δημοκρατική διαδικασία ο μεταλλαγμένος πολιτικός επίγονός του της Εθνικής Συμμαχίας (ΑΝ) του Τζανφράνκο Φίνι, που συμμετέχει στη σημερινή κυβέρνηση Μπερλουσκόνι, αλλά υπενθυμίζει επίσης την εγγενή δυνατότητα που έχει το κράτος να ασκεί εκείνο τρομοκρατία. Γιατί πάντοτε τα κράτη που αντιμετωπίζουν μία σοβαρή κοινωνική κρίση καταφεύγουν πάντοτε και μόνο στην, λεγόμενη Αμυντική τρομοκρατία, μία έμμεση μορφή τρομοκρατίας, η οποία πρέπει πάση θυσία να φαίνεται πως στρέφεται εναντίον τους.

Ο Τζανφράνκο Σανγκουϊνέτι υπενθυμίζει στο ανεπανάληπτό του «Περί της Τρομοκρατίας και του Κράτους» (ελλ. Μτφ Ύψιλον, 1982, σελ 70) πως «το (κάθε) κράτος εξασθενημένο από τις επιθέσεις που δέχεται αυτό κι η οικονομία του (…) αναλαμβάνει μ’ επισημότητα να σκηνοθετήσει το θέαμα της κοινής και πανίερης άμυνας μπροστά στο τέρας της τρομοκρατίας. Και στο όνομα αυτής της ευλαβικής αποστολής μπορεί να απαιτεί απ’ όλους τους υποτελείς του ακόμη ένα κομμάτι από τη φτενή τους ελευθερία, που πάει και δυναμώνει τον αστυνομικό έλεγχο σ’ όλον τον πληθυσμό». Κι ο κρατικός έλεγχος ως γνωστόν ανθεί και τρέφεται εκεί όπου υπάρχει η αστάθεια (στην απασχόληση, στην οικονομία, στις εργασιακές σχέσεις, στον συνδικαλισμό), την οποία βαπτίζει «αταξία», «ανομία», παρότι είναι το ίδιο που τη συντηρεί, υποστηρίζοντας αφηρημένες μορφές κοινωνικού/πολιτικού/εργασιακού/ επικοινωνιακού γίγνεσθαι ώστε να ενισχύει την απροσδιοριστία και το άγχος της ‘δυστυχούς συνείδησης’ των ανερμάτιστων πολιτών, όπως θα έλεγε κι ο Χέγκελ.

Δυστυχώς, η σφαγή της Πιάτσα Φοντάνα, μόλο που αποδείχθηκε ότι ήταν έργο των μυστικών υπηρεσιών (SID) και των φασιστικών κύκλων, κατέδειξε γι’ άλλη μία φορά και την εγγενή ανικανότητα των αριστερών κομμάτων (ακόμη και των ακραίων οργανώσεων, όπως η Lotta Continua) να δείξουν με το δάκτυλο την πασιφανή αλήθεια: ότι το κράτος και η δημοκρατική Πολιτεία δεν διστάζει να σφάξει όταν νοιώθει ότι υπάρχει επιβουλή, πραγματική, ή προφασισμένη, εναντίον των νόμων του (γραπτών κι εθιμικών): όπως θα έλεγε κι ο Μαρξ «για το κράτος ένας νόμος υπάρχει κι είναι απαραβίαστος: η επιβίωση του κράτους». Και το κράτος μπορεί προβοκατόρικα να δολοφονήσει ακόμη και δικά του παιδιά (βλέπε αστυνομικούς, ή πράκτορες) και να μετακυλίσει την ευθύνη στους «αναρχικούς», ή τους «τρομοκράτες», όποτε τα συμφέροντα και τ’ αδιέξοδά του το επιβάλλουν.  Η θεωρία του Καρλ Σμιντ για την διαρκή αναζήτηση από το κράτος ενός εχθρού (είτε ως εξωτερική επιβουλή, είτε ως εσωτερικό κίνδυνο) για τη νομιμοποίησή του και την επιβίωσή του, σε πολλές περιπτώσεις της πρόσφατης πολιτικής ιστορίας (όχι μόνον στην Ιταλία) έχει επιβεβαιωθεί πλειστάκις. Η σφαγή της Πιάτσα Φοντάνα είχε οργανωθεί στην εντέλεια: πρώτα έγιναν οι αναίμακτες πρόβες στις εκρήξεις τον Απρίλιο του 69 στη Φιέρα και στον σταθμό του Μιλάνου, και κατόπιν σε διάφορα τραίνα, προτού δοθεί το αποφασιστικό κι αιματηρό πλήγμα του Δεκέμβρη (όπως ακριβώς είχε προβαρισθεί κι η απαγωγή του Μόρο, με την αναίμακτη απαγωγή του Ντε Μαρτίνο το ‘77). Όμως οι πρόβες των μυστικών υπηρεσιών, επισημαίνει ξανά ο Σανγκουϊνέτι, πάντοτε υποδεικνύουν τους στόχους που θα επακολουθήσουν: το 69 ήταν ο πληθυσμός, το 79 ένας πολιτικός. Και το σύστημα αντέδρασε κατάλληλα και συντεταγμένα: κατηγόρησε εκείνους που ήθελε, κάλυψε όσους επιθυμούσε και κατόρθωσε να περάσει τα μέτρα και τα μηνύματα που επιδίωκε με το μικρότερο δυνατό κόστος. Διότι η ανθρώπινη ζωή δεν είναι τίποτε μπροστά στα οργανωμένα συμφέροντα του κράτους και των χορηγών του.

 

(Το άρθρο τούτο μπορεί να θεωρηθεί κι ως ένα σχόλιο στην πρόθεση του Χρυσοχοΐδη να υποτάξει την ΕΥΠ –μία υπηρεσία που υποτίθεται εργάζεται για την ασφάλεια της χώρας—στο υπουργείο του, που περισσότερο από τον καθημερινό πολίτη φροντίζει μάλλον να υπερασπίζεται την ασφάλεια των εκλεκτών.Η απόφαση τούτη ενδεχομένως να αποβεί λίαν επικίνδυνη για τα δικαιώματα και την ασφάλεια των πολιτών. Διότι νομιμοποιεί μία στενή συνεργασία (που ούτως, ή άλλως υπήρχε) ανάμεσα στις κατασταλτικές αρχές και στις μυστικές υπηρεσίες, χωρίς όμως τη μεσολάβηση δικαστικής διαταγής, δηλ. ενός τύποις ελεγκτικού μηχανισμού. Σε τούτην την περίπτωση ο καθένας μπορεί να γίνει έρμαιο μίας κρατικής αυθαιρεσίας και μίας παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της προσωπικής του ζωής. Πλέον με υπουργική απόφαση μπορούν να καταστρατηγούνται δικαιώματα, να υποκλέπτονται στοιχεία και να σπιλώνονται προσωπικότητες, να χαλκεύονται ενοχοποιητικά στοιχεία. Μία, υποτίθεται, ανεξάρτητη σε πολλές πτυχές της δράσης της υπηρεσία, περνά στον έλεγχο ενός πολιτικού και των κομματικών σκοπιμοτήτων. Εάν η κυβέρνηση κι οι μυστικές υπηρεσίες ήσαν πάντοτε συγκοινωνούντα δοχεία, φαντασθείτε τι είδους ακρασία αυθαιρεσιών μπορεί να πυροδοτήσει τούτη η εξέλιξη. Τα δ’ άλλα σιωπώ….ΓΔ)