Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017
μια φορα κι ενα (κακο!) καιρο…

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑ (ΚΑΚΟ!) ΚΑΙΡΟ…

του ΓΙΩΡΓΟΥ Σ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑ

Ξεκίνησα το πρωί από το σπίτι, γεμάτος αγωνιστική διάθεση, να κατέβω στη συγκέντρωση στο Σύνταγμα. «Δεν θα πε-ρά-σουν!», σιγοψυθίριζα με ρυθμό.

Στάση πρώτη, πετάω τα σκουπίδια στον κάδο. Δεν φταίω που είναι ανοιχτή η σακούλα – δεν έκλεινε, έβαλα μέσα και τα ανακυκλώσιμα, αλλά βρε παιδί μου, τόσο μακριά έβαλαν και αυτοί τον μπλε κάδο; Και, άλλωστε, τί έγινε από μια φορά; Εγώ θα ρίξω έξω την ανακύκλωση;

Στάση δεύτερη, στο περίπτερο για τσιγάρα. «Κίνηση έχει σήμερα. Ολοι στο δρόμο είναι», σκέφτηκα καθώς στεκόμουν στην ουρά, ανάμεσα σε στίβες περιοδικών, ειδικά κιόσκια και ψυγεία που ήταν απλωμένα στο πεζοδρόμιο καλύπτοντας τις ειδικές «διαβάσεις» που φτιάχτηκαν για τους τυφλούς.

Γυρνάω να πάρω το αυτοκίνητο – καλά που το θυμήθηκα γιατί θα έχουν απεργία αύριο τα βενζινάδικα. «Δεν θα πε-ρά-σουν!» έλεγα από μέσα μου, λίγο πριν η σκέψη πως «Βρε συ, σαν να πολυακρίβυνε η βενζίνη» διακόψει το ρυθμό και στείλει μακριά κάθε συλλογισμό περί τη χρόνια κερδοσκοπία των βενζινοπωλών.

Στάση τρίτη, επιστρέφω για να παρκάρω το αυτοκίνητο. «Εντάξει μωρέ, και τί έγινε που ανέβηκα στο πεζοδρόμιο; Εκτός του ότι βιάζομαι να φύγω και δεν έχω ώρα για μανούβρες, τί θα πειράξει για μερικές ώρες; Από μένα θα χαλάσει η Αθήνα;», είπα απομακρυνόμενος με κατεύθυνση τη στάση του λεωφορείου. Αργεί να έρθει. Σάμπως έρχεται και ποτέ στην ώρα του; Ποτέ! Στο περίμενε, νά και μερικά σινιάλα από διερχόμενα ταξί, για να διαπραγματευτώ την επιβίβασή μου σαν δεύτερη, ή τρίτη κούρσα. Ετσι δεν γίνεται πάντα;

Αντιστέκομαι και περιμένω το λεωφορείο. Αλλωστε, και αφού δεν έχω να κάνω … μανούβρες, διαθέτω λίγο χρόνο ακόμα. Δικαιώνομαι: Ερχεται το λεωφορείο: Ο καημένος ο οδηγός φταίει για την καθυστέρηση; Μπα, μάλλον όχι. Τον βλέπω καταταλαιπωρημένο, να καπνίζει από την απελπισία του και να μοιράζεται τον πόνο του με κάποιον φίλο, μιλώντας στο κινητό. Δευτερόλεπτα για ν’ αλλάξει χέρια στα μικροαντικείμενα που κρατεί, για να απελευθερώσει το ένα και να πατήσει το κουμπί ν’ ανοίξουν οι θύρες. Μπαίνω και στρογγυλοκάθομαι: Δεν χτυπάω εισητήριο – σιγά μην γίνει έλεγχος σήμερα, τέτοια μέρα… Τί, δηλαδή, από μένα θα πέσει έξω ο προϋπολογισμός της ΕΘΕΛ; «Δεν θα πε-ρά-σουν!»

Στάση τέταρτη, κατεβαίνω Κλαυθμώνος. Να περπατήσω και λιγουλάκι. Να δω και καμιά βιτρίνα, βρε αδερφέ! Ολες τις άλλες μέρες, σκαστός από το γραφείο, τί να ευχαριστηθώ; Ανάβω αμέσως τσιγάρο, ν’ απαλλαγώ και από το άδειο πλέον πακέτο – αφού πήρα άλλο. Το πετάω διακριτικά. Τα καλάθια είναι μακριά. Σιγά! Από μένα θα βρωμίσει η Αθήνα;

Στάση πέμπτη, λέω να κάτσω για έναν καφέ. Ευτυχώς που δουλεύουν τα γκαρσόνια – έχουν ανάγκη αυτά ν’ απεργήσουν; Κι αν το κάνουν, πού θα πιούμε εμείς καφέ; Να μας τον στερήσουν κι αυτόν, τα καθάρματα οι πολιτικοί; Οχι, φυσικά! Γι’ αυτό κι εμείς αντιστεκόμαστε και τον πληρώνουμε χρυσάφι – μη δίνοντας σημασία στο ότι οι υπερβολικά υψηλές τιμές όχι μόνο δεν έπεσαν, όταν μειώθηκε από 2% στο 0,5% ο δημοτικός φόρος, αλλά αυξήθηκαν κιόλας, σε μια αγωνιώδη προσπάθεια των ιδιοκτητών να διατηρήσουν αυξάνοντας τα κέρδη τους…

Στάση έκτη, κάτω από το πανό. Ομως… Ποιό πανό απ’ όλα;

Στον ίδιο χώρο, εκείνοι που ζητούν αποζημίωση που τους έδιωξαν από τη δουλειά του δημοσίου, πριν προσληφθούν σε άλλη δουλειά του δημοσίου. Κι οι άλλοι, που θέλουν να κρεμάσουν έναν Αλβανό, πάνω από πυρπολημένα κορμιά μαύρων. Και παραδίπλα οι εκπαιδευτικοί που μπορεί να ανεχτούν μια ζωή μέσα σε μια βρώμικη και ελλιπή εκπαιδευτική διαδικασία, αλλά το επίδομα, αααααα, όχι! Οχι και αυτό! Να πάω λίγο πιο κεί; Μπα… Εκεί δέρνουν τον Παναγόπουλο της ΓΣΕΕ. Παραπέρα; Ούτε! Ψεκάζουν δημοκρατικά τον Γλέζο. Θα περιμένω να φύγουν… Θα προλάβω, όμως; Μετά, λέει, στον ίδιο χώρο θα μαζευτούν όσοι θέλουν να κατεβάζουν δωρεάν ταινίες από το διαδίκτυο. Να τις βλέπουν, όταν θα γυρνούν κουρασμένοι στο σπίτι, από διαδηλώσεις κατά των απολύσεων στην βιομηχανία του θεάματος…

Αστραπιαία μου περνά μια ιδέα: Θα φτιάξω το δικό μου πανό… Ακυρο! Και τί, δηλαδή, να γράψω επάνω; Αφού, «περάσαν» ήδη, και μάλιστα τόσοι πολλοί και τόσες πολλές φορές από πάνω μου…

Επιστρέφοντας στο σπίτι, φλερτάρω πάλι με την ιδέα να το γυρίσω σε αγρότης. Τελικά οι επιδοτήσεις δεν ακούγονται και τόσο κακή περίπτωση… Ασε δε που και το σύνθημά μου «Δεν θα πε-ρά-σουν», θα μου χρειαστεί για του χρόνου στο μπλόκο της εθνικής!…

Στάση τελευταία: Στο σαλόνι, χαλαρώνω διαβάζοντας ένα παράξενο βιβλίο: Σε ένα κράτος-φρούριο, λέει, που μοιάζει με το Βυζάντιο και με την Ελλάδα, λέει, όλοι «στο πόδι» φυλάγανε από ψηλά στα τείχη τα σύνορα, λέει, με το βλέμα καρφωμένο στον ορίζοντα, λέει. Παρατηρούσαν μήπως κι έρθει ο βάρβαρος κατακτητής και τους καταστρέψει τη χώρα. Ξάφνου, λέει, αναταραχή έπεσε στις τάξεις των φτωχών πλην όμως τιμίων «φρουρών»: Αναστατώθηκαν, λέει, σαν είδαν αιφνιδιαστικά κόσμο, με κάτι φορτωμένο στην πλάτη, από το εσωτερικό του φρούριου να τρέχει προς άγνωστη κατεύθυνση. Τί συνέβη, αναρωτήθηκαν και γύρισαν, λέει, να δουν τί γίνεται στο εσωτερικό του περήφανου, λουμσένου με δαφνόνερα της Ιστορίας κράτους που φυλάγανε. Και τί να δουν; Καμένα σπίτια, λέει… Λεηλατημένες περιουσίες, λέει… Μερικοί που κοιμόντουσαν βαριά μετά τα πολύωρα γλέντια, λέει, ξύπνησαν κι αλαφιασμένοι τριγυρνούσαν βρίζοντας τους αφέντες που άφησαν το χάος να βασιλέψει, λέει… Εβριζαν και τους φρουρούς, γιατί δεν είχαν εκείνοι το νου τους τί γίνεται πίσω από την πλάτη τους, λέει. Κάποιοι άλλοι, λέει, χτυπούσαν αλύπητα και τους δούλους γιατί τους θεώρησαν κατάρα για τον τόπο που τους φυλοξενούσε. Ακου! Ακου πράγματα! Μα ούτε στα παραμύθια δεν συμβαίνουν αυτά… Τουλάχιστον, ας είχε ένα δράκο! Τί; Πώς; Θα βγει και συνέχεια σε επόμενη έκδοση; Και θα έχει εκεί όχι έναν, αλλά πολλούς δράκους; Χμ… Για να δούμε…