Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017
αξιοσ ο μισθοσ

ΑΞΙΟΣ Ο ΜΙΣΘΟΣ

του ΓΙΩΡΓΗ-ΒΥΡΩΝ ΔΑΒΟΥ

Ειλικρινώς αισθάνομαι υπερήφανος για τον τρόπο που άξιος λειτουργός της ελληνικής δημοσιογραφίας κράτησε ψηλά το φρόνημα της χώρας μας, κατά τη συνέντευξη που ακολούθησε τη συνάντηση του πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου με τη γερμανίδα καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ.

Ο βλοσυρός τρόπος, αγκαλιά και με ελαφρά τρεμάμενη φωνή, ίσως από την ένταση, ίσως από το τρακ (που μπορεί ν’ αναγνωρίσει κάποιος που έχει κάνει τηλεόραση), με τον οποίον ο δοκιμασμένος δημοσιογράφος επεχείρησε να βάλει στη θέση της τη Μέρκελ με συγκίνησε πραγματικά.

Διότι ο άνθρωπος αυτός ζήτησε τον λόγο από την καγκελάριο για τα όσα μας έχει σύρει ο Τύπος και οι πολιτικοί της χώρας της, την ώρα που ο πρωθυπουργός του — τον οποίον ο ίδιος παροτρύνει και χειροκροτεί να λάβει τα, βασιλικότερα του βασιλέως, μέτρα που έλαβε — ευχαριστούσε για νιοστή φορά τη γερμανίδα συνομιλήτριά του.

Διότι ο καλός ρεπόρτερ είχε το σθένος να υπερασπισθεί την πατρίδα του, ακόμη κι όταν ο ίδιος ο πρωθυπουργός δήλωνε (μετά την επωδό των ευχαριστιών προς τη Μέρκελ) στην ερώτηση γερμανού δημοσιογράφου για την λύση της πώλησης των νησιών, πως μία τέτοια εκποίηση θα έφερνε μόνον άπαξ κάποια χρήματα στην Ελλάδα – κοντολογίς, ο διορατικός πρωθυπουργός όχι μόνον δεν καταδίκασε αλλά και ως σκέψη δεν απέκλειε την πώληση, εάν κάτι τέτοιο απέβαινε μακροπρόθεσμα επικερδές. Και εν συνεχεία καλούσε τους Γερμανούς να επενδύσουν στα ελληνικά νησιά με φωτοβολταϊκά και ανεμογεννήτριες – κάτι δηλ. προσπαθούν επί χρόνια να κάνουν ελληνικές επιχειρήσεις χωρίς αποτέλεσμα.

Όχι, ο μόνος που έμεινε για να αντιμετωπίσει τους Γερμανούς ήταν εκείνος που υποστήριζε επί χρόνια την ένταξη της Ελλάδος στο ευρώ με τα στοιχεία που παρέθετε η κυβέρνηση Σημίτη, που επαινούσε τη «δήθεν» ανάπτυξη των Ολυμπιακών Αγώνων—που ξεφούσκωσε μεν, αλλά πρόλαβε να φουσκώσει το ελληνικό χρέος και τις τσέπες των Γερμανικών κατασκευαστικών εταιρειών και της Siemens—εκείνος που καταδίκαζε την Αλογοσκούφεια απογραφή, αλλά δικαιολογούσε την αναπροσαρμογή προς τα άνω του χρέους.

Ήταν μόνον εκείνος που υποστήριξε το αξιόπιστο προφίλ του Γ.Παπανδρέου στο εξωτερικό, του προέδρου της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, που ο λόγος του μετράει στα διεθνή φόρα, της προσωπικότητας παγκόσμιας εμβέλειας και καθολικής αποδοχής, που θα μας βοηθούσε να δανεισθούμε με καλλίτερους όρους—όπως κι έγινε. Φευ, κανείς πλέον δεν θυμάται Την αρχιλοχική προτροπή του «ου φίλεω μέγαν στρατηγόν και διαπεπλιγμένον», αλλά «ασφαλέως βεβηκώς ποσσί, καρδίης πλέως». (δε θέλω αψηλό και περήφανο, ξομπλιαστό, στρατηγό, αλλά κάποιον που, ακόμη και στραβοκάνης και κακάσχημος να είναι, σταθερά να βαδίζει στα πόδια του και νάναι γιομάτος θάρρος).

Κυρίως, ο τολμηματίας ελευθερογνώμων, ουδαμώς ορρώδησε προ της γερμανικής αλαζονείας, κι έχοντας ήδη αποδεχθεί τη μείωση του 14ου μισθού του από, τουλάχιστον, τη μία κρατικοδίαιτη θέση του (στην οποία ως καλός κρατικοδίαιτος δεν συνεισφέρει), τόλμησε κι απέδειξε τη μεγαλοφροσύνη του να βάλει το κρατικό δίκαιο και την λαϊκή αγανάκτηση (και φυσικά τα κομματικά ιδανικά) για να κεραυνώσει όσους επιβουλεύονται το κράτος.

Δυστυχώς, αντίθετα με τον πρωθυπουργό του, που με τις διαρκείς ευχαριστίες του προς τη Μέρκελ για τη λόγω κι όχι έργω υποστήριξή της, ο καλός δημοσιογράφος λησμόνησε τα ιστορικά παραδείγματα, που επί αιώνες παραμένουν τα ίδια: το vae victis, το αδυσώπητο «ουαί της ηττημένοις» του Βρέννου, επαναλαμβάνεται σε κάθε παρόμοια περίσταση. Και δυστυχώς, η Ελλάδα είναι ο σκληρά ηττημένος στην περίπτωση αυτή και οι ηττημένοι δεν μπορούνε να διεκδικήσουν τα δίκαιά τους από τους ισχυρούς, παρά να υπακούσουν στους όρους τους. Τη στιγμή μάλιστα, που από μόνοι τους έχουν αποδεχθεί όρους ακόμη πιο βαρείς και τραχείς από εκείνους που θα ήθελαν οι ισχυροί (καταρρίπτοντας το παγκάλειο επιχείρημα το να πέσουμε, αλλά μαχόμενοι).

Εν τούτοις, ο δημοσιογράφος απέδειξε πως ξέρει να παλαύει για τους αρχηγούς του, για την πατρίδα του, για το κόμμα του. Μπορεί και στέκεται δίπλα του ακόμη κι όταν δεν του το ζητήσουν, έτσι από ηθική υποχρέωση. Γι’ αυτό και αξίζει και παραξίζει η(οι) κάθε αργομισθία(ες) του