Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017
περι απραξιασ τησ γλωσσασ των πολιτικων

ΠΕΡΙ ΑΠΡΑΞΙΑΣ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ

του ΓΙΩΡΓΗ-ΒΥΡΩΝ ΔΑΒΟΥ

Ένα από τα διασημότερα, ίσως, βιβλία του διαλεκτού φιλοσόφου J.L.Austin τιτλοφορείται «Πώς να κάνουμε πράγματα με τις λέξεις». Σε τούτο το θεμελιώδες για τη φιλοσοφία της γλώσσας κείμενο, ο καινοτόμος στοχαστής αναπτύσσει και κατοχυρώνει την ιδέα της «επιτελεστικότητας» (performativity), πιστώνοντας στη γλώσσα (κι ιδίως στην καθημερινή ομιλία) την ικανότητα κι ιδιότητα της ενεργούς δράσης (εξ ού κι η γνωστή κι εισηγμένη από τον ίδιο έννοια των Γλωσσικών Πράξεων =Speech Acts).

Στο γενικό πλαίσιο της θεωρίας της επιτελεστικότητας η ομιλία είναι μία δράση ικανή να μεταβάλει τον κόσμο, όχι απλώς να τον αντανακλά. Εν ενί λόγω, δίνει τη δυνατότητα να πραγματώνεται μία αναγωγή των νοητικών καταστάσεων, μέσω της προθετικότητας του βουλητικού υποκειμένου σε μία φυσική πράξη με εμπρόθετο προσδιορισμό του αποτελέσματος της ποθητής εικόνας που έχει διαμορφώσει ως αίτιο της βούλησής του το ίδιο υποκείμενο. Φυσικά, τα πράγματα, ιδίως όσα βασίζονται στην αμετροεπή πίστη και αποκλειστικώς στις βουλητικές ανάγκες του ανθρώπου σχεδόν ποτέ δεν έχουνε μία αιτιωδώς τελεσφόρο έκβαση, έτσι ώστε να μπορούμε ασφαλώς να ισχυρισθούμε ότι, όντως, μπορεί να λειτουργήσει και να θεμελιωθεί εμπειρικά, τελεολογικά, μία απόλυτη αναγωγή του νοητικού στο φυσικό (άλλωστε τούτο το αποδεικνύει θεωρητικά, αλλά κι έμπρακτα, ο Donald Davidson, διατυπώνοντας την αρχή του ανόμαλου (από το α-νόμος, κι όχι το ανώμαλος, για να το διαχωρίζει από την «ανομία») και δεν νομίζω ότι πρέπει να επεκταθούμε περαιτέρω σ’ αυτό το ζήτημα.

Μολαταύτα, όταν κανείς εξετάζει πιο προσεκτικά τις απανταχού δηλώσεις και περισσότερο τις υποσχέσεις των πολιτικών (ιδίως μάλιστα των Ελλήνων) εύλογα αποπειράται να τους κατατάξει αυθωρεί και παραχρήμα στην πιο ακραία κατηγορία των οπαδών του Austin, καθώς ακούγοντάς τους αποκομίζει κανείς την ιδέα πως οι ίδιοι είναι πεπεισμένοι πως μόνη η προθετικότητα των ρηθέντων τους μπορεί να τα μετουσιώσει σε πράξη κι η γλώσσα τους αρκεί από μόνη της να μεταμορφώσει τον κόσμο.

Ακόμη και στις πιο ειλικρινείς τους εκδηλώσεις φιλαλήθειας, οι πολιτικοί είναι εμφανώς πως παραπέμπουν σε μία μεταφυσική αναγκαιότητα της πίστης και των πεποιθήσεων στον πολιτικό λόγο, που βασίζεται σε μία συναισθηματική, συνάμα με τη μεταφυσική της, εκδοχή της εμπιστοσύνης. Μίας εμπιστοσύνης, που παραπέμπει διαρκώς σε κατηγορίες, οι οποίες έχουν να κάνουν περισσότερο με εκείνο που συνηθίζουμε να αποτελούμε πάθη (όχι μόνον με την αρνητική τους χροιά) και την λελογισμένη ή ακρασιακή λειτουργία τους. Πρόκειται για το παντοτινό πρόβλημα, από την εποχή του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, μέσω των Στωϊκών και των Σχολαστικών, ίσαμε τους Άγγλους Εμπειριστές και τον Διαφωτισμό, τον Καντισμό, και την αναλυτική φιλοσοφία, του πώς θα ελεγχθεί η πίστη και τα πάθη και εάν η ηθική μπορεί να εδραιωθεί πάνω σε λογικές αρχές, ή αποτελεί έρμαιο της βούλησης και του συμφέροντος των ατόμων. Συνεπώς, το ερώτημα στην περίπτωσή μας μετατίθεται στην εξέταση του κατά πόσον λογικά, ή μεταφυσικά είναι τα «λεκτικά παίγνια» (όπως θα έλεγε κι ο Βιτγκενστάιν) της πολιτικής γλώσσας και των εκφραστών της [για την φιλαλήθεια και τον σκόπιμο εμπαιγμό, δεν θ’ ασχοληθούμε προς το παρόν, ούτε και με την εκδοχή της ‘παπαρολογίας’ (bullshiting) με την οποία ασχολείται ο H. Frankfurt στο ομώνυμο ευρηματικό δοκίμιό του (On Bullshit)].

Το γεγονός πάντως παραμένει πως η επίκληση της φιλαλήθειας και της εμπειρικής εγκυρότητας των λόγων πάντοτε βασίζεται στην προκαθορισμένη γνώση κάποιου πράγματος. Η γνώση από την πλευρά της μπορεί να ορισθεί ως η δικαιολογημένη πίστη/πεποίθηση ενός πράγματος, δηλ. με τη γλώσσα της λογικής θα μπορούσε να ορισθεί με την εξής μορφή γνώση Γ ενός πράγματος π από το αντικείμενο α είναι η δικαιολογημένη δ πίστη Π γι’ αυτό, ήτοι: Γ-> δ Π, ή Γ(π) =αδΠ. Όμως πώς να δικαιολογηθεί η πίστη; Ιδού το ζήτημα, διότι η πίστη δεν είναι λογική και η απόδειξή της διαφεύγει από κάθε λογικό προσδιορισμό, αιτιακής φύσης. Μία επαρκής δικαιολόγηση της θα μπορούσε να είναι μία μετατροπή της παραπάνω λογικής σχέσης, ώστε Για κάθε περίσταση π’ το υποκείμενο α γνωρίζει δικαιολογημένα το π. Δηλ. Για Κάθε π’ ->α Γπ, όπου Γ =δ Π. Περίπτωση ακόμη πιο δύσκολη όσο απομακρυνόμαστε από τα φορμαλιστικά πλαίσια μίας ακριβούς επιστήμης και εισερχόμαστε στο σαθρό έδαφος μίας εμπειροτεχνικής λειτουργίας σε κοινωνικό επίπεδο, όπως είναι η πολιτική και η γλώσσα της. Γιατί η αλήθεια και η εγκυρότητα των λόγων που χρησιμοποιεί η πολιτική βασίζεται σε «συμβεβηκότα» και όχι σε αιτιακά κι έμπρακτα επαληθεύσιμες καταστάσεις.

Δε νομίζω κανείς να αρνείται ότι μία τέτοια διάσταση ανάμεσα στο νοητικό/βουλητικό (και γιατί όχι μεταφυσικό) στοιχείο της πολιτικής και της έμπρακτης/φυσικής εξάσκησής της επαληθεύεται από την πρόσφατη χρηματοοικονομική κρίση. Ξέχωρα που κι η οικονομία κατά βάση δεν είναι μία στέρεα επιστήμη: πιότερο βασίζεται στους στατιστικούς κανόνες και στην αναμονή, για να μην πούμε την ελπίδα, πως οι αλγόριθμοί τους και τα μοντέλα τους θα λειτουργήσουν, μ’ αβέβαια ως σήμερα αποτελέσματα, εάν αναλογισθούμε τις απανωτές κρίσεις στα Χρηματιστήρια, τις «εξυγιαντικές» μεθόδους του ΔΝΤ, τις πρόσφατες προεκλογικές υποσχέσεις για εύκολη εξεύρεση των χρημάτων για τη μείωση του δημοσίου χρέους. Για να μην αναφέρουμε τις καθυσηχαστικές εικοτολογίες τόσων ετών, που απέναντι στην κρίση αντιτείναμε την εικόνα μίας Ελλάδας οιωνεί κηρήθρας του Mandeville, όπου ενώ στο εσωτερικό της κυβερνά η φαυλότητα, τα χάος και τα πάθη, η κλεψιά και η διχόνοια, τούτη η παθολογία και ο bellum omium contra omnes παραδόξως οδηγεί στην ευημερία και στην ανάπτυξη. Φευ, η οικονομία δεν μπορεί να αποτελέσει το μέτρο της πρόβλεψης και τούτη με τη σειρά της διολισθαίνει στη μεταφυσική πίστη σε κάποιες αρχές, που ωστόσο δεν έχουν να κάνουν με τη γνώση των αληθών παραμέτρων της κοινωνίας και της ατομικότητας των περιστάσεων και των προσώπων, αλλά στην αδήριτη ανάγκη να ικανοποιηθούν συμφέροντα και να αποκλεισθούν κάποια άλλα. Ιδιαίτερα στις σύγχρονες μεταφορντικές κοινωνίες διαπιστώνεται αυτή η ταξικότητα (οι σύγχρονες ταξικές κοινωνίες, όπως διορατικά τις έχει ορίσει ο Γ. Χάμπερμας), όπου το κράτος κι η οικονομία έχουν διακριτούς (παρά τη θεσμική διαπλοκή τους) ρόλους: οι ταξικές δομές συντηρούνται καθ’ όσον τα μέσα παραγωγής και η κοινωνικά χρήσιμη εργασιακή δύναμη αντικατοπτρίζουν διαφορετικά τμηματικά συμφέροντα μέσα στην κοινωνία. Σήμερα το απρόσωπο, διεθνοποιημένο, κεφάλαιο—που σήμερα φαινομενικά καταρρέει μία από τις μεταμορφώσεις του—δεν ενδιαφέρεται πλέον για την κοινωνία, καθώς πλέον έχει εντελώς αποσπασθεί χάρις στις, αφανείς, αφηρημένες, άϋλες, συναλλαγές του από το καθαυτό σώμα της—βρίσκεται εντός της μόνον στον βαθμό που το προϊόν παραγωγής (όπως είναι οι αποταμιεύσεις των εργαζομένων, οι επενδύσεις των ιδρυμάτων –ακόμη και σε «δομημένα» ομόλογα—,οι ασφάλειες ) μπορούνε να χρησιμοποιηθούν ως ‘μαγιά’ για το αυγάτισμα των κερδών του. Εάν όπως τονίζει ο Αμάρτια Σεν, δημοκρατία είναι η δημιουργία συνθηκών που θα ευνοούν την πρόσβαση στις ευκαιρίες για ευημερία και γηθοσύνη σε όλους, η σύγχρονη οικονομία όπως ασκείται με τις δεδομένες λύσεις στην ίδια διακρίνουσα, δημιουργεί μονάχα αδιέξοδα τύπου εάν αχ, η λύση είναι +β. Εκ των προτέρων οροθετούνται τα πλαίσια των λύσεων, όχι όμως και η βέλτιστη λύση.

Το πρόβλημα της βουλησιαρχικής χρήσης της γλώσσας στην πολιτική, που βασίζεται σε μία συναισθηματική χειραγώγηση του νοήματος των λέξεων και της μεταφυσικής της έννοιάς τους έχει να κάνει με την πρόταξη της οικείας γνώμης, παρά με τη λογική, με τη δοξοσοφία, παρά με τον Λόγο, όπως θα έλεγε κι ο Πλάτωνας, με τη λαϊκή ψυχολογία (folk psychology) παρά με την κρίση. Η τελευταία μοιραίο είναι να παραμένει ατελής, καθώς είναι ανάλογη με την αντιμετώπιση των ηθικών ζητημάτων, όπως οι αμβλώσεις, ή τα όρια της τρομοκρατίας, από ένα δικαστήριο, το οποίο καλείται να εκδώσει μία επιδίκαση (adjudication). Είναι αναπόφευκτο ότι το δικαστήριο είναι αναγκασμένο να ενδώσει σε μία «απόλυτη προοπτική» στην κρίση του, αγνοώντας αναγκαστικά την κύρια ιδιότητα της επιδίκασης (που όπως και στην περίπτωση της ανάγνωσης ενός λογοτεχνικού έργου) είναι η «ανοικτότητα», η «απεραντότητα». Με τον καιρό οι επιδικάσεις καταπίπτουν και νομικά και ηθικά, γιατί αγνοούν όλες τις διαστάσεις του ζητήματος, κινούμενες μέσα σ’ ένα στενό κανονιστικό πλαίσιο, σε μία «αντικειμενικότητα του γεγονότος», που ουσιαστικά έχει να κάνει με μία περιορισμένη, εκλεκτική, οντολογία, που επίσης έχει στενή σχέση με τις πεποιθήσεις και τις υποσχέσεις και όχι με την φυσική/επιστημολογική έννοια της αντικειμενικότητας. Δεν είναι τυχαίο που ο Hume στην Treatise του αναρωτάται πως εάν κανόνες όπως αυτοί της δικαιοσύνης, ή η εκπλήρωση μίας υπόσχεσης θα έπρεπε να συντηρούνται διότι ικανοποιούν τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά μας και τίποτε παραπάνω, δεν θα είμασταν δικαιολογημένοι να τους καταπατούμε όποτε δεν χρησίμευαν στα συμφέροντά μας, πάντοτε άμα τούτη η παραβίαση δεν συνεπαγόταν κάποιο χειρότερο αντίκτυπο. Η πολιτική μας αποδεικνύει διαρκώς πως η παραβίαση των κανόνων, είναι δικαιολογημένα επιδικάσιμη (σ’ ορισμένους) για την ικανοποίηση των συμφερόντων τους, μόνο που –κι εδώ είναι που επιβεβαιώνεται η άρνηση του Hume να υποστηρίξει πως η ηθική μπορεί να απορρέει από τη λογικη—οι χειρότερες συνέπειες δεν λαμβάνονται ποτέ υπ’ όψιν (και χρείαν περισσοτέρων απτών παραδειγμάτων θαρρώ πως δεν έχουμε πλέον).

Η επιδίκαση των προβλημάτων, δεδομένου ότι αυτό απαιτεί μία υποκειμενικότητα (διαρκώς διευρυνόμενη παρά ταύτα) δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την απαιτούμενη και εμπεδωμένη «κοινωνικότητα». Σε μία κοινωνία, όπως η Ελληνική, όπου η κοινωνικότητα έχει διαβρωθεί εκ των έσω, σαν την κηρήθρα του Mandeville, από την άφεση των παθών και την επικρότησή τους ως συστατικού για την ευημερία, το μόνο αποτέλεσμα που μπορεί κανείς ν’ αναμένει (κι είναι ηλίου φαεινότερο πως έχει αρχίσει ήδη να διαπιστώνεται σήμερα) είναι η κατάσταση που εύγλωττα περιγράφει στο How not to Solve Ethical Problems ο Hilary Putnam: «οσάκις το αίσθημα της κοινωνικότητας (community) είναι απόν, ή αδύναμο, οσάκις τα άτομα αισθάνονται απέχθεια και περιφρόνηση ο ένας για τον άλλον, όποτε ως κρατούσα άποψη αναδεικνύεται το ότι κάθε συναίνεση που δεν είναι εκείνη που κάποιο άτομο θα είχε επιλέξει για λογαριασμό του δεν τον δεσμεύει, τότε η φαντασία(ωση) και η απελπισία κυριαρχούν….»

Φευ, τα γεγονότα το επιβεβαιώνουν: τα λόγια δεν επαρκούν να γίνουν πράξεις, κι όπως, επισημαίνει και ο Α. Σεν, η ποιότητα της ζωής θέτει υπό αμφισβήτηση την αγαπητή έννοια της ευδαιμονίας, που τόσο δίνει σημασία στη ζωή μας. Και το θέμα της σημασίας της ζωής, πέρα από κάθε του μεταφυσική έννοια, είναι ακριβώς απόλυτα σημαντικό, γιατί μόνον όταν υπάρχει η γνώση της σημασίας των νοημάτων που ενδύεται καθέκαστα η ζωή μας, εκείνο που καθορίζει τη βούληση και τις επιθυμίες μας, που επηρεάζει την κρίση μας, τότε μόνον μπορούμε να διευρύνουμε τις πιθανότητες της «αντικειμενικότητας» των δεδομένων, που με λελογισμένη χρήση τους μπορούμε να επιτύχουμε την επίτευξη ενός στόχου (ο οποίος με τη σειρά του, μας οδηγεί στην ικανοποίηση). Ωστόσο το ζήτημα είναι ποιο είναι το νόημα (με τη διττή έννοια της significance, της νοηματικής σημασίας και της σημαντικότητας, της αξίας),που δίνουμε, ή μαθαίνουμε να δίνουμε, ή μας υπαγορεύουν να δίνουμε, στη ζωή μας; Ο R. Nozick, κινούμενος από την υπόθεση ότι υπάρχουν ηθικά δεδομένα, κατέληξε σ’έξι (που αργότερα επέκτεινε σε οκτώ) υποθέσεις για την έννοια του νοήματος και της αξίας που δίνουμε στη ζωή μας: α) το νόημα να είναι μία εξωτερική σχέση β) να είναι μία σημασιολογική εξωτερική σχέση, γ) να επιβάλλεται από έναν Grice-ανού τύπου επικοινωνιακό σκοπό, δ) να προέρχεται από ένα μάθημα, ε) να συνιστά αξία και σημασία για κάποιον και στ) να αποτελεί εγγενή αξία και σημασία για κάποιον. Ο πολιτικός λόγος τείνει να εξισώνει τα πάντα, κατ’ αρχάς φυσικά, σε μία σχέση τύπου α), μία εξωτερική σχέση, όπου το νόημα καθορίζεται εμπρόθετα και a priori, συμπεριλαμβάνοντας όλες τα αιτιακά προηγούμενα της έννοιάς του και της αξίας του, αλλά ως κατά το πλείστον προωθεί τη νοηματοδότηση στη σχέση μας προς τη ζωή μέσω του δ) τρόπου, του ex cathedra μαθήματος. Οι πολιτικοί προϋποθέτουν ότι οι υπόλοιποι ζουν τη ζωή τους μέσα από τα βιογραφικά πρότυπα ενός θετικού μαθήματος: είτε αυτό είναι η εμβάπτιση μέσα στα (μεταφυσικά) καθαρτικά νάματα μίας ιδεολογίας, που πιστεύουν ότι αυθωρεί και παραχρήμα λύνει όλα τα ζητήματα, είτε με την απλή, επικοινωνιακή, θετική και βαρύνουσα εικόνα που εκπέμπουν—παρ’ ολες τις διαστροφές της,στον λόγο, στην πράξη, στα έργα και τις ημέρες).

Όπως θα έλεγε κι ο Τερέντιος τείνουν να συγχέουν το humanum με την επικράτεια της αξίας, ή μάλλον της απαξίας και της αναξιότητας. Το μάθημα-κατηχητικό καλλιεργεί την πίστη κι όχι την κρίση, γονιμοποιεί την πεποίθηση, φενακίζει το αίσθημα του συμφέροντος, μαυλίζει την ηθική σκοπιά και οροθετεί τις πιθανότητες και τις λύσεις στη διακρίνουσα των όσων αποφασίζουν. Η λογική εξίσωση μετατρέπεται ριζικά: Για κάθε περίσταση π’ η γνώση Γ ενός πράγματος π από ένα άτομο α είναι η πίστη του Π για το πράγμα p που του απεικονίζει ένα υποκείμενο β = (Για κάθε)π’ -> α (Γπ) Ππ (β). Μόνο που η εξέλιξη του π’ και του π, δεν εξαρτάται από την Π ούτε του α, ούτε του β. Η πίστη χωρίς την γνώση για την πράξη δεν μπορεί να φέρει άλλον καρπό, παρά την κούφιση μίας χίμαιρας, δεν προσφέρει παρά την αντανάκλαση μίας πεποίθησης, μίας νοητικής κατάστασης και μίας βούλησης, που νομοτελειακά δεν δύναται να μετουσιωθεί από μόνη της σε μία επιθυμητή πράξη.