Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017
στισ συμπληγαδεσ του κοινωνικου διαλογου

ΣΤΙΣ ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ

του ΚΩΣΤΑ ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΥ

Το συγκερασμό αντίθετων απόψεων όχι τόσο για τη διαπίστωση του μεγέθους του προβλήματος της χώρας αλλά κυρίως ως προς την αντιμετώπισή του επιχειρεί η κυβέρνηση, τόσο στο εσωτερικό της όσο και στα άλλα κόμματα και τους κοινωνικούς φορείς. Ως προς το εσωτερικό της ήδη η προ ημερών αντίδραση του Χρήστου Παπουτσή στο πάγωμα των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, απλώς αποκάλυψε την υποβόσκουσα διαφορά απόψεων ως προς την αντιμετώπιση της κρίσης. Αυτή τη στιγμή είναι υπό διαμόρφωση ομάδες σκέψεις μέσα στην κυβέρνηση, που φυσικά δεν έχουν ακόμα συγκροτηθεί σε κέντρα αμφισβήτησης της ασκούμενης πολιτικής, οι ανησυχίες ωστόσο των στελεχών αυτών ήδη εμφανίζονται στα παραπολιτικά των εφημερίδων, καθώς συζητούνται στα γνωστά πηγαδάκια βουλευτών και δημοσιογράφων. Αυτό το συγκερασμό των απόψεων αυτών καλείται να επιτύχει ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου, και λόγω της εκτάκτου οικονομικής κατάστασης της χώρας τα περιθώριά του είναι ασφυκτικά περιορισμένα.

Στους κόλπους του κυβερνώντος κόμματος έχουν ήδη καταγραφεί, σε επίπεδο προβληματισμού ακόμα, δύο βασικές απόψεις. Η μια που συμπλέει με τους εταίρους μας και ζητάει «αιματηρά» μέτρα τώρα, που το πολιτικό κεφάλαιο της νίκης των εκλογών είναι ακέραιο, με την αιτιολογία ότι σε λίγο η κατάσταση μπορεί να είναι μη αναστρέψιμη.

Η άλλη είναι αυτή που πιστεύει ότι οι ευρωπαίοι υπερβάλουν, και πως η κυβέρνηση πρέπει να σταθεί κοντά στους αδύναμους, όπως είχε προεκλογικά δεσμευθεί, γιατί όπως λένε ο κίνδυνος να διαταραχθεί η κοινωνική συνοχή είναι μεγαλύτερος από το δημοσιονομικό πρόβλημα.

Στη μέση των δύο αυτών απόψεων βρίσκεται ο πρωθυπουργός που από τη μια έχει σαφή γνώση της πραγματικής κατάστασης, που όπως λέει την παρουσίαζε πολύ καλύτερη η προηγούμενη κυβέρνηση αποκρύπτοντας την καταβαράθρωση των στοιχείων, αλλά και από την άλλη δεν μπορεί να φανεί αναξιόπιστος στις προεκλογικές του υποσχέσεις για στήριξη των αδυνάτων και ανακατανομή του εισοδήματος.

Διάσταση απόψεων;

Ήδη την προηγούμενη εβδομάδα, παρ’ ότι δεν επιβεβαιώθηκε (πώς να επιβεβαιωθεί άλλωστε, αντιθέτως διαψεύστηκε), υπήρξε έντονη φημολογία για κακό κλίμα στη σχέση του υπουργού Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου με τον πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου.

Στην κατ’ ιδίαν συνάντησή τους μάλιστα λένε οι πληροφορίες ανέβηκαν οι τόνοι από τον πρωθυπουργό καθώς σύμφωνα με πληροφορίες θεωρεί ότι το οικονομικό επιτελείο δεν έδωσε τα σωστά μηνύματα στις Βρυξέλλες. Πάντως με συνεντεύξεις τους κορυφαία στελέχη όπως ο Θ. Πάγκαλος και ο Γ. Ραγκούσης επιχείρησαν να διασκεδάσουν τις εντυπώσεις περί ενδοκυβερνητικών αντιθέσεων, μιλώντας για «σύνθεση απόψεων».  Σίγουρα στην κυβέρνηση παρά το ότι αναγνωρίζουν ότι έχουν βάση οι αιτιάσεις των εταίρων μας για νοικοκύρεμα των δημόσιων οικονομικών, δεν αφήνουν ασχολίαστο όμως το γεγονός των καθημερινών αλλαγών στάσης, και δηλώσεων των ίδιων κορυφαίων στελεχών της Κομισιόν, που δεν απέχουν πολύ από το να κατηγορηθούν ότι κινούν τα νήματα της κερδοσκοπίας εναντίον της χώρας μας, είτε σκόπιμα είτε ακούσια. Ένα τέτοιο σενάριο τεχνητής διόγκωσης του δημοσιονομικού προβλήματος της χώρας έφερε στο φως το πρακτορείο Reuters, που τρόμαξε τελικά ακόμα και τους εμπνευστές του. Ένα σενάριο που ήταν σε γνώση του πρωθυπουργού, και προσπάθησε να ακυρώσει με τις επαφές του, τις συνεντεύξεις του σε μεγάλα δίκτυα, αλλά και τις δηλώσεις του στις Βρυξέλλες.

Όπως βέβαια δεν παραγνωρίζεται το γεγονός ότι ενώ υπάρχει συνυπευθυνότητα των στελεχών της ΕΕ, ως προς την αναγνώριση και την αποδοχή των παραποιημένων στοιχείων της οικονομίας από την προηγούμενη κυβέρνηση, δείχνοντας εγκληματική ανοχή, πιέζουν ασφυκτικά τη νέα κυβέρνηση, σαν να θέλουν όχι τόσο να εφαρμόσει πρόγραμμα σταθερότητας, όσο να την καταστήσουν το συντομότερο δυνατόν αναξιόπιστη.

Τα παιχνίδια των εκτιμητών

Ένας σημαντικός παράγοντας που σχολιάζεται ιδιαίτερα σε κορυφαίο επίπεδο, είναι το τι μεσολάβησε μέσα σε δύο εβδομάδες από την κερδοσκοπική επίθεση, την ύφεση και τις θετικές δηλώσεις των αξιωματούχων της Κομισιόν, στην υποβάθμιση από τον οίκο Fitch που είχε ως αποτέλεσμα το μπαράζ αρνητικών δημοσιευμάτων και δηλώσεων, και το spread στα ύψη. Όπως μας έλεγε υψηλόβαθμο στέλεχος της κυβέρνησης, πριν λίγες μέρες, το μεσοδιάστημα των δύο κερδοσκοπικών επιθέσεων, ήρθαν στην Αθήνα, εμπειρογνώμονες του οίκου Feach, για να εξετάσουν την κατάσταση από κοντά. Είδαν διάφορους κυβερνητικούς και οικονομικούς παράγοντες της χώρας. Το ερώτημα είναι ποιους εκτός κυβέρνησης παράγοντες συνάντησαν για να αποκομίσουν την εικόνα ότι η κυβέρνηση δεν είναι διατεθειμένη να πάρει αποφασιστικά μέτρα για το νοικοκύρεμα της οικονομίας, γιατί σίγουρα ο τελευταίος που θα έλεγε κάτι τέτοιο θα ήταν κυβερνητικός παράγοντας.

Ο πρωθυπουργός, γνώστης των παιχνιδιών που στήνονται διεθνώς αλλά και στο εσωτερικό, εξαπέλυσε επικοινωνιακό μπαράζ, στα ξένα ΜΜΕ, τα οποία σκουραίνουν ακόμα περισσότερο τη μαύρη εικόνα της οικονομίας. Και ταυτόχρονα μίλησε για κίνδυνο απώλειας της εθνικής ανεξαρτησίας, με ευθύνη της προηγούμενης κυβέρνησης της ΝΔ η οποία όπως είπε  είναι η υπαίτια της κατρακύλας της χώρας. Παράλληλα κάλεσε και τα ελληνικά ΜΜΕ, να παρουσιάζουν τη θετική εικόνα της χώρας. Το κάλεσμα αυτό ερμηνεύεται και ως προειδοποίηση του Γ. Παπανδρέου προς το ντόπιο οικονομικό κατεστημένο, που νοιώθει ότι με καθαρούς κανόνες δυσκολεύεται να μείνει στο παιχνίδι των μεγάλων έργων και στέλνει μέσω των μέσων που ελέγχει προειδοποιητικές βολές.

Σύμφωνα μάλιστα με έμπειρο βουλευτή του κυβερνώντος κόμματος, στα ψηλά κλιμάκια της κυβέρνησης θεωρούν αναμενόμενο να δεχθούν «παραινέσεις» για μέτρα εδώ και τώρα από μερίδα των ΜΜΕ της χώρας, καθώς θεωρούν ότι μεγαλοπαράγοντες εκτιμούν  πως αν αποδείξουν ότι ο πρωθυπουργός είναι ανακόλουθος, θα τον εκθέσουν στους ψηφοφόρους του, και θα τον αποδυναμώσουν, καθιστώντας τον ευάλωτο στις επιχειρηματικές προσδοκίες τους.

Όλοι ενώπιον των ευθυνών τους

Όπως ήταν φυσικό τα κόμματα της αντιπολίτευσης μίλησαν για κινδυνολογία και τρομοκράτηση του λαού. Ο δε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης για φαιδρότητες. Φυσικά ο πρωθυπουργός στις Βρυξέλλες υπενθύμισε στους εκπροσώπους του Τύπου το αυτονόητο, δηλαδή πως μια χώρα που έχει μπει δύο φορές σε επιτήρηση, δηλαδή παρακολουθείται στενά, και μπορεί να της επιβληθούν άνωθεν μέτρα, κινδυνεύει να απωλέσει μέρος της εθνικής της κυριαρχίας. Για να συμπληρώσει ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Θόδωρος Πάγκαλος, ότι αν εξαρτάσαι ως χώρα από δανεικά, δύσκολα μπορείς να επιβάλλεις τις απόψεις σου στα μείζονα εθνικά θέματα.

Είναι λοιπόν απορίας άξιο πώς και με ποιους όρους θα διεξαχθεί ο διάλογος των πολιτικών αρχηγών, υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας όταν δεν υπάρχει ένα μίνιμουμ πεδίο συνεννόησης. Πώς μπορεί να συζητήσει το πρόβλημα της χώρας η κ. Παπαρήγα  όταν μιλάει για πόλεμο κατά της κυβέρνησης, η οποία όπως λέει, κάνει πόλεμο κατά των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Και πώς ο κ. Τσίπρας θα συναινέσει τη στιγμή που ανταγωνίζεται το ΚΚΕ, σε «επαναστατική» άμιλλα;
Είναι απολύτως βέβαιο ότι ο πρωθυπουργός συναισθανόμενος την ιστορική συγκυρία, και την κρίσιμη κατάσταση της χώρας χωρίς ψευδαισθήσεις θέλει να τους κάνει όλους συμμέτοχους σε μια προσπάθεια ανάτασης της χώρας ή να αναλάβουν όλοι τις ευθύνες της στάσης τους.  

Ανατροπή του κλίματος

Το σίγουρο είναι πως στις Βρυξέλλες ο Γ. Παπανδρέου κέρδισε μια πρώτη προσωπική μάχη αποδεικνύοντας ότι υπάρχει και άλλος δρόμος πειθούς των εταίρων μας και των αγορών, και κυρίως αποδεικνύοντας και στους πλέον δύσπιστους ότι δύσκολα θα απεμπολήσει την πολιτική του και τους στόχους του. Είναι γεγονός ότι κατεβλήθη τεράστια προσπάθεια να πείσει τους εταίρους μας ότι από δω και πέρα η αξιοπιστία της χώρας είναι δεδομένη. Από τις δηλώσεις των ηγετών της Ένωσης, από το κλίμα στις αγορές, μείωση του spread, από την μερική μεταστροφή των διεθνών ΜΜΕ, που εγκατέλειψαν την κινδυνολογία για την  οικονομία μας, απέδειξε και στο εξωτερικό και στο εσωτερικό, αλλά και μέσα στο ίδιο του το κόμμα, ότι το πρόβλημα της χώρας είναι η πάταξη της διαφθοράς και της ανεξέλεγκτης φοροδιαφυγής και κυρίως η ανάκτηση της χαμένης αξιοπιστίας της και ότι εννοεί αυτά που λέει, ότι θα τα πράξει. Και πως αν δεν επιλυθούν τα δομικά αυτά προβλήματα της χώρας, όσα εισπρακτικά μέτρα κι αν ληφθούν όχι μόνο δεν θα επιλύσουν, αλλά θα επιδεινώσουν  την ήδη οριακή κατάσταση.

(Το κείμενο δημοσιεύεται στην εβδομαδιαία οικονομική και πολιτική εφημερίδα ΧΡΗΜΑ ΤΡΙΤΗ)