Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017
ετσι κι αλλιωσ στο… πρασινο

ΕΤΣΙ ΚΙ ΑΛΛΙΩΣ ΣΤΟ… ΠΡΑΣΙΝΟ

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΑΥΡΙΔΗ

Στην ελληνική πολιτική κουλτούρα η έννοια των κυβερνήσεων συνεργασίας είναι άγνωστη. Εσχάτως, το παραδέχθηκε κι ο πρωθυπουργός. Κάθε φορά που ρωτήθηκε ο κ. Καραμανλής απέκλεισε το ενδεχόμενο συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ, ή με τον «ακραίο» Καρατζαφέρη, επιστρατεύοντας το παραπάνω επιχείρημα. Κάπως έτσι, οι μονοκομματικές κυβερνήσεις προβάλλουν περίπου ως «μονόδρομος» και τα δυο μεγάλα κόμματα εξουσίας επιζητούν κάθε φορά την «ισχυρή λαϊκή εντολή» και «αυτοδύναμη κυβέρνηση».

Μοιραία, ούτε το νέο ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου ξέφυγε απ’ αυτή τη λογική. Για τον πρόεδρο του Κινήματος, η πλειοψηφία στη Βουλή είναι όρος απαράβατος για να προχωρήσει στις τομές που έχει σχεδιάσει.

Ωστόσο, υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν. Η προοπτική των κυβερνήσεων συνεργασίας συζητείται ευρέως και τίθεται ευθέως από αρκετούς παράγοντες της αγοράς – ασχέτως κι αν τέτοιου είδους προτάσεις, υποκρύπτουν, τις περισσότερες φορές, πολιτική ιδιοτέλεια. Κι ο Γιώργος Παπανδρέου συμμετείχε καλοπροαίρετα στη συγκεκριμένη συζήτηση, προβαίνοντας σε διαδοχικά ανοίγματα προς την Αριστερά που η σημερινή ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ απέρριψε.

Παρά λοιπόν τις όποιες ελληνικές στρεβλώσεις, μια πρακτική που υιοθετείται κατά κόρον στην Ευρώπη, προβάλει ως σοβαρό ενδεχόμενο και στην Ελλάδα, εφόσον οι συνθήκες το επιτρέψουν… Όπερ και σημαίνει, είσοδος των Οικολόγων Πράσινων στη Βουλή. Σε μια τέτοια περίπτωση, αυτοδυναμία δεν θα υπάρξει. Και εντελώς αναπάντεχα, ένα κόμμα που μέχρι πριν από ένα χρόνο δεν υπήρχε στον ορίζοντα του ελληνικού πολιτικού συστήματος, θα γίνει ο ρυθμιστής την επομένη της 4ης Οκτωβρίου.

Σε αντίθεση με τα κόμματα της Αριστεράς, οι Οικολόγοι Πράσινοι απέρριψαν τη λογική της «καταγγελίας» και εμφανίστηκαν με κουλτούρα διαλόγου και συνεργασίας. Δεν φοβήθηκαν την «κυβερνησιμότητα» κι υπό αυτή την έννοια, δεν προκάλεσαν, την πλειονότητα των ψηφοφόρων που τρομάζει στην προοπτική της ακυβερνησίας και εξαναγκάζονται να ψηφίσουν «σταθερότητα» που παραδοσιακά προσφέρει ο «δικομματισμός».

Η άνοδός τους αποδίδεται ακριβώς στο ρεαλισμό και τη μετριοπάθεια που επέδειξαν για να αξιοποιήσουν την ευνοϊκή για τα μικρά κόμματα, συγκυρία, που διαμορφώνεται, πρώτον, από το ρεύμα δυσπιστίας προς τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη και δεύτερον, από τη διευρυνόμενη ευαισθητοποίηση όλων των κοινωνικών τάξεων για το περιβάλλον.

Με το «πράσινο» λοιπόν να γίνεται πλέον της μόδας, οι Οικολόγοι έχουν τη δυνατότητα να αλιεύουν ψήφους από παντού, χωρίς να δημιουργούν ανησυχία για ανεπιθύμητες ανατροπές, αλλά δυναμική για αναγκαίες (ανα)προσαρμογές στο υπάρχον «μοντέλο ανάπτυξης». Το οποίο σε κάθε περίπτωση, είτε οι Οικολόγοι πιάσουν το όριο του 3%, είτε απλώς το προσεγγίσουν, θα έχει πράσινο χρώμα.