Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017
η επιστημονικη ρητορικη των συνταγματολογων και η πολιτικη πραγματικοτητα

Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΛΟΓΩΝ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

του ΠΑΜΠΟΥ Σ. ΧΑΤΖΗΛΑΜΠΗ

Ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν μια από τις ελάχιστες εξαιρέσεις που ενισχύουν τον γενικό κανόνα περί της απουσίας πολιτικής ευαισθησίας, του μειωμένου πολιτικού κριτηρίου και των απαμβλυμμένων κοινωνικών αντανακλαστικών των πανεπιστημιακών. Εθισμένοι στην «από καθέδρας» επιστημονική ρητορική, όσοι προέρχονται από τον ιδιαίτερο αυτόν κόσμο, ως φορείς αλάθητων κελευσμάτων, αίρονται υπεράνω της πεζής καθημερινότητας του πολίτη, έστω κι αν αυτός στενάζει κάτω από το βάρος των επιλογών τους, όταν καλούνται να ασκήσουν πολιτική εξουσία. Ενδεικτικότερο παράδειγμα, η περίπτωση του τ. τσάρου της ελληνικής οικονομίας, καθηγητή Γιώργου Αλογοσκούφη.
Όσο κι αν ο πολίτης πνίγεται στα χρέη, όσο κι αν γίνεται καθημερινά στόχος ληστρικών φορομπηχτικών μέτρων, όσο κι αν βουλιάζει στην οικονομική στασιμότητα, όσο κι αν αγωνιά για την αδυναμία του να σχεδιάσει τη ζωή του με προοπτική μεγαλύτερη του εικοσιτετραώρου, όσο κι αν η χώρα οδηγείται σε εκρηκτικά κοινωνικά και οικονομικά αδιέξοδα από την κυβέρνηση, πολιτικά παροπλισμένοι πανεπιστημιακοί θέτουν σήμερα ζητήματα συνταγματικότητας με άξονα την επόμενη εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας.

Και βέβαια, παραβλέπουν ότι η σχετική πρόταση αναγκαστικά θα προέλθει από την κυβέρνηση της οποίας οι επιλογές όχι μόνον ευτέλισαν τους θεσμούς και άγγιξαν τα όρια της συνταγματικής εκτροπής στην προσπάθειά της να συγκαλυφθούν «πομπές» στελεχών της, αλλά και έχουν ως μοναδικό στόχο την πάση θυσία παραμονή αυτής της κυβέρνησης στην εξουσία. Ακόμα κι όταν η κοινοβουλευτική της πλειοψηφία βρίσκεται σε κραυγαλέα αντίθεση με την πρόσφατη επίσημη και μοναδική έγκυρη σφυγμομέτρηση της λαϊκής βούλησης, τις ευρωεκλογές.

Με άλλα λόγια, θεωρούν ότι η πρόταση μιας τέτοιας κυβέρνησης για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, είναι συνταγματικά ορθή, εκ προοιμίου και κατά τεκμήριον, σε μια παραλλαγή της αντίληψης ότι «το νόμιμον είναι και ηθικόν». Και άρα, πρέπει να προηγηθεί της λαϊκής ετυμηγορίας η οποία, κατά πάσαν πιθανότητα, και σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα, θα είναι απορριπτική για το σύνολο των κυβερνητικών επιλογών, μηδέ αυτής της πρότασής της για τον επόμενο Πρόεδρο εξαιρουμένης.
 
Με αυτή τη λογική, οι δύο συνταγματολόγοι, προτάσσουν μιαν αμφιλεγόμενη θεωρητική συνταγματικότητα και αφαιρούν από τον ίδιο τον λαό το θεμελιώδες του δικαίωμα να εκφραστεί πολιτικά και να αποπέμψει (η και να επιβεβαιώσει)  την κυβέρνηση, η οποία προβάλλει την εκλογή του Προέδρου ως συνταγματική ασπίδα άμυνας της βιωσιμότητάς της.

Σε κάποια στιγμή της ελληνικής αρχαιότητας είχε διατυπωθεί το «τα εμποδών ουκ οράς και τα επουρανίω επισκοπείς, ω βέλτιστε;» σε κάποιον που επειδή μελετούσε τα άστρα έπεσε στη λούμπα. Ένα παρόμοιο ερώτημα ταιριάζει σήμερα για τον κ. Γ. Κασιμάτη και τον κ. Δ. Τσάτσο, εκτός αν οι απόψεις τους περί συνταγματικότητας της συγκεκριμένης πολιτικής επιλογής των κομμάτων της αντιπολίτευσης δεν ήταν διατύπωση ενός καθαρά θεωρητικού επιστημονικού προβληματισμού δύο πανεπιστημιακών, αλλά έκφραση άλλων σκοπιμοτήτων, προσωπικών η κομματικών.