Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017
δεκεμβρησ 09: η αστυνομια τωρα δικαιωνεται!

ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ 09: Η ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΤΩΡΑ ΔΙΚΑΙΩΝΕΤΑΙ!

του ΓΙΩΡΓΗ – ΒΥΡΩΝ ΔΑΒΟΥ

Παρακολουθώντας όλες τούτες τις τελευταίες ημέρες τις εκτιμήσεις για το διήμερο των κινητοποιήσεων στη μνήμη του Αλέξη Γρηγορόπουλου, αφ’ ενός ακούγοντας τις διάτορες μεγαλαυχίες του υπουργού Χρυσοχοΐδη κι αφ΄ετέρου τις βιαστικές και προφανείς ερμηνείες των (μεγαλο)δημοσιογράφων, απορώ εάν πραγματικά η έλλειψη λογικής καλλιέργειας στη χώρα μας έχει χαυνώσει τόσο πολύ τη νοητική, αισθητική και ηθική αντίληψη και τ’ αντανακλαστικά μας, ή εάν η ανάλυση των γεγονότων είναι τόσο πολύ χειραγωγούμενη και κατευθυνόμενη.

Πρώτον, η διάψευση των εκτιμήσεων για μία επανάληψη του περσινού Δεκέμβρη δεν οφείλεται, ούτε στην πολυήμερη κατασταλτική κινητοποίηση των αστυνομικών δυνάμεων, ούτε στην περιφρούρηση των εκδηλώσεων από κομματικούς σχηματισμούς, ή πρωτοβουλίες. Όλοι, από τον αυχμηρό υπουργό, έως τους οκνούς να σκεφθούν δημοσιογράφους, αγνοούν (ηθελημένα, ή μη) τις πραγματικές περιστάσεις που δημιούργησαν τα γεγονότα του περασμένου έτους.  Δεν είναι δυνατόν ποτέ να επαναληφθεί, τόσο οντολογικά, όσο κι έμπρακτα μία κατάσταση, η οποία κατά το μάλλον, ή ήττον οφείλεται στην στιγμιαία αντίδραση, την έκρηξη (και ταυτόχρονα ένρηξη/ implosion) μίας σωρευμένης παθολογικής κατάστασης, που βρήκε τη θρυαλλίδα της στη δολοφονία του παιδιού.

Α)Τα γεγονότα του Δεκέμβρη ήσαν το αποτέλεσμα ενός «σποντανεϊσμού»,  όπως θα έλεγε κι η Ρόζα Λούξεμπουργκ, της αυθόρμητης ανάφλεξης, τόσο από την πλευρά των εφήβων και μαθητών, όσο και από τη συνείδηση μίας κοινωνίας, που επί μήνες μαστιζόταν από φυσικά, οικονομικά, κοινωνικά δεινά. Δεν ήταν τυχαίο που και πέρυσι η αυθορμησία κατασίγασε αφ’ εαυτής μετά την ευωχία των γιορτών των Χριστουγέννων, που διέκοψε μία ασυνείδητη εξέγερση, η οποία χωρίς οργανωμένη καθοδήγηση δεν μετουσιώθηκε σε κίνημα διεκδικήσεων. Ο περσινός Δεκέμβρης, όπως ίσως και ο φετινός, να λειτούργησε κατά κάποιον τρόπο λειτουργικά για την εξουσία, διότι άνοιξε μία βαλβίδα ασφαλείας για να εκτονωθεί η σωρευμένη ένταση και οι φόβοι μίας μερίδας του κοινωνικού συνόλου, που ξέσπαγε, και για να διασκεδασθούν οι ανεκπλήρωτες ανάγκες του υπόλοιπου τμήματος της κοινωνίας, που βλέπει στην τάξη και την ασφάλεια και στην καταστολή των ‘ταραξιών’ τη λύση στα ανικανοποίητα αιτήματά της.

Β) Επίσης, η παρούσα κυβέρνηση φέτος έχει την ευτυχία να είναι μία εξουσία που δύο μήνες μετά την εκλογή της δεν έχει νομοθετήσει ακόμη, εφαρμόζοντας τα δεινά μέτρα που έχει θέσει σε προτεραιότητα, αναλισκόμενη απλώς καταστροφολογικά να ελεεινολογεί την παραπαίουσα κατάσταση της οικονομίας, προλειαίνοντας το έδαφος για να γίνει αποδεκτή κάθε κατάλυση των εργασιακών (και κοινωνικών) δικαιωμάτων με το πρόσχημα μίας κρίσης. Δεν δύναμαι να φαντασθώ ποια θα ήταν η κινητοποίηση, το εύρος και η εξέλιξή της, εάν θα είχε αρχίσει ήδη η εφαρμογή του κυβερνητικού προγράμματος για την οικονομία, την εργασία, τις συντάξεις και τη φορολογία.

Γ) Εν συνεχεία, προκαλεί μεγάλη εντύπωση η περίεργη ανοχή που δείχνουν τα ίδια, ευαίσθητα στο παρελθόν, μέσα ενημέρωσης, τόσο στο ύφος, όσο και στην πρακτική του νέου υπουργείου «Προστασίας του Πολίτη».  Οι ίδιοι που αξιολογούν επαινετικά την τακτική Χρυσοχοΐδη είναι βέβαιο πως εάν πχ ο Παυλόπουλος, ή ο Μαρκογιαννάκης, κατέβαζαν επιδεικτικά επτά –επτά και δέκα –δέκα τους αστυνομικούς σε (περιέργως πως όχι παντού αλλά σε επιλεγμένες, κεντρικές, περιοχές) καθημερινά θα εξέπεμπαν ιερεμιάδες για την αστυνομοκρατία, για την καταστολή και την καταπάτηση δικαιωμάτων του πολίτη και της καθημερινής ζωής. Θα συνομωσιολογούσαν, βλέποντας σε τούτον τον ακροβολισμό μία προσπάθεια να προκαλέσουν σκόπιμα μία αντίδραση, ώστε να επιβάλουν και να νομιμοποιήσουν μία μορφή αστυνομικού παρεμβατισμού. Βεβαίως κανείς δεν ασχολείται με το γεγονός ότι περιοχές, στα περίχωρα των Αθηνών, ή και γνωστές για την εγκληματικότητά τους, στην ουσία εξακολουθούν να μην αστυνομεύονται—δεν πάει καιρός που στο ‘ποτάμι’ στην Καλλιθέα, οι γνωστές συμμορίες νεαρών απείλησαν και πήραν το κινητό και 20 ευρώ από ανηψιό μου, την ώρα που λίγο πιο κάτω, στον σταθμό της Καλλιθέας ευάριθμοι αστυνομικοί μιλούν στα κινητά τους για να περάσει η βάρδια.

Δ) Παράλληλα, θα στηλίτευαν οξύτατα φαινόμενα όπως αυτά των εφορμούντων αστυνομικών με τις μηχανές τους στις δύο τελευταίες πορείες, και θα ωρύονταν για τον τραυματισμό της 55χρονης διαδηλώτριας –όπως έπρατταν επί μήνες με το αντίστοιχης σημασίας και στάσης περιστατικό της ζαρντινιέρας στη Θεσσαλονίκη. Κανείς δεν γνωρίζει τι θα γινόταν εάν υπήρχε, λόγω αυτής της τακτικής του εκφοβιστικού γιουρουσιού, ένας θάνατος και ουδείς παρατηρεί πως η αστυνομία των προηγούμενων μηνών από τις εκλογές είναι η ίδια, σε αντίληψη και επάνδρωση, με τη σημερινή. Οι 800 και πλέον συλλήψεις, δικαίων (όπως πάντα στην πλειονότητά τους)  και αδίκων, θα ήταν σε άλλες περιστάσεις –όπως στο παρελθόν—μείζον θέμα και επονείδιστη μομφή για τις αστυνομικές αρχές.

Ε) Ουδείς επίσης ασχολείται με τα διαγγέλματα «αποφασίζομεν και διατάσσομεν» του υπουργού, τις υποσχέσεις του για την «αποκατάσταση του κύρους» των αστυνομικών –που φυσικά από μόνο του σημαίνει όχι μία ‘παραμυθία’ (consolatio) των οργάνων που νοιώθουν κατάθλιψη και χαμηλή αυτοεκτίμηση από την απαξίωσή τους στη συνείδηση του κόσμου, αλλά απεναντίας ένα ‘παραμύθιασμά’ τους ότι αποτελούν τους απόλυτους κυρίαρχους στους δρόμους. Ουδείς, παραπονείται για την γκετοποίηση περιοχών, όπως τα Εξάρχεια, με διαρκείς ελέγχους σε ‘υπόπτους’ –που δυνητικά, όπως θα καταλάβαινε κανείς απότον τόνο του υπουργού είμαστε όλοι μας, ή τουλάχιστον εκείνοι που μοιάζουν με κάποια εικόνα υπόπτου, που έχουν διαταχθεί να ελέγχουν οι ‘οξυδερκείς’ άνδρες της αστυνομίας. (Και τούτο, μολονότι δεν θέλω να το ανάγω σε προσωπικό επίπεδο, μπόρεσα να το επαληθεύσω όταν πηγαίνοντας στην εργασία μου στο ΑΠΕ στους Αμπελοκήπους στις 3 τα ξημερώματα της πρόπερασμένης Δευτέρας, περιπολικό έκανε σκόπιμα τον γύρο όταν με είδε να κατεβαίνω από το ταξί, ήλεγξε τα στοιχεία μου και εκ του περισσού—αφού είχα δείξει την κανονική και την επαγγελματική μου ταυτότητα, είχα υποδείξει και τον λόγο αλλά και τον τόπο της εργασίας μου—με υπέβαλε και σε έλεγχο του σακιδίου πλάτης, διότι προφανώς είχα την ατυχή έμπνευση να φορέσω το βράδυ εκείνο κοντό μαύρο, στυλ μηχανόβιου μπουφάν, και να έχω σακίδιο. Ακριβώς, την επόμενη ημέρα, την αμέσως επόμενη Πέμπτη και την περασμένη Δευτερα, την ίδια ακριβώς ώρα, τα τοτινά περιπολικά δεν ασχολήθηκαν μαζύ μου διότι εγώ, έχοντας αφομοιώσει το μάθημα και την ενοχλητική-τρομοκρατική προοπτική μίας νέας έρευνας, μετέβαινα στη νυκτερινή εργασία μου με πιο ευπρόσωπο σακάκι και τσάντα υπολογιστή. Και σαν κι εμένα, ακούω πως έχουν υποστεί τέτοιου είδους προληπτικούς ελέγχους κι άλλοι, που τύχαινε να έχουν επιλέξει παρεμφερή αμφίεση).

Στ) Επίσης, κανείς δεν εξανίσταται όταν ο ίδιος ο υπουργός υιοθετεί ένα άκρως αστυνομικό ύφος. Δεν είναι τυχαίο πως από πρώτης στιγμής, ο Χρυσοχοΐδης έσπευσε να αποχαρακτηρίσει σημασιολογικά και κατ’ επέκταση νομικιστικά τις διάφορες ‘αντιεξουσιαστικές’ ομάδες:στο λεξιλόγιό του δεν αναφέρεται πλέον σε ‘αναρχικούς’, ‘αντιεξουσιαστές’ κλπ, αλλά σε ‘χούλιγκαν’, αφαιρώντας κάθε πολιτική απόχρωση από τους διάφορους χώρους, εξισώνοντας και τσουβαλιάζοντας έτσι εναλλακτικές κινήσεις με ταραξίες, αφαιρώντας τους κάθε δυνατότητα ιδεολογικού διαχωρισμού τους.

Ζ) Κανένας δεν έχει σχολιάσει επίσης την επαναλαμβανόμενη μομφή του Χρυσοχοΐδη (παράνομα προκαταδικαστική, εφ’ όσον πρόκειται για υπόπτους μόνο) προς όσους είχαν συλληφθεί για συμμετοχή σε «τρομοκρατικές» οργανώσεις –στη διάλυση των οποίων, ως γνωστών ‘ειδικεύεται’—θεωρώντας αδύνατο να είναι κανείς «επαναστάτης 22 ετών και γόνος καλής οικογένειας» και να έχει συνείδηση της πάλης των τάξεων. Βέβαια, ουδείς του αντέτεινε πως όλοι σχεδόν οι επαναστάτες, από τον Μάρξ, τον ίδιο τον Λένιν, τον Τσε Γκεβάρα, τον Ρ. Ντούτσκε, τον Κον-Μπεντίτ, την, Ούλρικε Μάινχοφ, τους ιδρυτές της Lotta Continua κλπ. ήσαν μοσχαναθρεμένοι γόνοι καλών οικογενειών, καθώς μόνο αυτοί έχουν την δυνατότητα, την ανατροφή, τον χρόνο και την πολυτέλεια, να διαβάσουν, να ενημερωθούν, να εγκολπωθούν και να αφοσιωθούν στην διαρκή πάλη της επανάστασης, καθώς ο νεαρός προλετάριος ως επί το πλείστον είναι αναγκασμένος εξ απαλών ονύχων να δουλέψει σε δουλειές του ποδαριού, σε φάμπρικες, κ.ο.κ και δεν έχει τον χρόνο, αλλά ούτε και τις δυνατότητες, να εκθρέψει επαναστατικά όνειρα κι άλλωστε είναι –σύμφωνα μ’ όλες τις θεωρίες—ο πρώτος που θ’ αλλοτριωθεί και θα γίνει παθητικό όργανο του κεφαλαίου και των κοινωνικών δομών του. (Εξάλλου, νομίζω, πως ενοχλητικά μία τέτοια φρασεολογία συγγενεύει με όσα είχε αντιτείνει και ο δολοφόνος αστυνομικός του Γρηγορόπουλου πως ο Αλέξης ήταν ένα κακομαθημένο πλουσιόπαιδο, ταραχοποιός από  καπρίτσιο). Μη λησμονούμε πως και για τη Χούντα, οι φοιτητές του πολυτεχνείου ήσαν ‘ταραξίες’, ‘παλιόπαιδα’ και ‘κακομαθημένα πλουσιόπαιδα, χίππηδες’, όπως και οι μαθητές και φοιτητές για τη ‘σιωπηλή πλειοψηφία’ του ’68 σε Γαλλία και Ιταλία.

Όχι, τον φετινό Δεκέμβρη κανένας δεν φώναξε και δεν κτυπήθηκε. Οι μαθητές και φοιτητές, που πλέον δεν έχουν τη δυνατότητα να γυρέψουν σταθερή εργασία  ούτε και μέσω του προθαλάμου των stagiaires, δεν είδαν φέτος στους σχεδόν ομηλίκους τους αστυνομικούς τους βολεμένους για μία ζωή , χωρίς κόπο, εντατικές σπουδές και προσπάθειες, γιατί πλέον μόνη τους έγνοια δεν ήταν η αλλαγή της κοινωνίας, η βελτίωση των συνθηκών τους, αλλά η σπουδή τους να μην ταυτισθούν με κάποιους ταραξίες, να μην δηλωθούν ‘ταραξίες’. 

Φευ, το θέμα των ημερών δεν ήταν τελικά  τι σημαίνει και τι επαναφέρει στην επικαιρότητα η κινητοποίηση για την επέτειο από τον θάνατο του Αλέξη, αλλά εάν η αστυνομία έκανε καλά τη δουλειά της:  ο φετινός Δεκέμβρης φαίνεται πως δεν λειτούργησε τόσο για τις κοινωνικές διεκδικήσεις –όπως το είχαν αντιληφθεί πέρυσι και το περίμεναν στο εξωτερικό, δηλ. ως μία πρωτοποριακή έκφραση της λαϊκής δυσαρέσκειας απέναντι σε μία (εξίσου) ενδοτική στην ΕΕ και στο διεθνές κεφάλαιο και αδιάφορη κοινωνικά κυβέρνηση—αλλά απεναντίας λειτούργησε ως αφορμή για την ανασκευή της αστυνομοκρατίας από μέσο κοινωνικής καταστολής σε μηχανισμό ‘προστασίας’ του πολίτη.
 
Η φωτογραφία είναι του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΠΕΛΤΕ αποκλειστικά για το NEW DEAL