Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΥΡΙΔΗΣ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΥΡΙΔΗΣ

Ο Παναγιώτης είναι κατά βάση δημοσιογράφος, αν και τα τελευταία χρόνια ασχολείται ευρύτερα με την επικοινωνία. Γεννήθηκε στην Αθήνα, αλλά μεγάλωσε στο Ηράκλειο Κρήτης.
Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Διεθνείς Σχέσεις, και έκανε μεταπτυχιακό στις Στρατηγικές Σπουδές. Ως πολιτικό επιστήμονα και διεθνολόγο τον κέρδισε η δημοσιογραφία, όπου σε αυτήν βρήκε και τον κατάλληλο τρόπο έκφρασης των όσων σπούδασε και του άρεσε να ασχολείται. Επί μια δεκαετία εργάστηκε στην τηλεόραση (ΕΤ2, ΕΤ3, POLIS, ΣΚΑΙ) ως ρεπόρτερ, παρουσιαστής και αρχισυντάκτης εκπομπών, στο ραδιόφωνο (ΑΝΤ1, PLANET), στον περιοδικό Τύπο (ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ, ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ). Από το 1996 μέχρι και τον Ιούλιο του 2013 υπήρξε πολιτικός και διπλωματικός συντάκτης στην εφημερίδα ΕΞΠΡΕΣ κι από το 2004 ο βασικός συντελεστής της στήλης γνώμης «ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ». Επί σειρά ετών αρθρογραφεί στα περιοδικά ΕΠΙΛΟΓΗ και ΤΑΣΕΙΣ, ενώ από τον Ιούνιο του 2009 διατηρεί το new-Deal, το οποίο ίδρυσε μαζί με τον Αλφόνσο Βιτάλη.
Από το καλοκαίρι του 2012 ασχολείται πιο οργανωμένα με την πολιτική και εταιρική επικοινωνία, ως διευθύνων σύμβουλος της Apertus Alveo Communications...
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΥΡΙΔΗΣ
ωρα εθνικησ συνεννοησησ

ΩΡΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΝΝΟΗΣΗΣ

Στη νηφάλια αναζήτηση του πολιτικού μηνύματος των εκλογών, ο πραγματικά αντικειμενικός παρατηρητής θα διαπίστωνε πως οι πολίτες με ακρίβεια μοιρογνωμονίου αποτύπωσαν στην κάλπη το διχασμό της ελληνικής κοινωνίας ή διαφορετικά τη στάση αναμονής που τηρεί έναντι όσων διεκδικούν την πολιτική της εκπροσώπηση. Συνεπώς, το εθνικό (και ουχί κομματικό) στοίχημα για τον πολιτικό κόσμο δεν είναι οι προϋποθέσεις επικράτησης έναντι των αντιπάλων τους, αλλά οι προϋποθέσεις μίνιμουμ εθνικής συνεννόησης, προκειμένου η χώρα να διεκδικήσει συλλογικά έναντι εταίρων και συμμάχων τους όρους εξόδου από την κρίση, θέτοντας παράλληλα, ισχυρά θεμέλια μιας υγιούς οικονομικής ανάπτυξης.

Δυστυχώς, το πολιτικό μήνυμα δεν φαίνεται να ελήφθη από κανένα. Άπαντες υποκρίνονται τους νικημένους, επιμένοντας σε μια παλαιοκομματική αντίληψη που θέλει τις ηγεσίες των κομμάτων να αποστρέφονται την πραγματικότητα. Κι η πραγματικότητα, εν προκειμένω, είναι πως κανένας πλέον κομματικός σχηματισμός δεν διαθέτει την πολιτική επιρροή να επιβάλει αυτοτελώς την πολιτική του ατζέντα (αν τη διαθέτει…) για την επόμενη μέρα της χώρας.

Οριοθετημένη η πολιτική επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ

Ο ΣΥΡΙΖΑ, με όρους ποδοσφαιρικούς, νίκησε. Είναι αδιαμφισβήτητα πρώτος και μπορεί να επικαλείται άνετα και την επικράτηση ενός Αριστερού κόμματος για πρώτη φορά σε εκλογική αναμέτρηση και την επικράτηση στην Περιφέρεια της Αττικής, με όσους πολιτικούς συμβολισμούς την ακολουθούν. Είναι όμως η μισή αλήθεια. Διότι με όρους πολιτικής, ούτε την πολιτική ανατροπή επέτυχε, πιάνοντας το κύριο στόχο που είχε θέσει προεκλογικά, ούτε την εκλογική του επιρροή αύξησε, καθώς συγκέντρωσε 180.000 ψήφους λιγότερες από την προηγούμενη αναμέτρηση του 2012.

Ο ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν έδειξε τα όρια της εκλογικής του δύναμης που πλέον έχει παγιωθεί. Κάτι που προσμετράται στα θετικά για την ηγεσία του η οποία κατάφερε να μετατρέψει ένα συνονθύλευμα συνιστωσών σε κόμμα, με πρωταγωνιστικό ρόλο στο πολιτικό γίγνεσθαι της χώρας. Από την άλλη όμως φαίνεται πως η απροθυμία της να συμμετέχει σε συζητήσεις για την επανένωση της κατακερματισμένης Κεντροαριστεράς την εξωθεί σε περιχαράκωση, περιορίζοντας τις προοπτικές μετεξέλιξης του ΣΥΡΙΖΑ σε κυβερνητική πλειοψηφία.

Με απλά λόγια, αν πράγματι όπως επαίρεται η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ είχαμε εθνικές εκλογές, με ποιες δυνάμεις θα συγκροτούσε κυβέρνηση; Συνεπώς, για την επόμενη μέρα, αντί ο ΣΥΡΙΖΑ να αρκείται αυτάρεσκα στη δήθεν επικράτηση του και να εξαντλείται στο πολιτικά άγονο αίτημα περί πρόωρης προσφυγής στην κάλπη – αίτημα αναντίστοιχο της λαϊκής βούλησης που αρέσκεται να επικαλείται – μήπως θα έπρεπε να αναζητήσει πολιτικές συναινέσεις με όμορους κομματικούς σχηματισμούς, ώστε να καλλιεργήσει το έδαφος για μελλοντικές συμμαχίες με κυβερνητική προοπτική; Ή θα επιμείνει να πιστεύει ότι με την ακραία του ρητορική, θα επιβάλλει τους όρους του, θα ηγεμονεύσει απόλυτα το χώρο και θα πετύχει την αυτοδυναμία που ευαγγελίζεται;

Το δίλημμα Σαμαρά έσωσε τα προσχήματα

Δεν είναι όμως μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ που κάνει πως δεν καταλαβαίνει. Η ΝΔ βολεύεται πίσω από το άλλοθι της αδυναμίας του ΣΥΡΙΖΑ να πετύχει τον (μαξιμαλιστικό, είναι αλήθεια) προεκλογικό στόχο της πολιτικής ανατροπής. Επικαλείται δε δικαιολογίες περί “χαλαρής ψήφου” στις Ευρωεκλογές ή δικαιολογίες περί “αντικυβερνητικής ψήφου”, που κατά παράδοση δίνουν οι πολίτες σε μια κυβέρνηση που βρίσκεται ακριβώς στο μέσο της θητείας της κι έχει ακόμα να διανύσει άλλο μισό δρόμο για να ολοκληρώσει το έργο της. Όμως, αυτά από μόνα τους δεν αρκούν για να κρύψουν τον καταποντισμό της (τα ήδη μειωμένα ποσοστά της ΝΔ από τις εθνικές εκλογές μειώθηκαν ακόμα περισσότερο με το κυβερνών κόμμα να χάνει 600.000 ψήφους), ούτε, πολύ περισσότερο, για να κρύψουν τη δυσφορία (αν όχι αγανάκτηση) της κοινωνίας για τα σκληρά μέτρα λιτότητας που έχει επιβάλλει.

Είναι αλήθεια ότι, χάριν της ακραίας ρητορικής του “στις 25 ψηφίζουμε, στις 26 φεύγουν”, το Μέγαρο Μαξίμου πρόλαβε την ύστατη στιγμή να διασώσει τα προσχήματα και με το δίλημμα της “σταθερότητας ή χάος” να εκλογικεύσει ψηφοφόρους της μεσαίας τάξης που ευχαρίστως θα εξέφραζαν την δυσφορία τους. Όμως, αυτό δημιουργεί μια επίπλαστη εικόνα. Η πραγματικότητα θέλει τη ΝΔ να έχει σοβαρές διαρροές από τη παραδοσιακή δεξαμενή των ψηφοφόρων της μεσαίας τάξης που κατά κύριο λόγο πλήττει η ασκούμενη πολιτική.

Εδώ απαιτούνται άμεσα διορθώσεις. Και ο Αντώνης Σαμαράς όταν λέει ότι έλαβε το μήνυμα, αντιλαμβάνεται ότι πρέπει άμεσα να προχωρήσει σε μέτρα ανακούφισης της μεσαίας τάξης, μειώνοντας φορολογικούς συντελεστές και παρέχοντας εκλογικευμένο και ασφαλές επιχειρηματικό περιβάλλον για την παραγωγή νέου πλούτου.

Ο ανασταλτικός παράγοντας εν προκειμένω, είναι η Τρόικα και οι δανειστές που δεν είναι βέβαιο ότι θα συναινέσουν σε τέτοιες λύσεις και ο πολιτικός χρόνος που τρέχει αμείλικτα. Είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν ο πρωθυπουργός διαθέτει το χρόνο να πείσει άμεσα τους δανειστές να μετριάσουν το μείγμα της δημοσιονομικής πολιτικής (και ουσιαστικά να τον στηρίξουν πολιτικά), πόσο μάλλον που οι όποιες “διορθώσεις” του προγράμματος συνδέονται άμεσα με τη ρύθμιση του χρέους – συζήτηση που χρονολογείται για το προσεχές Φθινόπωρο.

Η “ουδετερότητα” των Καραμανλικών

Αλλά πέραν αυτού, ζητούμενο είναι αν ο πρωθυπουργός διαθέτει την πολιτική ισχύ να διαπραγματευτεί ένα τέτοιο σημαντικό ζήτημα. Ήδη εμφανίζεται αποδυναμωμένος λόγω του εκλογικού αποτελέσματος, αλλά κυρίως της άρνησης ενός σημαντικού τμήματος της παράταξης να τον στηρίξουν πολιτικά. Είναι χαρακτηριστικό πως δήλωση στήριξης έκανε μόλις και μετά βίας ο Κώστας Καραμανλής μέσω κύκλων του, ενώ αρκετά από τα στελέχη του “καραμανλικού μπλοκ” απέφυγαν να συμμετάσχουν στην προεκλογική μάχη.

Είναι αναμμενόμενο ότι την ίδια “στάση ουδετερότητας” θα τηρήσουν και το προσεχές διάστημα, αφήνοντας τον Αντώνη Σαμαρά μόνο του να διαχειριστεί, πέραν της ρητορικής του Αλέξη Τσίπρα περί “απονομιμοποιημένου πρωθυπουργού” και τις αυξημένες, πλέον, απαιτήσεις του Ευάγγελου Βενιζέλου.

Ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ (το οποίο, σημειωτέον, για πρώτη φορά από την ίδρυση του δεν συμμετείχε στην εκλογική αναμέτρηση αυτόνομα ως ΠΑΣΟΚ, αφού πλέον υφίσταται ως Ελιά…) δίνει μάχη πολιτικής επιβίωσης και θα εξαργυρώνει ακριβά την πολιτική του στήριξη στην κυβέρνηση. Ως επικεφαλής τού πάλαι ποτέ κραταιού κόμματος χρεώνεται την πολιτική φθορά που συνεχίζει να εισπράττει το κόμμα (σε αυτές τις εκλογές έχασε 300.000 ψήφους, αλλά και αρκετά αυτοδιοικητικά κάστρα, όπως τα Χανιά, το Ηράκλειο, η Λάρισα, η Γλυφάδα κοκ) και δεν αποκλείεται μέχρι το προσεχές Φθινόπωρο (περίοδος διεξαγωγής του Συνεδρίου) να εμφανιστούν εντονότερα κινήσεις εσωκομματικής αμφισβήτησης. Μοναδική ελπίδα περιορισμού των διαρροών του για τον Ευάγγελο Βενιζέλο είναι οι ενδείξεις ανάκαμψης της οικονομίας να γίνουν άμεσα αισθητές σε τμήμα των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ. Θα εμφανιστεί λοιπόν πιεστικός στην ικανοποίηση κοινωνικών αιτημάτων (όπως το πρόσφατο με τις λαϊκές αγορές) και στη λήψη μέτρων ανακούφισης ευπαθών κοινωνικών ομάδων (π.χ. συνταξιούχοι) στις οποίες το κόμμα διατηρεί ακόμα πολιτική επιρροή.

Είναι λοιπόν εμφανές το βάρος που καλείται να σηκώσει το επόμενο διάστημα ο Αντώνης Σαμαράς. Δεν αποκλείεται λοιπόν, είτε στην άρνηση του να το σηκώσει εξ ολοκλήρου μόνος του, είτε στην αποτυχημένη προσπάθεια του να το επιμερίσει, να επιχειρήσει μια “ηρωική έξοδο”, ανάλογη με αυτή που επιχείρησε το 2009 ο Κώστας Καραμανλής όταν με την προκήρυξη πρόωρων εκλογών παρέδωσε την εξουσία στον (“λεφτά υπάρχουν”) Γιώργο Παπανδρέου.

Το χαρτί της εθνικής συνεννόησης

Ο μόνος τρόπος για να αποφευχθεί μια τόσο αρνητική για τη χώρα εξέλιξη, είναι ο Αντώνης Σαμαράς να παίξει σοβαρά το χαρτί της “εθνικής συνεννόησης”. Ήδη, το μήνυμα του το βράδυ των εκλογών αποπνέει ενωτική διάθεση. Αυτό πρέπει να φανεί και στην πράξη με ένα εθνικό προσκλητήριο στα κόμματα του “ευρωπαϊκού τόξου” για τη συγκρότηση μιας “εθνικής ομάδας αξίων” η οποία, υπό τη σκέπη του Προέδρου της Δημοκρατίας (που θα συμβολίσει την εθνική ενότητα) θα διαπραγματευτεί έναντι των δανειστών, το κούρεμα του χρέους και τις βασικές στρατηγικές κατευθύνσεις του νέου αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας που προηγουμένως θα έχει συμφωνηθεί σε πολιτικό επίπεδο και θα τυγχάνει της αποδοχής της ελληνικής επιχειρηματικής ελίτ.

Αν το προσκλητήριο Σαμαρά δεν τύχει μιας ευρείας πολιτικό-οικονομικής αποδοχής, τότε ο καθένας θα αναλάβει τις ευθύνες του έναντι των Ελλήνων και θα κριθεί απ” αυτούς για την επιλογή του.

Ήδη τα πρώτα δείγματα των προθέσεων του εκλογικού σώματος έχουν καταγραφεί. Οι πολίτες απαιτούν δεν εμπιστεύονται σε κανένα μεμονωμένα τις τύχες της χώρας. Ο κατακερματισμός της ψήφου, εκτός από σύγχυση και στάσης αναμονής, αναδεικνύει περισσότερο από ποτέ την ανάγκη εθνικής συνεννόησης. Είναι μια ιστορική ευκαιρία για το πολιτικό προσωπικό (νέο και παλιό) της χώρας να σταθεί ενώπιον των ιστορικών του ευθυνών.