Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ

Ο Γιώργος είναι δημοσιογράφος.
Ήταν λίγο πριν από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 όταν είδα για πρώτη φορά το φως αυτού του κόσμου στην Αθήνα.
Από τότε είχα άλλοτε την τύχη, άλλοτε την … ατυχία, αλλά και κάποιες φορές την τιμή να συναντηθώ με πολλούς ανθρώπους. Με προσωπικότητες γνωστές και άγνωστες στο ευρύ κοινό, που καθεμιά της άφησε το δικό της αποτύπωμα στη ζωή μου.
Η πορεία μου στο χρόνο συνεχίζεται, «συλλέγοντας» διαρκώς τέτοια Αποτυπώματα.
Αναμφισβήτητα, κορυφαία εμπειρία που σημαδεύει βαθύτατα τούτη την πορεία, υπήρξε η «συνάντησή» μου με την λαμπερή Κυρία που ακούει στο όνομα Δημοσιογραφία!
Ήταν στα μέσα της δεκαετίας του ’80 όταν, υλοποιώντας ένα έντονο εφηβικό όνειρο, επέλεξα να τη σπουδάσω στο εξαιρετικό από κάθε άποψη «Εργαστήρι Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας». Έκτοτε, η συχνά δύσκολη ή και επώδυνη όμως σε κάθε περίπτωση μεθυστικά υπέροχη διαδρομή στο χώρο, με βρήκε κυρίως στην έντυπη Δημοσιογραφία, αρχικά ως εκπαιδευόμενο – βοηθό αθλητικού συντάκτη στην «ΑΥΓΗ». Μετά και αφού μεσολάβησε μία σύντομη εργασιακή παρένθεση στον ιδιωτικό τομέα και σε μία Τράπεζα, άνοιξε για τα καλά η μεγάλη περιπέτεια: Στον «Δημοκρατικό ΛΟΓΟ», ακολούθως στη «ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΗ», σε συνδρομητικά περιοδικά, την εβδομαδιαία εφημερίδα «Έξυπνο ΧΡΗΜΑ», στο περιοδικό «Army Magazine», και τα τελευταία σχεδόν 15 χρόνια συνεχώς στην «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ». Εδώ και τρία χρόνια καλύπτω το Κοινοβουλευτικό ρεπορτάζ, ομολογώντας με την ευκαιρία ότι το πιο ενδιαφέρον και συναρπαστικό απ’ όλα είναι το Διπλωματικό.
Η προφανής (μάλλον μη συνειδητή, πλην όμως εμφανής…) προτίμησή μου στα έντυπα Μέσα, δεν αποτέλεσε αιτία άρνησης εμπειριών στα ηλεκτρονικά αδερφάκια τους, όταν ευκαιρίες παρουσιάστηκαν. Με πολιτικό ρεπορτάζ ή εκπομπές ειδησεογραφικές, στο χώρο της TV ήταν στα «άγουρα» χρόνια της ελληνικής τηλεόρασης, στο «Κανάλι 29», και ραδιοφωνικά στο παλαιό «Ράδιο Αθήνα», και αργότερα στον «Πλάνετ».
Μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών / ΕΣΗΕΑ, (άρα) και της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων / I.F.J.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ
«υποθεση κωνσταντοπουλου»

«ΥΠΟΘΕΣΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ»

Σύμπτωμα ενός εκ των δομικών χαρακτηριστικών αφενός της ελληνικής κοινωνίας, και αφετέρου του «καθρέφτη» της που είναι το Κοινοβούλιο, αποτελούν τα όσα συμβαίνουν εντός του Ναού της Δημοκρατίας αναφορικά με τον εξόχως αποκρουστικό τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται από αντιπάλους και «φίλους» η Ζωή Κωνσταντοπούλου.

Τα περιστατικά αρνητικής προς το πρόσωπό της συμπεριφοράς, κυρίως ανδρών «συναδέλφων» της είναι πολλά και όπως περνά ο χρόνος κλιμακώνονται ολοένα και περισσότερο. Εως τη στιγμή που γράφονταν αυτές οι γραμμές (Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου), ως σημαντικότερη κορύφωση του φαινομένου θεωρείται το περιστατικό που διαδραματίστηκε κατά την διάρκεια συνεδρίασης κοινοβουλευτικής Επιτροπής, θέμα της οποίας ήταν νομοσχέδιο του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης.

Η έναντι της βουλευτού του ΣΥΡΙΖΑ στάση του εκ των αντιπροέδρων της Βουλής –και εκτάκτως προεδρεύοντος της συγκεκριμένης συνεδρίασης- Αν. Νεράτζη, όπως επίσης και του βουλευτή της ΝΔ Ν. Κυριαζίδη, προκάλεσαν μιαν αντίδραση εκ μέρους της που μάλλον άργησε πολύ να έρθει, καθώς το κύμα των επιθέσεων καταγράφεται άγριο εδώ και καιρό: Πρώτον, η κα Κωνσταντοπούλου ζήτησε την άμεση παρέμβαση –προκειμένου να προστατευθεί από τις επιθέσεις που δέχεται- του Προέδρου της Βουλής και της κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ισότητας και Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Δεύτερον, διαμαρτυρόμενη, αποχώρησε από τη συνεδρίαση.

Ο τρόπος με τον οποίο η πιο πολυσυζητημένη βουλευτής της αντιπολίτευσης ομιλεί σε συνεδριάσεις της Βουλής (αρκετοί τον παρομοιάζουν με αγορεύσεις εισαγγελέα σε αίθουσες δικαστηρίων), αλλά και η κατά κανόνα μεγάλη διάρκεια των τοποθετήσεών της, παγίως προκαλούν τη δυσφορία αρκετών εξ όσων μετέχουν ή παρακολουθούν τις συνεδριάσεις αυτές. Για τον ψύχραιμο παρατηρητή, ωστόσο, εδώ και καιρό δεν είναι απολύτως ευκρινές αν ο συγκεκριμένος τρόπος έκφρασης της κας Κωνσταντοπούλου είναι απλώς αποτέλεσμα της μακράς παρουσίας της σε δικαστικές αίθουσες ως δικηγόρος, ή συνιστά συνειδητή επιλογή «άμυνας» εν μέσω ενός από την πρώτη στιγμή εξαιρετικά εχθρικού για εκείνη πολιτικού περιβάλλοντος.

Αλλά αυτό, ποιά και πόση σημασία έχει; Το πρόβλημα είναι φανερό πως δεν πηγάζει από τα  χαρακτηριστικά ή τις … συνήθειες της κας Κωνσταντοπούλου. Το πρόβλημα δημιουργείται και συντηρείται από εκείνους που με συγκεκριμένο τρόπο προσπαθούν να την απαξιώσουν.

Είναι εξαιρετικά δύσκολο –θα μπορούσε κάποιος να πει ότι είναι αδύνατο- να βρει περιστατικό κατά το οποίο η εν λόγω βουλευτής αντιμετωπίζεται για το πολιτικό ή το αξιακό περιεχόμενο των παρεμβάσεων και τοποθετήσεών της. Και ακόμα χειρότερα: είναι σπάνιο –έως ανύπαρκτο- το να καταγραφεί, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων και αυτές μέσα από το γυναικείο τμήμα του ΣΥΡΙΖΑ, υποστηρικτική προς το πρόσωπό της αντίδραση. Τούτο δε είναι ιδιαιτέρως προβληματικό, δεδομένου ότι τόσο ο τόνος όσο και το περιεχόμενο των σε βάρος της σχολίων, ή και το ύφος που αυτά γίνονται, έχουν από καιρού περάσει στη σφαίρα της λεκτικής κακοποίησης.

Ουδείς, βεβαίως, μπορεί να ισχυριστεί ότι η πολιτική είναι πεδίο δράσης «αγγέλων». Οι προσωπικές επιθέσεις και τα χτυπήματα κάτω από τη ζώνη, δεν είναι καινούριο φαινόμενο. Ομως, όταν έστω και «προσποιητά» επικρατεί ο κανόνας της Αξιοπρέπειας εντός και εκτός Κοινοβουλίου, οι επιθέσεις αυτές είναι εξαιρέσεις. Στους δύσκολους καιρούς, σε εποχές απαξίωσης των πάντων, η προαναφερθείσα ισορροπία αντιστρέφεται: Ο «κανόνας» μετατρέπεται σε εξαίρεση, και η «εξαίρεση» μετεξελίσσεται σε κυρίαρχο στοιχείο της συμπεριφοράς και των σχέσεων.

Ετσι όπως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα, η «υπόθεση Κωνσταντοπούλου» θα ήταν λάθος να θεωρηθεί μεμονωμένη περίπτωση. Εχουν πληθύνει τα κρούσματα. Αρκεί να έχεις καθαρό βλέμμα και θα τα καταγράψεις: Σε κοινωνικό επίπεδο, όλες οι υπηρεσίες και φορείς επισημαίνουν την κατακόρυφη αύξηση της βίας σε βάρος των γυναικών.

Σε πολιτικό επίπεδο υπάρχουν μεταξύ άλλων η βίαια υβριστική δημόσια επίθεση στη Ρένα Δούρου, το χαστούκι στην Λιάνα Κανέλλη, η επίθεση λόγω και έργω (και μάλιστα εντός Βουλής) κατά της Βασιλικής Κατριβάνου – η οποία είναι και εκ των ελαχίστων που αντιδρούν στους «προπηλακισμούς» που δέχεται η κα Κωνσταντοπούλου. Υπάρχουν, βεβαίως, και ουκ ολίγες περιπτώσεις αμιγώς σεξιστικού χαρακτήρα συμπεριφορές σε βάρος γυναικών μελών του Κοινοβουλίου. Θα ήταν λάθος δε, αν δεν σημειωνόταν εδώ ότι «θύτες» δεν εντοπίζονται αποκλειστικά στο χώρο της πολιτικής: Είναι πολλά τα δείγματα» αναλόγων κρουσμάτων και στο χώρο του Τύπου, με αρνητικούς πρωταγωνιστές, μάλιστα, ορισμένους από εκείνους που γράφουν στα λεγόμενα «ελεύθερα-μη παραδοσιακά» Μέσα «Ενημέρωσης», στο Διαδίκτυο.

Και φυσικά, σχεδόν όλες οι περιπτώσεις συνοδεύονται από την προβολή του πιο χυδαίου άλλοθι τέτοιων (ή και χειρότερων) συμπεριφορών: «Μα, «τα θέλει», προκαλεί», λέγεται χαρακτηριστικά.

Είναι σχεδόν φανερό πια ότι στην παρούσα χρονική συγκυρία, σε τούτο τον τόπο και με τη συγκεκριμένη κοινωνία, δεν υπάρχουν δυνατότητες δράσης-αντίδρασης των σκεπτόμενων, με όρους σεβασμού στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια,  πολιτών. Δυστυχώς μοιάζουμε καταδικασμένοι να πιούμε το πικρό ποτήρι της αποσύνθεσης έως το τέλος, πριν ξεκινήσουμε πάλι από την αρχή. Μοναδική ελπίδα; Να αντέξουν ψυχολογικά και συναισθηματικά όσο το δυνατόν περισσότεροι. Θα είναι πολύτιμη η παρουσία τους, όταν ακριβώς έρθει αυτή η στιγμή της νέας αφετηρίας.