Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017
το τελοσ τησ εργασιασ ωσ υπεραξια. η αυγη τησ εργασιασ ωσ (αναλωσιμο) εξοδο επιχειρησησ

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΩΣ ΥΠΕΡΑΞΙΑ. Η ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΩΣ (ΑΝΑΛΩΣΙΜΟ) ΕΞΟΔΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ

του ΓΙΩΡΓΗ -ΒΥΡΩΝΑ ΔΑΒΟΥ

Χωρίς να έχει επικαθήσει ακόμη η παιπάλη από τις δηλώσεις της Λούκας Κατσέλη, που θέλησε απέναντι στη στυγνή απαίτηση της «τρόικας» να υπερασπισθεί το ελάχιστο εκείνων των «αυτονόητων», που ο ίδιος ο πρωθυπουργός δεν εννοεί να συγκεράσει μέσα στην επανάστασή του, 

τα εξ οικείων βέλη που δέχθηκε η υπουργός Εργασίας, οι επακόλουθες διακοινώσεις του ΣΕΒ και οι νουθεσίες του Στρος-Καν για συρρίκνωση του δημόσιου τομέα και επέκταση των μισθολογικών μειώσεων και των εξανδραποδιστικών συμβάσεων και στον ιδιωτικό τομέα, αναδεικνύουν ανατριχιαστικά ωμή αντίληψη για την εργασία, που ξεπερνά κάθε παραδεδομένο ορισμό της.

Πλέον και για το ευρύ πολιτικό σώμα, το οποίο σπεύδει να ακολουθήσει κατά πόδας την παγκόσμια –και εν προκειμένω την Ευρωπαϊκή—κεφαλαιακή/επιχειρηματική τάξη, η εργασία δεν λογίζεται ως τίποτε παραπάνω από μία «επιχειρησιακή δαπάνη», όπως ακριβώς το χαρτί τουαλέτας, ή η γραφική ύλη, την οποία κάλλιστα μπορούμε να περικόψουμε κατά το δοκούν, και μάλιστα πρώτη-πρώτη, αλόγιστα και τάχιστα, προκειμένου να περισταλθούν τα έξοδα και να αυξηθούν τα περιθώρια κέρδους, ο έλεγχος και η πίεση προς τους εργαζομένους και η αναπαραγωγή, όπως θα έλεγαν παλαιά, της κεφαλαιακής συσσώρευσης.

Είναι γεγονός ότι η έννοια της εργασίας έχει περιβληθεί με λογής ιδεολογήματα στο παρελθόν, που στόχο είχανε να καλύψουν την επιτακτικότητα και την υποταγή που κρύβει η επιβεβλημένη κοινωνικά και διαφοροποιημένη ταξικά απασχόληση: από τον μύθο της δημιουργικότητας και της ανάπτυξης των ιδιαίτερων γενεαλογικών ικανοτήτων του ανθρώπινου είδους, τη φασίζουσα αντίληψη του απελευθερωτικού χαρακτήρα της εργασίας, ώσαμε τον ιδεαλιστικό εγελιανό ορισμό της ως της «απωθημένης επιθυμίας» κατά την οποία ο άνθρωπος, ακόμη και ως δούλος, ξανανακαλύπτει τον εαυτό του ως Ον μές από το αντικείμενο που παράγει, οι ορισμοί της εργασίας προσανατολίζονται στην αντιστροφή κι εν τέλει στο ξεπέρασμα του αρνητικού χαρακτήρα της, όπως την περιέγραψε ο Μαρξ ως εργαλείο ανδραποδισμού, υποχειριασμού, ελέγχου και εκμετάλλευσης της υπεραξίας.

Η γενικώς διαδεδομένη αφηρημένη αντίληψη των εργατών και των θέσεων απασχόλησής τους ως απλούς αριθμούς, ωχριά αντίκρυ σε τούτη τη νέα αντίληψη, που αποκρουστικά εξισώνει και αφομοιώνει το πρόσωπο με το αντικείμενο—ο εργάτης δεν αξίζει όσο ο μισθός του, αλλά εξομοιώνεται η αξία του με το κόστος ενός οποιουδήποτε άλλου εξόδου. Η αντίληψη της εργασίας ως ένα απλό έξοδο της επιχείρησης υπακούει, είναι σαφές, σε μία κορπορατιστική πεποίθηση για την αξία και τη λειτουργία του διωνύμου εργασίας-παραγωγής, εργαζομένου-επιχείρησης, η οποία είναι βαθιά ριζωμένη στην συνείδηση του Κεφαλαίου από καταβολής του.

Είναι εν τούτοις αποτρόπαιο και κατά το μάλλον, ή ήττον χυδαίο, να προτάσσεται από την πολιτική τάξη—κι ιδιαίτερα από μία σφαίρα της πολιτικής που επαίρεται για τις φιλοπρόοδες και σοσιαλίζουσες τάσεις της. Αλλά, τούτος ο κοινωνικός φιλελευθερισμός (social-liberisme) είναι α-κριτικός προς τις αγορές και αρκείται να συνοδεύει την αυτό-ανάπτυξή του μ’ ορισμένες «κοινωνίζουσες ανταμοιβές (Robert Castel, “La critique face au marché”, στο Les sociologies critiques du capitalisme, Puf, 2002) Όπως τονίζει ο Jean Lojkine (« Pour une sociologie du capital » στο ίδιο συλλογικό έργο) καμία από τις επιχειρήσεις που προέβη σε απολύσεις «ωσεί αυτές και μόνον οι περιστολές εργασιακών θέσεων να απέφεραν απτά οικονομικά αποτελέσματα» και επιβλήθηκαν στα πλαίσια του άφρονος οικονομικού ανταγωνισμού, τα οποία αποφέρουν αμφίβολα αποτελέσματα για τους ανταγωνιστές, καμία λέγω δεν είχε τα ποθούμενα αποτελέσματα.

Και τούτο επαληθεύεται στο έπακρο κατά την παρούσα κρίση, διότι καμμία αυτοκινητοβιομηχανία, ή άλλη μεγάλη επιχείρηση δεν ορθοπόδησε παρά τις περικοπές εργαζομένων και ζήτησαν την συμβολή του κράτους για να πληρώσει την αλλαγή της τεχνολογίας, που είναι αναγκαία για την επίτευξη της καινοτομίας, ακρογωνιαίας προϋπόθεσης για την παραγωγή και κυκλοφορία νέων προϊόντων, συνεπώς για την συσσώρευση κέρδους. Το κόστος, δηλ. της «αλλαγής παραδείγματος» στις οικονομικές σχέσεις της παραγωγής και της συσσώρευσης κεφαλαίου, μετακυλίνδεται στο κράτος και στους φορολογουμένους—δυνητικούς ανέργους.

Πλέον ο Μαρξ δικαιώνεται όταν δήλωνε πως το Κράτος είναι «το διοικητικό συμβούλιο του Κεφαλαίου»: οι σημερινές συνθήκες τον επιβεβαιώνουν στο έπακρο, καθώς με την παρούσα κρίση εύκολα διαπιστώνουμε το πόσο οι κεϋνσιανικές πολιτικές που σπεύδει να εφαρμόσει το κράτος, αυτές τις πολιτικές τις οποίες ονειδίζουν οι επιχειρήσεις και οι αγορές αφ’ ενός και αφ΄ετέρου επιδιώκουν να εφαρμοσθούν προς όφελός τους, αποτελούν τον κύριο στόχο των διάφορων κεφαλαιούχων.

Οι εφαρμόσιμοι μηχανισμοί στήριξης κατ’ ουσίαν δραστηριοποιούνται για να στηρίξουν την αναπαραγωγή και την κερδοφορία τους: είναι σαφές πως από τα χρήματα τούτα ελάχιστα διοχετεύονται προς τον δημόσιο τομέα και στο κράτος πρόνοιας, τα οποία οφείλουνε να συρρικνωθούν, αλλά για τις αποπληρωμές των δανειακών υποχρεώσεων και των κρατικών χρεωλυσίων—όπερ διασφαλίζεται η είσπραξή τους από τους δανειστές—και είτε για τη διαιώνιση των κρατικής αρωγής επενδύσεων με τη συμμετοχή και προς όφελος των ιδιωτικών επιχειρήσεων, είτε για την φοροελάφρυνσή τους. Όπως τονίζει ο Νέγκρι (Η μηχανή του Χρόνου) οι κρίσεις και οι περικοπές στις δαπάνες αποτελούν «εκλεπτυσμένους μηχανισμούς» ελεγχόμενης πληθωριστικής κίνησης και μέσων για να υποστηριχθεί το κεφάλαιο για να ξεναπετύχει τα ίδια περιθώρια κέρδους και την υψηλή παραγωγικότητα.

Μες από τις περικοπές στις δαπάνες –που πλέον περιλαμβάνουν και την εργασία, που σήμερα εξαιτίας της πληροφορικής γίνεται «άϋλη» και κυμαινόμενη—και την, έμμεση, ή άμεση, χρηματοδότηση της οικονομίας, εξασφαλίζεται η κυκλοφορία των αγαθών και η ροή του κεφαλαίου, κατά τρόπον ανέξοδο από τους ίδιους τους κεφαλαιούχους, μιας και λόγω της κρίσης και των κεϋνσιανικών κρατικών πολιτικών, αυτόν τον λογαριασμό τον αναλαμβάνει το κράτος για την «επιστροφή στην ισορροπία του ‘φυσικού’ πλαισίου των αγορών, στις αναγκαίες συνθήκες για την ‘αυθόρμητη’ αναπαραγωγή των σχέσεων κέρδους και προσταγής» (Νέγκρι). Πλέον οι εξωγενείς παράγοντες που δημιούργησαν τις κρίσεις –τράπεζες, επενδυτικοί οργανισμοί—με τα προϊόντα που διοχέτευαν σε κρατικές υπηρεσίες, τράπεζες, οργανισμούς κλπ, και οδήγησαν σε χρεωκοπία τους ‘μετόχους τους’ (όχι τα ίδια τα ζημιογόνα ιδρύματα, διότι βραχυπρόθεσμα τα στελέχη τους είχαν εισπράξει, αλλά εκείνους που έπρεπε μετά την πάροδο του χρονικού ορίου να ρευστοποιήσουν τα δεδομένα κέρδη τους από τις ρήτρες των προϊόντων) εντάσσονται στο εσωτερικό του κρατικού παρεμβατισμού, ως προστατευόμενα είδη, την ώρα που το οργανικό σώμα της κοινωνίας, οι πολίτες, γίνονται αποδιοπομπαίοι.

Άλλωστε, τόσο το κράτος, με τις πολιτικές του της εξομάλυνσης των εντάσεων με τη διεύρυνση του κράτους πρόνοιας (μ’όλες τις δυσλειτουργίες του) και τη διεύρυνση του εργασιακού δημόσιο τομέα (που πάντοτε δρά μαυλιστικά), όσο και οι επιχειρήσεις—κυρίως κατά την περίοδο της κερδοφορίας και της ευημερίας τους—με την, σχετική, αύξηση των ημερομισθίων, δημιουργώντας μία χιμαιρική εικόνα ευμάρειας, δημιούργησαν την εντύπωση πως η απόσταση μεταξύ των τάξεων έχει μειωθεί. Στην ουσία, εκείνο που εξέθρεψαν ήταν μία πλαστή εικόνα ομοιογένειας με βάση τα εξωτερικά και συμβολικά χαρακτηριστικά, που μοιράζονται εν γένει όλοι στην κοινωνία και χαρακτηρίζουν το «επίπεδο ζωής» (καλλίτερα της κατανάλωσης).

Η προσέγγιση των μισθών οδήγησε από το ’50 ώσαμε, χονδρικά, το ’80 στην Ευρώπη (από το ’80 και δώθε στην πάντοτε ουραγό Ελλάδα μ’ όλες τις συνέπειές της) στη δημιουργία ενός «Φαινομένου της Σβούρας», που είναι φουσκωμένο προς τα πάνω και στενό προς τα κάτω κι αντανακλά εύστοχα τις ουσιαστικές ανισότητες στην ανισόρροπη και αβέβαιη κατανομή των εισοδημάτων, αλλά και στην δεδομένη αστάθειά τους. Διότι είναι σαφές πως η Σβούρα τούτη δεν είναι παρά μία Gaussιανή, κωδωνοειδής, κατανομή των εσόδων, που δεν είναι σε κανένα σημείο της ισομερής και δεν αντανακλά κανενός είδους «μεσαιοποίηση» (moyenisation, όπως εύστοχα παρατηρεί η Catherine Bidou “De la sociologie des classes sociales à la socio-économie des inégalités” Les sociologies critiques du capitalisme, Puf, 2002) των διαφόρων τάξεων. Με τις απαρχές της κρίσης, στα χρόνια του ’90, η «μεσαιοποίηση» των τάξεων που είχε συσχετισθεί με τους μισθούς, έχει πάψει πιά να έχει την ίδια κοινωνική σημασία.

Η εξίσωση των τάξεων είχε επιτευχθεί απλώς επί τη βάσει ενός «βασικού τρόπου ζωής», με μία, σχεδόν, γενίκευση της ευμάρειας και της τρυφηλής συμπεριφοράς σε πραγματικό οικονομικό και σε συμβολικό επίπεδο, των νοικοκυριών με βάση τα διαρκή αγαθά (αυτοκίνητο, τηλεόραση, πλυντήριο, τηλέφωνο κλπ), αλλά και της ιδιοκτησίας (μεγάλη και πολυτελής πρώτη κατοικία, εξοχικό, οικόπεδα, κλπ).

Ωστόσο, τούτη η τύποις εξόγκωση του τριτογενούς τομέα, ή η φαινομενική αύξηση των εργατικών ημερομισθίων, δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα πως η εργατική τάξη εξαφανίσθηκε: απλώς τούτη άλλαξε χαρακτηριστικά, οδηγημένη από την αλλαγή του τρόπου ζωής, της κάθετης κινητικότητας των μελών και απογόνων της και την μεταβολή των μεθόδων εργασίας σε πολλούς τομείς. Η διάφορες μορφές της επαγγελματικής ενσωμάτωσης, μέσα από τις νέες εργασιακές συνθήκες και την κινητικότητα που επιβάλλουν, και ιδίως η αλλαγή των διεκδικήσεων στο απλό επίπεδο της διαμόρφωσης των μισθών και του συνδυασμού τους με το κόστος της «ομογενοποιημένης» ζωής, που συνίσταται στην ικανοποίηση του βασικού και κοινού σε όλους επιπέδου ζωής, έχουν οδηγήσει σε μία σχετική «απάθεια» τους εργαζόμενους, που βιώνουν επί χρόνια την αδυναμία των συνδικάτων τους να διαχειρισθούν άλλα θέματα πλην των βασικά μισθολογικών.

Παράλληλα, οι «συμβάσεις εργασίας», που ναι μεν εξασφαλίζουν μία σταθερότητα, συμβάλλουν στην παγιωμένη και παθητική, φευ, συνείδηση για τη μοναδική φύση της εργασίας του καθενός και την αντίληψη της κοινωνίας υπό το πρίσμα της ιδιάζουσας αυτής εργασίας και της σχέσης του υποκειμένου με αυτήν. Το αποτέλεσμα ήταν οι διεκδικήσεις να μη γίνονται πλέον με τον βασικό τρόπο μαζικής κινητοποίησης, που εμφορείται από το πνεύμα του αγώνα για κατακτήσεις (οι κατά καιρούς απεργίες δεν αποτελούν, ακόμη και ιδεολογικά, τον ίδιο μοχλό πίεσης, ούτε και συμβάλλουν σε μία ριζική αλλαγή των συνθηκών εργασίας και της κοινωνίας, αλλά εξαντλούνται σε μισθολογικές απαιτήσεις), αλλά έχουν αποκτήσει «δικαστική διάσταση», με εκατέρωθεν προσφυγές στους εργατικούς νόμους για να επιλυθούν οι διαφορές.

Μολαταύτα, η τροπή τούτη είναι η πλέον αρεστή στο Κεφάλαιο, διότι αφ’ ενός εξαντλεί την αγωνιστικότητα των εργαζομένων σε ήσσονα ζητήματα, που είναι η διασφάλιση κατ’ αναλογίαν του μισθού και της απασχόλησης στον συγκεκριμένο χώρο εργασίας, και αφ’ ετέρου, όπως η κινητικότητα και η ευελιξία του εργαζομένου αντιπροσωπεύει το κύριο χαρακτηριστικό της παραγωγής υπεραξίας για την καπιταλιστική αγορά, έτσι και η κινητικότητα του νόμου, με τις αλεπάλληλες κατά περίσταση, αλλά γενικής ισχύος, γνωμοδοτήσεις, τροποποιήσεις και καταργήσεις, συνιστά το κύριο όπλο της εργοδοσίας.

Παράλληλα, η τεχνητή υπαγωγή της συνδικαλιστικής δραστηριότητας στους κομματικούς μηχανισμούς, εύκολα χειραγωγίσιμους, με καθαρά κλαδικές διεκδικήσεις και όχι ταξικές, ομογενοποίησε τις πρακτικές και εν τέλει την διαφορετικότητα στις απαιτήσεις των τάξεων. Στην ουσία δημιουργήθηκε ένα ομοιογενές συνδικαλιστικό κίνημα ως προς τον τρόπο δράσης και ταυτόχρονα ένα πολυδιασπασμένο κλαδικό σώμα, που δρούσε ευκαιριακά, με μόνο γνώμονα τα κλαδικά συμφέροντα της περίστασης, κι εύκολα μπορούσε να απομονωθεί, ν’ αποτελέσει στόχο δυσφήμησης, της οποίας τα επίτιμα σήμερα έρχεται να πληρώσει όλο συλλήβδην το εργατικό κίνημα—διότι η κυβέρνηση και οι επιχειρήσεις πλέον ρίχνουν την ευθύνη σε εκείνον, ή στον άλλον προνομιούχο (ιδιαίτερα σ’ ό,τι αφορά τον δημόσιο τομέα) για την επιδείνωση της κρίσης εξαιτίας των διεκδικήσεών του.

Οι κλαδικές διεκδικήσεις αποτελούν έναν εύκολο στόχο, έναν αποδιοπομπαίο τράγο: και το αμαρτωλό δημόσιο ακόμη περισσότερο. Πράγμα που βέβαια αποτελεί εν μέρει ένα μεγάλο ψεύδος, καθώς όλοι βιώνουμε στην ουσία την έλλειψη του δημοσίου σε καίριους τομείς: υγεία, συγκοινωνίες, καθαριότητα, εξυπηρέτηση πολιτών. Ο άνευρος (κυρίως συνδικαλιστικά) αποτελεί μία εύκολη λύση για να εξαρθρωθούν κυρίως οι αντιδράσεις στον ιδιωτικό τομέα—δεν είναι τυχαίο που οι σχεδιαζόμενες μειώσεις μισθών στην αγορά, που προβλέπει από το μνημόνιο, περάσανε πρώτα στο δημόσιο, όπου δεν άνοιξε ούτε μύτη. Για τη λύση του προβλήματος θα αρκούσε στο κάτω-κάτω (όπως είχε τονίσει και σε μία προεκλογική της ομιλία και η κυρία Κατσέλη, και δεν έχω λόγους να μην πιστεύω την φιλαλήθεια της πεποίθησής της τούτης) να εξορθολογίσουν με βεμπεριανό τρόπο τον δημόσιο τομέα κι όχι να τον μειώσουν με τον εξευτελιστικό τούτο τρόπο που επιχειρούν σήμερα, επιστρατεύοντας την παλαιά τακτική του «διαίρει και βασίλευε» της «θραυσματοποίησης» της εργατικής δύναμης σε αντιπάλων συμφερόντων δυνάμεις, αποτρέποντας την ενοποίησή της σε εργατική τάξη.

Εξάλλου, όπως εξηγούν όλοι οι πολιτικοί στοχαστές από τον Βέμπερ ίσαμε τους νεοδαρβινιστές της εξελικτικής πολιτικής, η γραφειοκρατία είναι το μόνο χρήσιμο εργαλείο του κράτους για να ελέγξει τη λειτουργία των ελεγκτικών/καταναγκαστικών/κατασταλτικών μηχανισμών του. Ιδίως στη σημερινή πραγματικότητα της πληροφορικής, όπου η διαστολή των κέντρων παραγωγής καθιστά αναγκαστική την παρουσία ενός κέντρου διεύθυνσης και συλλογής πληροφοριών από τα επιμέρους κέντρα του δικτύου, ο δημόσιος τομέας είναι πέρα για πέρα απαραίτητος.

Αρκεί να στελεχωθεί από εξειδικευμένα στελέχη και πανίσχυρα μηχανήματα και να εμφυσήσει –στα πλαίσια της σκοπούμενης «συναίνεση» —το ιδανικό του «κοινού στόχου», όπως θα πρότεινε κι ο Κ. Galbraith (The Bureaucratic Syndrom, στο The Culture of Contentment,1992). Η διάφορες μορφές της επαγγελματικής ενσωμάτωσης, μέσα από τις νέες εργασιακές συνθήκες και την κινητικότητα που επιβάλλουν, και ιδίως η αλλαγή των διεκδικήσεων στο απλό επίπεδο της διαμόρφωσης των μισθών και του συνδυασμού τους με το κόστος της «ομογενοποιημένης» ζωής, που συνίσταται στην ικανοποίηση του βασικού και κοινού σε όλους επιπέδου ζωής, έχουν οδηγήσει σε μία σχετική «απάθεια» τους εργαζόμενους, που βιώνουν επί χρόνια την αδυναμία των συνδικάτων τους να διαχειρισθούν άλλα θέματα πλην των βασικά μισθολογικών.

Παράλληλα, οι «συμβάσεις εργασίας», που ναι μεν εξασφαλίζουν μία σταθερότητα, συμβάλλουν στην παγιωμένη και παθητική, φευ, συνείδηση για τη μοναδική φύση της εργασίας του καθενός και την αντίληψη της κοινωνίας υπό το πρίσμα της ιδιάζουσας αυτής εργασίας και της σχέσης του υποκειμένου με αυτήν. Το αποτέλεσμα ήταν οι διεκδικήσεις να μη γίνονται πλέον με τον βασικό τρόπο μαζικής κινητοποίησης που εμφορείται από το πνεύμα του αγώνα για κατακτήσεις, όπως θα έλεγε και ο Ε. Balibar σήμερα επιχειρειται μία «πάλη των τάξεων χωρίς τάξεις» (οι κατά καιρούς απεργίες δεν αποτελούν, ακόμη και ιδεολογικά, τον ίδιο μοχλό πίεσης, ούτε και συμβάλλουν σε μία ριζική αλλαγή των συνθηκών εργασίας και της κοινωνίας, αλλά εξαντλούνται σε μισθολογικές απαιτήσεις), αλλά έχουν αποκτήσει «δικαστική διάσταση», με εκατέρωθεν προσφυγές στους εργατικούς νόμους για να επιλυθούν οι διαφορές.

Μολαταύτα, η τροπή τούτη είναι η πλέον αρεστή στο Κεφάλαιο, διότι αφ’ ενός εξαντλεί την αγωνιστικότητα των εργαζομένων σε ήσσονα ζητήματα, που είναι η διασφάλιση κατ’ αναλογίαν του μισθού και της απασχόλησης στον συγκεκριμένο χώρο εργασίας, και αφ’ ετέρου, όπως η κινητικότητα και η ευελιξία του εργαζομένου αντιπροσωπεύει το κύριο χαρακτηριστικό της παραγωγής υπεραξίας για την καπιταλιστική αγορά, έτσι και η κινητικότητα του νόμου, με τις αλεπάλληλες κατά περίσταση, αλλά γενικής ισχύος, γνωμοδοτήσεις, τροποποιήσεις και καταργήσεις, συνιστά το κύριο όπλο της εργοδοσίας. Η εκτέλεση της μισθολογικής και εργασιακής χειραγώγησης ιδεολογικά έχει ενορχηστρωθεί στον δυτικό κόσμο ήδη από τη δεκαετία του ’50 και κορυφώθηκε στις 30 glorieuses χρονιές της ανάπτυξης: ήδη από το 1956, ο Nisbet είχε διαγνώσει το «τέλος της εργατικής τάξης», που εκφραζότανε στο πολιτικό σκέλος με τη διάχυση της άσκησης της εξουσίας, με την αύξουσα συμμετοχή της Σοσιαλδημοκρατίας στη χάραξη της πολιτικής μίας χώρας, αλλά και στη θραύση των παραδοσιακών πολιτικών συμπεριφορών, που άλλοτε ταυτίζονταν με τον ταξικό χαρακτήρα των διεκδικήσεων.

Διότι, παράλληλα, οι αλλαγές στις εργασιακές συνθήκες μετέβαλλαν de facto τη φύση των διεκδικήσεων: η αύξηση του τριτογενούς τομέα, η εργασία που πλέον (κι ιδιαίτερα με την αλλαγή του παραδείγματος υπέρ της τεχνολογίας και της πληροφορικής, που ευνοούν τον κλάδο των υπηρεσιών και απαιτούν εξειδικευμένο και πιο ‘μορφωμένο’ προσωπικό) δεν ανιστοιχεί στον ταξικό χαρακτήρα της εργασίας και στην παραδοσιακή διάκριση των εργαζομένων, η αύξηση της προσωπικής και έγγειας ιδιοκτησίας, η βελτίωση του επιπέδου ζωής και η διευρυμένη κατανάλωση, η μαζική είσοδος στα εκπαιδευτικά ιδρύματα και η συνεπακόλουθη παραγωγή παν/μιακής εκπαίδευσης στελεχών και ιδίως αυτή η ομογενοποίηση σε συμβολικό επίπεδο ( με τη μόδα στα ρούχα και τη μουσική, τα φαστ-φουντ, τα τζην, τη διασκέδαση, να αμβλύνουν τις παλαιές διακρίσεις—ακόμη και σε ενδυματολογικό επίπεδο, ή σε πολιτιστική καλλιέργεια—ανάμεσα στην εργατική και τη μεσαία τάξη), έχουν δημιουργήσει μία «μεσαιοποίηση» των παλαιών διαστρωματώσεων.

Η συνολική πορεία της ΕΕ, από την εποχή της ΕΟΚ, προσομοιάζει με τις τρεις πτυχές της επέκτασης κι απεδαφοποίησης του Κεφαλαίου, που περιέγραφε κι ο Μαρξ: εν πρώτοις, σε συνθήκες πρωτόγονης συσσώρευσης, αποσπά τους πληθυσμούς από τα εδάφη (είτε στρέφοντάς τους σε εξειδικευμένες, σκοπευμένες, μονοκαλλιέργειες, είτε στη βιομηχανική εργασία και τους συγκεντρώνει στις πόλεις), αφαιρώντας τους την έννοια της (έγγειας) ιδιοκτησίας, και δημιουργώντας ένα «ελεύθερο» προλεταριάτο (με την ευρεία έννοια του όρου, που εντυπώνεται στο σύνολο των εργαζομένων στις σημερινές συνθήκες), αποξενωμένο από τις παραδοσιακές κι ιστορικές συνθήκες εργασίας και πολιτιστικής ταυτότητας.

Με τούτον τον τρόπο δημιουργείται ένα ενιαίο και ομογενές δίκτυο παραγωγής και κυκλοφορίας των αγαθών της ζήτησης και το κεφάλαιο. Η απόθεση των πλεονάζοντων προϊόντων σε χωματερές, οι παλαιώτερες επιδοτήσεις για ιχθυοκαλλιέργειες και αλλαγές καλλιεργειών παραδοσιακών προϊόντων υπέρ άλλων και σήμερα τα πιο προσοδοφόρα βιολογικά προϊόντα, είναι ενδεικτικές μόνον επισημάνσεις του αποσταθεροποιητικού και ετεροπροσδιοριστικού ρόλου που έπαιξε στις εθνικές οικονομίες και στη μετατροπή τους σε εξαρτημένες από μία μορφή παραγωγής και κεφαλαίου οικονομίες. Σε δεύτερο χρόνο, το συνδεδεμένο με τις θεσμικές δυνάμεις στην ΕΕ κεφάλαιο συγκεντρώνει όλες τις αξίες σ’ έναν κοινό παρανομαστή, ενοποιώντας τες στο γενικό τους ισοδύναμο στο επίπεδο του χρήματος –που αργότερα μετεξελίχθηκε στο κοινό νόμισμα του ευρώ—υπομειώνοντας το προηγούμενο καθεστώς τους. Σε τρίτη φάση, το Κεφάλαιο και οι ευρωπαίοι θεσμικοί υπηρέτες του επικαθορίζουν τους νόμους που διέπουν τη λειτουργία του όχι ως υπερθεσμικούς, σταθερούς και αφιστάμενους από τη λειτουργία της ενιαίας ευρωπαϊκής κοινωνίας, αλλά διατηρεί τους ρευστούς, μεταβλητούς κανόνες του (μεγέθη κερδοφορίας, μονοπωλιακής κυριαρχίας κι εκμετάλλευσης –βλέπε Siemens κλπ—παραγωγή υπεραξίας) ως κυρίαρχες τάσεις και τους εντάσσει, εμμενώς, μέσα στο σύστημα της ενοποιημένης οικονομίας.

Το Κεφάλαιο, όπως ορθά τονίζει ο Τ. Νέγκρι, πέφτει σε κρίση κάθε φορά που η εργατική δύναμη τείνει να μετατραπεί σε εργατική τάξη. Όπως εξάλλου εύστοχα παρατηρεί ο D. Benssaid (La discordance des Temps) «οι κρίσεις είναι ο βηματοδότης για τις αρρυθμίες του Κεφαλαίου». Στην ακάθεκτη διεύρυνση της εργασιακά ποικιλόμορφης μεσαίας τάξης, όπου καλλιεργείται τεχνηέντως η κεφαλαιακή απάντηση στους κοινωνικούς αγώνες με τη ΔΙΑΧΥΣΗ της εργασίας σε όλο το σώμα της κοινωνίας και σε όλο το φάσμα του ημερήσιου διαθέσιμου χρόνου της απασχόλησης, μέσα από τη ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑ και την ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ των εργασιακών θέσεων, και με την συνεπακόλουθη διεύρυνση της αγοράς εργασίας και των υπηρεσιών, ο «καπιταλιστικός» έλεγχος τόσο στην κοινωνία, όσο και την εργασία ως όλον, μεγεθύνεται χάρις στη δημιουργία κρίσεων, για τις οποίες μάλιστα όχι μόνον ευθύνεται το ίδιο, αλλά πολύ περισσότερο επωφελείται πρώτιστα το ίδιο.

Ένα όφελος που όχι μόνον καρπώνεται μέσα από το μετακυλίνδηση της ευθύνης της εξόδου στο Κράτος και στο κοινωνικό σώμα, με τη μορφή «μηχανισμών διάσωσης εταιρειών», με πρόσχημα χρησιμοποιώντας τες ως μηχανισμό αναπαραγωγής του και επίλυσης των δομικών του αδιεξόδων, αλλά ταυτόχρονα επιβάλλοντάς τες ως ένα προσχηματικό μέσο για την διεύρυνση των μονεταριστικών πολιτικών που υποστηρίζει, και να επιτύχει την ελεγχόμενη πληθωριστική κίνηση και τη χρηματοδότησή του. Η ωμή απαξίωση του Κεφαλαίου, παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα μίας βίαιης επιστροφής σε εκείνο που σήμερα έχει λησμονηθεί, όπως θα έλεγε κι ο Marx στη Grundrisse: «η παραγωγή, δηλ. η αιφνίδια ανάμνηση όλων εκείνων των απαραίτητων στιγμών που έχουνε δομηθεί πάνω στο Κεφάλαιο: εξ’ ού και η γενικευμένη απαξίωση είναι επακόλουθο του γεγονότος ότι λησμονήθηκαν». Είναι αλήθεια πως, μέσα από τις άϋλες συνθήκες διάχυσης του Κεφαλαίου στη σημερινή εποχή λησμονήθηκαν οι βασικές αρχές που διέπουν τα στάδια της παραγωγής και της συσσώρευσής του. Η κρίση όμως υπενθυμίζει πως τούτοι οι απέθαντοι και οικουμενικοί κανόνες συνεχίζουνε να ισχύουν όποια μορφή και να λαμβάνει η διαδικασία και το μέσο παραγωγής και αναπαραγωγής του Κεφαλαίου.

Μπορεί το προϊόν της παραγωγής και του κέρδους να έχει μεταβληθεί, δεν παύει τούτο να μετριέται σε χρόνο εργασίας, κοντολογίς σε κάτι ποιοτικά διαφορετικό από την υφή του. Εκείνου που αφ’ ενός δεν είναι χρόνος εργασίας καθαυτός αλλά υλοποιημένος χρόνος εργασίας και αφ’ ετέρου είναι το καθορισμένο παράγωγο μίας καθορισμένης εργασίας και όχι η εξαντικειμένευση του εν γένει χρόνου εργασίας, ένα παράγωγο που ταυτόχρονα είναι (φυσικό, ή μη, ως υπηρεσία) προϊόν και (αφηρημένη, πλην όμως συμβολική) ανταλλακτική αξία. Η κρίση διαρρηγνύει τούτη την οικουμενικότητα του προϊόντος της εργασίας ως φυσική και συμβολική αξία. Το προϊόν ως ανταλλάξιμο προϊόν, και κατά συνέπεια ως χρήμα, χάνοντας την αξία του, απολλύει ταυτόχρονα και την αξία του ως προϊόν εργατικού χρόνου. Η αβεβαιότητα της κερδοφορίας από την κυκλοφορία του προϊόντος, έρχεται να μετατεθεί απόλυτα στην ικανότητα και στην αποτελεσματικότητα της εργατικής δύναμης.

Κύριο όργανο για τον έλεγχο του εργαζομένου αποτελεί η δημιουργία μίας ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑΣ. Η αβεβαιότητα τούτη επιτυγχάνεται τόσο με την αμφισβήτηση των εμπεδομένων εργασιακών/ πολιτισμικών/ οικογενειακών σχέσεων που έχουν διαμορφωθεί στις παραδοσιακές κοινωνίες, οι οποίες έχουν δομηθεί πάνω στα συγκεκριμένα εργασιακά θέσμια (όσο στρεβλά και να’ ναι τούτα, όπως στην περίπτωση της Ελλάδας), όσο και στην ανατροπή και αμφισβήτηση, που γεννά ακριβώς η δημιουργία αυτής της αβεβαιότητας, των «αναγκών» του εργαζομένου και της δυνατότητάς του για «κινητικότητα». Η «σταθερότητα της αβεβαιότητας» αποτελεί την ακρογωνιαία αρχή για τον Καπιταλισμό καθώς συνδέεται άρρηκτα μ την δυναμική, την οικονομική και την κοινωνική δομή του.

Στην αβεβαιότητα της «ακαμψίας» του φυσιολογικού καταμερισμού εργασίας, που διαμορφώνει την, ταξική ακόμη, ταυτότητα του υποκειμένου, αντιπαρατίθεται η «ευλυγισία» της δυναμικής της εξειδίκευσης των ατόμων μέσα στην κοινωνική ζωή (όπου η λειτουργία γίνεται ανεξάρτητη του οργάνου, όπως τονίζει ο Claude Didry, «Misère de la sociologie et sociologie de la misère», Les sociologies critiques du capitalisme, Puf, 2002). Τούτη η αύξουσα διάσταση ανάμεσα στο όργανο και στη λειτουργία, έχει σημαντικές συνέπειες, διότι αφ’ ενός η εργασία αποκτά σημαίνουσα σημασία στη διάπλαση των υποκειμένων, και αφ’ ετέρου ο καταμερισμός της εργασίας συμβάλλει στη δημιουργία των επαγγελματικών ομάδων. Ωστόσο, οι τελευταίες τούτες εξέρχονται, ούτως ειπείν, από την κοινωνική διάσταση, διότι η όλη σύστασή τους αφορά μόνον μία πτυχή της ατομικής ύπαρξης, που διατηρεί απλώς τη διάσταση ανάμεσα στα συμφέροντα εργαζομένου/εργοδότη.

Προς τούτο, η μεγαλύτερη επίθεση που επιδιώκεται από πλευράς της εργοδοσίας είναι να επιτευχθεί, και διά νόμου, μία ρήξη στην ουσία και το γράμμα των συμβάσεων—και ιδίως εκείνων της αορίστου εργασίας. Και τούτο γιατί αυτή η επ’ αόριστον θεσπισμένη εργασία εξασφαλίζει ένα ελάχιστο επίπεδο αμοιβής, τουτέστιν καθορίζει ένα «επίπεδο ζωής», που εάν παγιωθεί εμποδίζει την «κινητικότητα» και την «ευλυγισία» των εργαζομένων, Επίσης αποτελεί τη θεμελιώδη αρχή που εξασφαλίζει το ΔΙΚΑΙΩΜΑ στην εργασία, εννοούμενο ως απαγόρευση των διαρκών (και προπαντός των αυθαίρετων) επαναπροσλήψεων, ήτοι της ποδηγέτησης του υποκειμένου-εργαζόμενος από τις εκάστοτε υπαγορευόμενες συνθήκες και απαιτήσεις της εργασίας του.

Όπως τόνιζε και ο Durkheim το δικαίωμα στη σύμβαση εργασίας «δεν είναι απλώς και μόνον ένα χρήσιμο συμπλήρωμα για τις επιμέρους συμβάσεις, είναι ο βασικός κανόνας». Μέσα στα πλαίσια μίας χαλκευμένης κρίσης, τούτος ο βασικός κανόνας δέχεται ενορχηστρωμένη επίθεση, τόσο από τα εργοδοτικά, όσο και από τα κρατικά τάγματα. Η καπιταλιστική τάξη έπρεπε να επιλύσει τα προβλήματά της μέσα από έναν πολύπλοκο συμβιβασμό των εντάσεων, που το ίδιο το σύστημα γεννά στο εσωτερικό του.

Ώφειλε κατ’ αρχάς να επιλύσει την ένταση που γεννάται από τα κριτήρια της ανταγωνιστικότητας του ίδιου του κεφαλαίου και των αγορών, καθώς κι από τα κριτήρια οικονομικής απόδοσης των δραστηριοτήτων του (της πληρωμής των μερισμάτων στους μετόχους). Είναι σαφές πως από την κρίση οι τράπεζες, οι ασφαλιστικές κι όλες οι άλλες εταιρείες δεν έχασαν ουσιαστικά: τα στελέχη τους, οι σύμβουλοι (τα golden boys εν ολίγοις) καρπώθηκαν κανονικά τα κέρδη τους και ιδίως μετά την κρατική παρέμβαση για τη διάσωσή τους. Εκείνοι που έχασαν ήσαν οι (μικρο) μερισματούχοι και μέτοχοι, στους οποίους θα έπρεπε να διανεμηθούν τα ‘κέρδη’—γι’ αυτούς και για τα μικρά στελέχη των επιχειρήσεων τούτων διατυπώθηκε ο εκβιασμός προς το κράτος, με τη δαμόκλειο σπάθη της πτώχευσης, για να επιστρατεύσει όλους τους κεϋνσιανικούς μηχανισμούς του για να διατηρηθεί ένα ελάχιστο κρατικής προστασίας στους αδυνάμους.

Παράλληλα, το κεφάλαιο έπρεπε να αμβλύνει την ένταση που δημιουργείται ανάμεσα στις δραστηριότητες απόδοσης των επιχειρήσεων και των προμηθευτών της (που αφορούν την ποιότητα και την ταχύτητα της παραγωγής) και τις ανάγκες των οικονομικών αγορών (τιμές, επιτόκια). Η δημιουργία νέων προϊόντων (υλικών και τίτλων επενδύσεων) που θα αποφέρουν μέγιστο και βραχυπρόθεσμο κέρδος είναι ακριβώς αυτό που οδήγησε στην κρίση και απαιτεί πλέον την αλλαγή σε όλους τους τρόπους παραγωγής και δραστηριοποίησης, που πάλι το Κεφάλαιο θέλει να μετακυλήσει το κόστος τους στο κράτος και τους εργαζομένους. Τέλος, κι εδώ έγκειται σε μεγάλο βαθμό η πρακτική του Κεφαλαίου κατά της θεσμημένης εργασίας, η εργοδοσία πρέπει να επιλύσει την ένταση που γεννάται από την ανάπτυξη της τεχνολογίας και των επενδύσεων (εμπράγματων, υλικών και άυλων) σε αυτή.

Η φενάκη της Πράσινης Ανάπτυξης και Τεχνολογίας είναι ένα τέχνασμα, που προσπαθεί να επιλύσει το πρόβλημα της υπερσυσσώρευσης αγαθών και της απορρόφησής τους (που η τεχνητή κρίση και τα κίνητρα που δίνονται για την απόκτησή τους επιλύει το ένα σκέλος της ανάγκης) και να επιτύχει ώστε τα κόστη από τις αναγκαίες επενδύσεις για την αλλαγή της τεχνολογίας και της έρευνας, για τον χρόνο παραγωγής και τη διαφήμιση του νέου προϊόντος, να διατεθούν από το κράτος, είτε με τη μορφή άμεσης βοήθειας στους παραπαίοντες κλάδους (αυτοκινητοβιομηχανίες, ηλεκτρικά, ενέργεια κλπ), ή με έμμεσα κίνητρα για επενδύσεις, εξαγωγές κ.ο.κ.

Πλέον, είναι εμφανές, η πάλη στα πλαίσια των ταξικών αγώνων δεν αφορμάται από την ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ, αλλά πλέον από τον ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟ, με τη μορφή της ανεργίας, της ευτελιστικής απασχόλησης σε τομείς διαφορετικούς της εκπαίδευσης, ή της ικανότητας του υποκειμένου, της μείωσης των μισθών και της αναζήτησης της ευέλικτης εργασίας και της αλλαγής επαγγελματικής απασχόλησης. Η αβεβαιότητα, κατάσταση ψυχολογική που κυριαρχεί ολοκληρωτικά πάνω στο άτομο και στον χρόνο του, αποτελεί την πεμπτουσία του ελέγχου της ανθρώπινης δραστηριότητας και κυρίως της εργασίας ως παραγωγή υπεραξίας: ας μη λησμονούμε πωσ η αξία της εργατικής δύναμης μετριέται με τον κοινωνικά απαραίτητο χρόνο εργασίας. Η αβεβαιότητα ωθεί το άτομο να διαθέσει όλον τον κοινωνικά απαραίτητο χρόνο του (εργασίας και ελεύθερο) για να εξασφαλίσει το ημερομίσθιό του και τελικά την αποδοχή του ως μέρους του κοινωνικού συνόλου στο φαντασιακό τομέα. Πλέον ο αγώνας δεν γίνεται για την επιβίωση και μόνον, αλλά και για την διατήρηση της συμβατικής κοινωνικής μας θέσης.

Η περίπτωση της Αργεντινής μας κατέδειξε πόσο ευάλωτη είναι η ταξική θέση και τι συνέπειες στον ανθρώπινο χώρο και στον κοινωνικό ιστό μπορεί να έχει μία οικονομική καταστροφή για τις μεσαίες και την εργατική τάξη: πλέον και στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ και σ΄ολάκερον τον κόσμο (και όχι μόνον στο παράδειγμα της Αργεντινής,) παρατηρούμε να θριαμβεύει όσο ποτέ άλλοτε η θεωρία της Shinking Middle Class : οι πλούσιοι και οι φτωχοί βλέπουν τον αριθμό τους να αυξάνεται εντυπωσιακά και διαπιστώνεται μία κάθετη συρρίκνωση της μεσαίας τάξης.

Όπως τονίζει ο A. Tourraine στις νέες συνθήκες διαμορφώνονται τέσσερις κατηγορίες εργαζομένων: οι ικανοί, οι προστατευμένοι, οι προσωρινοί και οι αποκλεισμένοι. Τούτοι οι τελευταίοι αυξάνονται σ’ απόλυτο αριθμό, αλλά και σε ψυχολογική ιδίαν αντίληψη. Γιατί αποκλεισμένοι δεν είναι μόνον οι μετανάστες και το λούμπεν προλεταριάτο, ή οι απόκληροι της ζωής. Στις σημερινές συνθήκες και με τη συρρίκνωση της μεσαίας τάξης και την αποσάθρωση των βασικών κοινωνικών/οικογενειακών σχέσεων (που κατά βάση αποτελούσαν σχέσεις αρωγής μεταξύ των μελών τους), οι απόκληροι είναι οι νέοι, οι μακροχρόνιοι άνεργοι, οι απολυμένοι, οι ημιαπασχολούμενοι, σε λίγο –όπως συνέβαινε και παλαιώτερα—οι δημόσιοι υπάλληλοι.

Το ερώτημα όμως παραμένει εάν μπορεί η κοινωνία των εργατών να συλλάβει τις νέες πραγματικότητες υπό ένα ενιαίο πρίσμα και να ξαναοργανωθεί σε ένα ενωτικό πλαίσιο. Το κακό είναι πως, όπως τόνιζε πολύ εύστοχα, αλλά με άλλη σημασία, ο μονεταριστής Μ. Φρίντμαν «η εργατική τάξη αντιλαμβάνεται πολύ αργότερα τα όσα έχουν εφαρμοσθεί και πάντοτε ενεργεί και αντιδρά εκ των υστέρων» για να καταφέρει να κρηπιδώσει απλώς ορισμένα από τα θεμελιωμένα του δικαιώματα και προνόμια. Η συνδικαλιστική δράση έχει αποδείξει πως υστερεί. Ίσως, συμφωνώντας με τους Π. Βίρνο και Τ. Νέγκρι, μία είναι η μόνη δύναμη, που ίσαμε σήμερα δεν έχει ληφθεί σοβαρά υπ’ όψη, ή που έχει αλλοτριωθεί η έννοιά της μεταπλασμένη σε άλλα ονόματα, με διαφορετικές, συμβολικές και ομαδοποιητικές, ιδιότητες.

Το ΠΛΗΘΟΣ, αυτή η εμμενής οντολογική πολλαπλότητα, το σύνολο από μοναδικότητες, που αυτοοργανώνεται και συνειδητοποιείται σε περιόδους κρίσης, αρχίζει να συνέρχεται από τον αγωνιστικό του λήθαργο κινημένο από την αβεβαιότητα, και την απαξίωση της θεμελιώδους δυνατότητάς του στην εργασία. Σήμερα, βλέπουμε όλο και περισσότερο να κυριαρχεί ένα πνεύμα πλήρους ανισορροπίας στο παγκόσμιο στερέωμα των αγορών. Τα πάντα στροβιλίζονται με ιλιγγιώδη ταχύτητα και ο στόχος είναι προφανής: η ταχύτητα στην εναλλαγή των γεγονότων, η σπουδή των αποφάσεων και της εφαρμογής τους, δεν αφήνει χρόνο για να επεξεργασθεί κανείς τις συνέπειες και τις εναλλακτικές λύσεις. Η επιτηδευμένη κατήφεια γενικεύεται , όπως επίσης μεταγγίζεται σε όλους μία ιδέα πανικού ώστε να προωθηθούν ευκολότερα οι εύκολες λύσεις, μπροστά σε τούτην την κρίση, που την παρουσιάζουν ως αχαλίνωτη, ασταμάτητη, ως αγγίζουσα το επίπεδο της τρέλλας. Και πριν πάνω από έναν αιώνα στην Grundrisse του Μαρξ η κρίση όντως παραλληλίζεται με την τρέλλα: «αλλά μία τρέλλα ως στιγμή της οικονομίας, που καθορίζει τη ζωή των λαών».