Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΣΙΜΟΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΣΙΜΟΣ

Δικηγόρος Παρ' Αρείω Πάγω at
Ο Γιώργος Παπασίμος γεννήθηκε στο Κεφαλόβρυσο Τρικάλων στις 21-10-1960 από αγροτική οικογένεια. Τελείωσε το Λύκειο στα Τρίκαλα το 1978. Σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είναι δικηγόρος στον Άρειο Πάγο.Διετέλεσε ιδρυτικό μέλος της Κίνησης Ιδεών και Δράσης «ΠΡΑΤΤΩ», ενώ σήμερα είναι μέλος της "Πρωτοβουλίας 14ης Μάη".
Διετέλεσε αναπληρωτής Γραμματέας του Τομέα Διαφώτισης της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (1988 – 1993). Ιδρυτικό μέλος τουΔΗ.Κ.ΚΙ. (1995), μέλος της Πολιτικής Γραμματείας, εκπρόσωπος Τύπου αυτού έως το 2004 και υποψήφιος Βουλευτής στον Νομό Τρικάλων.Υποψήφιος Νομάρχης Τρικάλων το 2002, επικεφαλής της Νομαρχιακής Αγωνιστικής Συσπείρωσης (Ν.Α.ΣΥ.), όπου εκλέχθηκε Νομαρχιακός Σύμβουλος (2003 – 2006). Κατέθεσε ολοκληρωμένες προτάσεις για την δυναμική και ισόρροπη ανάπτυξη των Τρικάλων.
Αρθρογραφεί για διάφορα θέματα πολιτικής και κοινωνικής θεωρίας σε διάφορες ημερήσιες εφημερίδες της Αθήνας και των Τρικάλων («ΑΥΓΗ», «ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ», «ΕΡΕΥΝΑ», «ΠΡΩΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ» κ.λπ.). Συνεργάσθηκε με το περιοδικό «ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗ» κατά την περίοδο 1988 – 1993. Τακτικός συνεργάτης της εφημερίδας των Τρικάλων «Η ΕΡΕΥΝΑ» από το έτος 2007 έως σήμερα, με την στήλη «ΑΝΑΤΡΟΠΕΣ».
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΣΙΜΟΣ
το στοιχημα τησ κυβερνητικησ μετριοτητασ

ΤΟ ΣΤΟΙΧΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗΣ ΜΕΤΡΙΟΤΗΤΑΣ

Η νέα χρονιά, έστω και αν ακολουθεί μια άλλη πυκνή σε πολιτικά γεγονότα, θα είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για την Αριστερά και την πρώτη Κυβέρνησή της, μιας και στη διάρκειά της θα κριθεί, εάν το εγχείρημα αποτελεί υλοποίηση μιας άλλης αντίληψης για την εξουσία.

Η άρση των capitals controls, το ασφαλιστικό, το αγροτικό, τα «κόκκινα» δάνεια και η πρώτη αξιολόγηση από την τρόικα, που λογικά θα οδηγήσουν στον διάλογο για τη διευθέτηση του χρέους, αποτελούν σημεία – κλειδιά για την κυβέρνηση Τσίπρα και θα καθορίσουν τον χαρακτήρα της νέας διακυβέρνησης.

Η έως τώρα πρακτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αποτελεί «συνέχεια» της προηγούμενης, καθώς ανέλαβε το βαρύ φορτίο της εξυπηρέτησης των δανειακών υποχρεώσεων της Χώρας, υλοποιώντας σκληρές δεσμεύσεις, στη λογική των περικοπών και των δανείων που αποδεκάτισαν ολόκληρα κοινωνικά στρώματα, σε ένα νεοφιλελεύθερο, αδίστακτο πλαίσιο. Όσες κινήσεις και αν έκανε – όπως η εφαρμογή ενός παράλληλου εξισορροπητικού προγράμματος, που επιδίωκε να άρει τα δυσμενή για τους εργαζόμενους μέτρα – έδειξε ανέτοιμη να στηρίξει, στις συγκεκριμένες συνθήκες, ένα αριστερό πρόγραμμα, που θα διαφύλαττε τον κοινωνικό ιστό, θα άρχιζε μια διαδικασία ανακατανομής του πλούτου, θα πάτασσε την διαφθορά και την διαπλοκή, θα έβαζε τις βάσεις για την ανασύνταξη και τον αναπροσανατολισμό της εθνικής οικονομίας.

Με λίγα λόγια, παρά τον λογικό χρόνο, που ζητά η πρώτη κυβέρνηση της Αριστεράς για να αποδείξει πως «διαφέρει», πως στην πολιτική της προέχει το κοινωνικό πρόσημο και η διαφύλαξη των συμφερόντων των λαϊκών τάξεων, όλα όσα έχει κάνει – που, στην ουσία, αποτελούν εφαρμογή του τρίτου μνημονίου – αποτελούν ένα είδος διάψευσης όλων όσων υποσχέθηκε, κάτι που προσλαμβάνει με διάθεση επιφύλαξης ή και άρνησης η Ελληνική κοινή γνώμη, και μάλιστα όχι μόνο αυτοί που ψήφισαν τον ΣΥΡΙΖΑ.

Απόδειξη, η τελευταία δημοσκόπηση της MRB, που καταγράφει την πλήρη απαξίωση του πολιτικού συστήματος – άρα αποτελεί μια συνέχεια της προηγούμενης πολιτικής περιόδου από την αλματώδη άνοδο της Αριστεράς – με τα δύο κόμματα, το κυβερνητικό και αυτό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, να συγκεντρώνουν και τα δύο μαζί ποσοστό, που αγγίζει το μόλις 33,3% του εκλογικού σώματος (η διαφορά μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Ν.Δ. μετρήθηκε στο 0,7%).

Με τα ποσοστά του να προσγειώνονται στην «πρόθεση ψήφου» στο 17% (Ν.Δ.: 16,3%, Χρυσή Αυγή: 5%, ΚΚΕ: 4,9%, ΠΑΣΟΚ: 4,2%, Ποτάμι: 2,3%, Ένωση Κεντρώων: 2,7%, Ανεξάρτητοι Έλληνες: 2,5%, Λαϊκή Ενότητα: 2,3%), ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να αναμετρηθεί … με τον εαυτό του.

Μπορεί εργαζόμενοι και συνταξιούχοι αυτή την περίοδο να μην βγαίνουν στους δρόμους, διαδηλώνοντας κατά της λαίλαπας του νέου μνημονίου, αυτό, όμως, δεν σημαίνει πως η περιρρέουσα ατμόσφαιρα δεν είναι «έκρυθμη». Μπορεί ακόμη να μην υπάρχουν οι ανάλογες συνθήκες, ώστε να γεννηθεί ένα νέο κίνημα, όπως αυτό των αγανακτισμένων του Συντάγματος, και η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά μοιάζει ανίκανη να βγει από την απομόνωση του δογματισμού της, όμως κανείς δεν μπορεί να προδικάσει το πώς θα αντιδράσουν στο μέλλον όσοι συνεχίζουν να στερούνται το δικαίωμα ενός ελάχιστα ποιοτικού βίου επιβίωσης. Τι, άραγε, θα συμβεί, όταν τα νέα μέτρα θα αρχίσουν να σφίγγουν κι άλλο την οικονομία, συρρικνώνοντας εισοδήματα και, άρα, την κατανάλωση, όταν – και αν – αρχίσουν να βγαίνουν σε πλειστηριασμούς σπίτια εξαιτίας των κόκκινων δανείων και όταν οι μικροί και μικρομεσαίοι αγρότες αντιληφθούν, πως ο βρόχος στον λαιμό τους δεν τους αφήνει περιθώρια επιβίωσης;

Όλοι όσοι ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ στις τελευταίες εκλογές παραμένουν διστακτικοί, επιφυλακτικοί απέναντι στην κυβέρνηση, γεγονός, που σηματοδοτεί ένα ρευστό πολιτικό και κοινωνικό κλίμα, που οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να πάρει τη μια ή κάποια άλλη κατεύθυνση.

Στο πλαίσιο της ίδιας έρευνας, οι 8 στους 10 ερωτηθέντες (το 81,4%) «τα βλέπουν μαύρα», απαντώντας «αρκετά ή πολύ άσχημα» στο ερώτημα «πώς πιστεύετε ότι πάνε τα πράγματα στη Χώρα;» και 6 στους 10 «βλέπουν» επιδείνωση της οικονομίας (το 62,9%).

Αυτή η αρνητική διάθεση και η δυσαρέσκεια ίσως αποτελούν προοίμιο ή μπορεί να επωάζουν ένα νέο κοινωνικό κίνημα, που θα θελήσει να υπερβεί την σημερινή κατάσταση, κάτι που οφείλει να αντιληφθεί ο Αλέξης Τσίπρας και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να μην επαναπαυθούν στην προσωρινή, πιθανώς, έλλειψη σοβαρών αντιδράσεων σε μια δοκιμασμένη λάθος πολιτική – πρακτική ή σε μια λάθος ερμηνεία της ανοχής της πλειοψηφίας του εκλογικού σώματος.

Κανείς δεν μπορεί να προδικάσει, αν η δυσαρέσκεια πάρει τη μορφή δραματικών κοινωνικών συγκρούσεων ή αν βρει πολιτική έκφραση σε κάποιο νέο πολιτικό σχήμα, που θα αφήσει κατά μέρος το άκριτο αντιμνημονιακό «μένος» και θα αποτυπώσει μια νηφάλια και ρεαλιστική πολιτική σκέψη μιας εναλλακτικής διακυβέρνησης, εντός της Ε.Ε., με βάση τα συμφέροντα της Χώρας, αλλά και τις αρχές της λειτουργίας της Ε.Ε.

Είναι προφανές ότι, η πιο «αδύναμη» Αριστερά, λόγω και έλλειψης κυβερνητικής και διοικητικής εμπειρίας, αλλά και κοινωνικής οργάνωσης, ήρθε να αναλάβει τη διακυβέρνηση της Χώρας, στην πιο δύσκολη συγκυρία. Από αυτήν εξαρτάται, αν θα καταφέρει να ανασυνταχθεί, να οργανωθεί και να «κόψει τον γόρδιο δεσμό» της κυβερνητικής της μετριότητας.