Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017
ΜΑΞΙΜΟΣ ΣΕΝΕΤΑΚΗΣ

ΜΑΞΙΜΟΣ ΣΕΝΕΤΑΚΗΣ

Ο Μάξιμος είναι πολιτικός μηχανικός, πτυχιούχος του Ε.Μ.Π.. Το καλοκαίρι του 2012, όμως, από το εργοτάξιο βρέθηκε στο ελληνικό κοινοβούλιο με τη ΝΔ - την πρώτη φορά που έθεσε υποψηφιότητα. Στις εκλογές του 2015 δεν πέτυχε να επανεκλεγεί. Σήμερα κατέχει τη θέση ειδικού συμβούλου για θέματα ανάπτυξης Κρήτης του προέδρου της ΝΔ
ΜΑΞΙΜΟΣ ΣΕΝΕΤΑΚΗΣ
το ιτε σπαει το ταμπου τησ αξιολογησησ

ΤΟ ΙΤΕ ΣΠΑΕΙ ΤΟ ΤΑΜΠΟΥ ΤΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ

Προ ημερών το ΙΤΕ απέδειξε για άλλη μια φορά την πρωτοπορία του! Στην διεθνή έκθεση καινοτομίας INTS 2014 Taipei International Invention Show & Technomart στην Ταϊβάν και μεταξύ των 600 εκθετών από 22 χώρες που παρουσίασαν πάνω από 2.000 εφευρέσεις, απέσπασε τέσσερα διακρίσεις (τρία μετάλλια και ένα βραβείο) για τα τρία διαδραστικά συστήματα που παρουσίασε.

Το να επαναλάβω τις αυτονόητες, έτσι κι αλλιώς, φιλοφρονήσεις, περί της συνεισφοράς τού Ινστιτούτου στο πεδίο της Έρευνας και της Καινοτομίας στη χώρα, ή το να εξυμνήσω, κι εγώ με τη σειρά μου, “το άριστο επιστημονικό δυναμικό που διαθέτουμε”, θα ήταν περιττό, αν η μεγάλη αυτή επιτυχία δεν γινόταν αφορμή για να αναδείξουμε τους λόγους που το ΙΤΕ πρωταγωνιστεί σε ένα τόσο απαιτητικό τομέα, ώστε με την ευκαιρία να διατυπώσω ορισμένες σκέψεις για το επίκαιρο θέμα της αξιολόγησης στο Δημόσιο.

Ευτυχώς δεν χρειάζεται να υπεισέλθω σε λεπτομέρειες, ούτε να αναλωθώ σε βαθυστόχαστες αναλύσεις. Θεωρώ πως ένας από τους κύριους λόγους της επιτυχίας του ΙΤΕ είναι η αξιοκρατία – απόρροια της διαρκούς αξιολόγησης του στελεχιακού και ερευνητικού δυναμικού του Ιδρύματος. Γεγονός εξάλλου που (περιέργως πως δεν έχει προβληθεί από τα ΜΜΕ…) το έχει κατατάξει πρώτο στο σχετικό πίνακα, μεταξύ των άλλων ερευνητικών κέντρων στη χώρα.

Αξιοκρατία και αξιολόγηση, λοιπόν, δυο έννοιες τόσο αυτονόητες και τόσο παρεξηγημένες στη χώρα μας, για το ΙΤΕ αποτελούν αδιαμφισβήτητο δεδομένο.

Οι Διευθυντές επιλέγονται μετά από αξιολόγηση από διεθνείς επιτροπές. Κατά τη διάρκεια της θητείας του αξιολογούνται και για το διοικητικό και για το ερευνητικό τους έργο (αφού οφείλουν να είναι ενεργοί ερευνητές), ενώ για την ανανέωση της θητείας (η οποία δεν υπερβαίνει τις δυο) επαναξιολογούνται. Δεδομένου ότι οι κρατικές επιχορηγήσεις είναι περιορισμένες και το κόστος λειτουργίας, αλλά και η χρηματοδότηση των ερευνητικών προγραμμάτων καλύπτονται, ως επί τω πλείστον, από την αγορά, η επιλογή του καλύτερου διευθυντή (ο οποίος με τη σειρά του θα επιλέξει τους καλύτερους ερευνητές) αποτελεί όρο επιβίωσης του Ιδρύματος.

Το μοντέλο λειτουργίας του ΙΤΕ, όπως και άλλων ερευνητικών ιδρυμάτων στη χώρα μας, αποτέλεσε εξάλλου και τον …μπούσουλα του σχετικού σχεδίου νόμου για την “Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη και Καινοτομία”, που έρχεται προς ψήφιση στη Βουλή, ο οποίος, συν τοις άλλοις, είναι προϊόν δημόσιας διαβούλευσης, κατά την οποία όλα τα θεσμοθετημένα όργανα της Πολιτείας υπέβαλαν τις δημιουργικές τους προτάσεις και υπήρξαν οι σχετικές βελτιωτικές υποδείξεις.

Με απλά λόγια, σε ό,τι αφορά στα ερευνητικά ιδρύματα, έγινε ήδη ό,τι συζητείται σήμερα ως δέον, στο Δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα της χώρας.

Θεωρώ λοιπόν αυτονόητο πως η έννοια της αξιολόγησης και ως αντίληψη και ως λειτουργία σε κάθε οργανισμό, γίνεται αποδεκτή σε κάθε λογικά σκεπτόμενο πολίτη της χώρας. Περαιτέρω, δεν μπορώ να φανταστώ πως υπάρχουν πολίτες οι οποίοι θα διαφωνούσαν με την εγκαθίδρυση διαδικασιών αδιάλειπτης και πολυεπίπεδης αξιολόγησης σε δημόσιους οργανισμούς και υπηρεσίες που βρίσκονται καθημερινά σε επαφή με τους πολίτες και που κύριο μέλημα τους είναι να υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον.

Κατά συνέπεια από τη στιγμή που συμφωνούμε ότι η αξιολόγηση δεν είναι ταμπού, τότε μπορούμε να συζητήσουμε τους τρόπους που η αξιολόγηση δεν θα είναι μια διαδικασία από την οποία όλοι θα αριστεύουν, αλλά μια ουσιαστική, διαφανή και αξιοκρατική διαδικασία, όπου οι άριστοι αναδεικνύονται και επιβραβεύονται και όσοι υπολείπονται διορθώνονται και βελτιώνουν την απόδοση τους.

Για να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι και για να μην μείνουμε στην “αξιολόγηση για την αξιολόγηση”, δηλαδή ένα “κενό γράμμα”, θα πρέπει να εξετάσουμε, τι αξιολογείς σε κάποιον, με ποια κριτήρια τον αξιολογείς, για ποιο πράγμα τον αξιολογείς.

Ωστόσο, κάτι τέτοιο προϋποθέτει πως έχει αποσαφηνιστεί πλήρως το αντικείμενο της αξιολόγησης. Δηλαδή έχουν περιγραφεί πλήρως τα καθήκοντα των υπηρεσιών, ώστε να αξιολογηθεί στη συνέχεια αν εκπληρώνονται και σε ποιο βαθμό, από τους υπαλλήλους που τα ασκούν.

Συνεπώς, αν υπάρχουν ενστάσεις και αντιρρήσεις επί της διαδικασίας (δηλαδή του τρόπου αξιολόγησης) και όχι επί της αρχής (δηλαδή της αναγκαιότητας της αξιολόγησης), ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν για όσους σήμερα αντιδρούν, να συμβάλλουν δημιουργικά με τις απόψεις τους, στο πλαίσιο ενός ανοικτού και ειλικρινούς διαλόγου πέραν από μικροκομματικές σκοπιμότητες.

Το πρόβλημα ήταν και παραμένει υπαρκτό. Έπρεπε και πρέπει να αντιμετωπιστεί ανεξαρτήτως των όποιων μνημονιακών υποχρεώσεων επέβαλε η δυσμενής συγκυρία. Αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση. Διότι, όπως δεν μπορεί η αξιολόγηση να προβάλλεται ως πρόσχημα για την τήρηση των μνημονιακών υποχρεώσεων, έτσι και οι όποιες αυθαίρετες, ίσως, μνημονιακές απαιτήσεις, δεν μπορούν να προβάλλονται ως άλλοθι για να υπονομεύεται ο διάλογος και να παρεμποδίζεται η ολοκλήρωση του.

Με ή χωρίς μνημόνια, η αξιολόγηση στο Δημόσιο πρέπει να γίνει. Είναι ανάγκη που υπερβαίνει τις απαιτήσεις του μνημονίου. Είναι απαίτηση της κοινής λογικής, όρος επιβίωσης του κράτους και συστατικό προόδου της κοινωνίας μας.