Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ

Ο Κωνσταντίνος Ανδρέου είναι συγγραφέας.
στη χωρα των θαυματων …και τησ αβεβαιοτητασ

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ …ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑΣ

Θα πίστευε κάποιος πως σε μια χώρα που περίσσεψε ο κίνδυνος της καταστροφής, για να κυριολεκτήσουμε της αυτοκαταστροφής, δεν θα χωρούσαν ούτε ενδοκυβερνητικές πολυτέλειες δήθεν συγκρούσεων, ούτε λαϊκιστικές κορώνες μιας νέας «Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων».

Ή μήπως έχουν στερέψει μαζί με τα δάνεια και τα τεχνάσματα που χάιδευαν αυτιά; Ή μήπως ακόμη χειρότερα κάποιοι εξακολουθούν να πιστεύουν πως υπάρχουν «προϋποθέσεις για μια καινούργια άνοιξη», όχι φυσικά μιας δίκαιης και ευνομούμενης πολιτείας, αλλά μιας ολικής επιστροφής σε εκείνα τα δεδομένα που μας οδήγησαν στο χείλος του γκρεμού;

Δεν δικαιολογείται αλλιώς το γεγονός ότι κυβέρνηση, αντιπολίτευση και λοιποί, πλειοδοτούν στον αγώνα να φύγουν οι «κακοί» με τα «αποτυχημένα» προγράμματά τους και να επιστρέψουμε εκεί που είχαμε μείνει.

Στην βίαιη και «άδικη» για πολλούς διακοπή του πάρτι της δεκαετίας του 2000 που διπλασίασε το χρέος. Κανένας από το πολιτικό σύστημα δεν τολμάει να πει, το αυτονόητο για κάθε ευρωπαίο φορολογούμενο, πως δεν μπορεί να ζήσει μια χώρα που δανείζεται τα διπλά απ’ όσα παράγει.

Κανένας δεν ομολογεί για τις ευθύνες μιας κάστας οικονομικής της χώρας, που αφού καταλήστεψε με τη βοήθεια της πολιτικής τάξης τον εθνικό πλούτο και τις καταθέσεις των πολιτών, που είχαν εμπιστευθεί στο τραπεζικό σύστημα, έβγαλε τα κλεμμένα στο εξωτερικό και τώρα μέσω των ΜΜΕ που ελέγχει, κατευθύνει την οργή των πολιτών προς δονκιχωτικούς ανεμόμυλους. Όχι μόνο μένοντας στο απυρόβλητο, αλλά γινόμενη και τιμητής των πάντων και κυρίως του λαού για τις πολιτικές επιλογές του! Βέβαια θα περίμενε κανείς πως ένα έντιμο, ανεξάρτητο πολιτικό σύστημα, θα αναδυόταν από τα λύματα της οδυνηρής, κυρίως για τα ασθενέστερα στρώματα, κρίσης, που σαν βασική του προτεραιότητα θα ήταν μια «επιχείρηση καθαρά χέρια», κατά της γενικευμένης ανομίας που έχει καταντήσει εθνικό σπορ. Και πως, με απόλυτο και καθαρό τρόπο, απ’ όλα τα κόμματα θα περιγραφόταν η σκληρή πραγματικότητα, χωρίς ωραιοποιήσεις και κυρίως χωρίς εγκληματική για τη συγκυρία καλλιέργεια φρούδων ελπίδων.

Το μόνο αντίδοτο στην κρίση θα ήταν η εμπέδωση στην κοινή γνώμη του αισθήματος δικαίου και κυρίως της χωρίς βερμπαλιστικές κορώνες ειλικρινή προσπάθεια εξόδου απ’ αυτήν. Και τι έχουμε; Από τη μια τους αυτοαποκαλούμενους σωτήρες της συγκυβέρνησης και από την άλλη τους μαθητευόμενους μάγους της όλο και πιο στρογγυλεμένης ρήξης.

Από τη μια η μόνιμη καλλιέργεια ψευδαισθήσεων περί του τέλους της αγωνίας και από την άλλη οι αντιφάσεις και οι ανελέητες αδελφοκτόνες συγκρούσεις των συνιστωσών, που οι μεν βλέπουν τη γοητεία της αυριανής εξουσίας και συναρπάζονται, οι δε θεωρούν ότι προδίδονται σταδιακά τα ιδεολογικά φετίχ του χώρου.

Κανένας φυσικά απ’ τους δυο δεν έχει δώσει πειστική απάντηση για την επόμενη μέρα. Στο τέλος του χρόνου τελειώνει το πρόγραμμα του μνημονίου και η μεν συγκυβέρνηση διατυμπανίζει, με ελάχιστα πειστικό τρόπο είναι γεγονός, την απεμπλοκή της χώρας από την ασφυκτική επιτήρηση της τρόικας, η δε αντιπολίτευση μιλάει για επαναδιαπραγμάτευση των όρων της δανειακής σύμβασης. Δεν διευκρινίζει βέβαια αν θα πρόκειται για ένα νέο μνημόνιο που θα βαπτιστεί διαφορετικά. Και κυρίως δεν μιλούν για την ρεαλιστική αντιμετώπιση του θανάσιμου εθνικού κινδύνου, που αποτελεί το χρέος της χώρας, το οποίο απειλεί να αφανίσει το μέλλον των επόμενων γενιών.

Και το μόνο που μέχρι σήμερα ακούμε είναι σοφίσματα από τη μια πλευρά, και λεονταρισμούς από την άλλη. Προφανώς ελπίζοντας αφελώς και οι δυο μονομάχοι πως ελλείψει σοβαρού ανταγωνιστή στο πολιτικό παιχνίδι, μπορούν να καθορίζουν τους κανόνες κατά το δοκούν και για ίδιον όφελος. Ίσως λογαριάζουν χωρίς τον ξενοδόχο, γιατί σε εποχές παρόμοιες, το καινούργιο γεννήθηκε απροειδοποίητα και σάρωσε τα πάντα.