Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017
σαν πουλι περιπλανωμενο…

ΣΑΝ ΠΟΥΛΙ ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΟ…

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΜΠΕΛΛΑΣ

Η είδηση προέρχεται από το αστυνομικό δελτίο. Τέσσερις μετανάστες βρέθηκαν νεκροί από ασφυξία μέσα σε ένα ξύλινο κιβώτιο μιας ακινητοποιημένης νταλίκας με ιταλικές πινακίδες στην Αμφιλοχία. Πιθανόν Ιρανοί…

Στρίμωξαν τα όνειρα τους για ένα καλύτερο αύριο σε ένα ξύλινο κουτί, στρίμωξαν τα κορμιά τους,  στρίμωξαν τις αναπνοές του, μοιράστηκαν όλο και λιγότερο αέρα και τελικά δεν άντεξαν

«Χαθήκανε και το νερό, τους έφερε ως εδώ/ Αδέσποτα χωρίς χαρτιά με πρόσωπα στεγνά» τραγουδά η Αδριάνα Μπάμπαλη. Και μας θυμίζει αμέσως τον πόνο του έλληνα  περασμένων εποχών που ξεχειλίζει μέσα στο απόσταγμα των δημοτικών μας τραγουδιών. «Εγώ που τώρα τριγυρνώ σαν πουλί περιπλανώμενο/ μες στην ξενιτιά / που δεν την αντέχω άλλο πια…»

 

Έλληνες και ξένοι στην ίδια χώρα. Ξένοι που φτάνουν με σαπιοκάραβα, που τους αφήνουν να θαλασσοπνίγονται «εγκληματίες ενός εφιαλτικού παγκόσμιου κυκλώματος» που τους αρπάζουν το υστέρημα τους και εκμεταλλεύονται  την ελπίδα τους να ξεφύγουν από την φτώχεια και την ανέχεια της πατρίδας τους, από τους πολέμους και την πείνα. Οικογένειες, νεαρά παιδιά ξεκινούν ένα μακρύ δρόμο προς την Ευρώπη, τη χώρα της Επαγγελίας.

 

Και ενδιάμεσος σταθμός η Ελλάδα. Η χώρα στην οποία τελικά λιμνάζουν, λαθραίοι και ξεκρέμαστοι, η χώρα στην οποία επιστρέφουν όταν απελαύνονται  από τις άλλες ευρωπαϊκές σύμφωνα με τις διεθνείς συμβάσεις που έχουν υπογραφεί, η χώρα η οποία  αδυνατεί να τους στείλει με την σειρά της πίσω στις χώρες από τις οποίες εισήλθαν. Και τα προβλήματα συσσωρεύονται με τα σύνορα της ουσιαστικά τρύπια και αφύλαχτα, με τους αριθμούς εισόδου των λαθρομεταναστών να αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο.

 

Παράνομοι, μένοντας κάτω από άθλιες συνθήκες οι περισσότεροι γίνονται βορρά των επιτηδείων τους οποίους τους χρησιμοποιούν για οποιαδήποτε άνομη δουλειά. Από τα πιο απλά, από την πώληση cd  και διάφορων προϊόντων μαϊμού στο δρόμο μέχρι την πώληση “σκληρών” ή “μαλακών” ναρκωτικών.  «Ξένος ήμουνα κι εγώ πριν γίνω αφεντικό/ πριν χτίσω και φτιαχτώ/ πριν μάθω να ξεχνώ./ Ξένος ήμουνα αλλά εσύ είσαι ο ξένος πια/ και δίπλα μου όπως ζεις την μέρα μου ενοχλείς» συνεχίζει το τραγούδι. Με ένα κράτος το οποίο είναι ολοκληρωτικά απόν, με ανύπαρκτη πολιτική βούληση, με κανέναν από τους κυβερνώντες να παίρνει  τις στοιχειώδεις πρωτοβουλίες, η κατάσταση έχει φθάσει στο απροχώρητο. Και οι κάτοικοι των περιοχών που έχουν επωμιστεί κυρίως το βάρος των λαθρομεταναστών, (βλέπε Αγ. Παντελεήμονα στην Αθήνα) καθημερινά αντικρίζουν τις γειτονιές τους να γίνονται εστίες μόλυνσεις, τα πάρκα τους δημόσια ουρητήρια. Οι περισσότεροι πουλάνε όσο- όσο τις περιουσίες τους και φεύγουν, και οι άλλοι που μένουν γίνονται δαχτυλοδεικτούμενοι ως ρατσιστές και ξενόφοβοι. Και η σύγκρουση είναι μοιραία. «κι από το εμείς/ το ξένο εγώ μου λέει να μισώ»