Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Απόστολος είναι δημοσιογράφος. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Νέα Σμύρνη με μικρασιατική παιδεία από την οικογένειά του. Ακολούθησε τη δουλειά του πατέρα του και του παππού του. Τα χρόνια της δικτατορίας έφυγε στο Παρίσι, όπου και σπούδασε κοινωνιολογία στο -τότε πειραματικό- πανεπιστήμιο της Vincennes.
Ξεκίνησε τη δημοσιογραφική του ζωή από την εφημερίδα Αυγή, όπου από χρόνια αρθρογραφεί στο κυριακάτικο φύλλο της σε φιλική βάση. Έχει εργαστεί επίσης στις εφημερίδες Μεσημβρινή, Απογευματινή, Αθηναϊκή και σε περιοδικά όπως το Αντί και τα Πολιτικά Θέματα. Συνεργασία είχε, στο ραδιόφωνο, με το σταθμό της Αθήνας 9,84. Από το 1974 εργάζεται στην ΕΡΤ, όπου, έως το 1997, παρουσίαζε το Δελτίο Ειδήσεων καθώς και πολλές δημοσιογραφικές εκπομπές. Είναι παντρεμένος με τη Δώρα Αποστόλου και έχουν μια κόρη, την Ελένη.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ
πατριωτικοσ λογοσ και διαπραγματευση

ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ

Δεν πας σε διαπραγμάτευση διαλαλώντας ότι έχει δίκιο ο άλλος όταν σου λέει ότι ζητάς παράλογα πράγματα, ότι αφού ζήτησες δανεικά θα πληρώσεις και την τελευταία δεκάρα αλλιώς να ψοφήσεις. Ο κ. Σταθάκης διέπραξε σοβαρό λάθος μιλώντας για το 5%. Λάθος τακτικής, τουλάχιστον. Αν αυτό πιστεύει όχι μόνο ο ίδιος αλλά και το οικονομικό επιτελείο τότε δεν είναι μόνο λάθος τακτικής. Επειδή το χρέος, απεχθές ή επαχθές, είναι βεβαίως οικονομικό θέμα, αλλά είναι και πολιτικό. Όχι μόνο πολιτικής διαπραγμάτευσης με τους δανειστές αλλά και με άλλους, εκτός ΕΕ. Χωρίς να έχουν διερευνηθεί και αποκλειστεί άλλες πηγές χρηματοδότησης, καλύτερη είναι-τουλάχιστον- η σιωπή. Οι μνημονιακές κυβερνήσεις έχουν υπογράψει ότι η Ελλάδα απαγορεύεται να ζητήσει λεφτά εκτός ΕΕ. Αν, όμως, μια άλλη κυβέρνηση τα βρει από αλλού, το Βερολίνο και οι Βρυξέλλες θα έχουν το δίλημμα τι να κάνουν και όχι εμείς. Διαπραγμάτευση-σοβαρή και σκληρή για τα εθνικά συμφέροντα- σημαίνει όλα τα όπλα στο τραπέζι, ή μάλλον στο χέρι έτοιμο να πυροβολήσει. Μόνο έτσι υπάρχουν ελπίδες. Ψοφοδεείς, τύπου της σημερινής κατάστασης, δεν διαπραγματεύονται. Απλώς σκύβουν.

Η ρευστότητα, λοιπόν, είναι άμεσο πρόβλημα, είναι πρόβλημα που θα τεθεί τη νύχτα των εκλογών, το αργότερο. Όπως έγινε με την Κύπρο. Χρήματα διαθέτουν οι Ρώσοι και οι Κινέζοι, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Για να δώσουν χρήματα στην Ελλάδα, να της εξασφαλίσουν, πρωτίστως, άμεση ρευστότητα, χρειάζεται προεργασία. Το οικονομικό επιτελείο θα όφειλε να το έχει επισημάνει. Δεν χρειάζεται σοφία, οι Κύπριοι είχαν ήδη δώσει το παράδειγμα, το κακό παράδειγμα είναι η αλήθεια. Διότι δεν προσέτρεξαν στη Μόσχα για να διαπραγματευτούν αλλά για να κοροϊδέψουν.

Αντί για τις φλυαρίες περί του επαχθούς ή απεχθούς χρέους όλοι θα όφειλαν να κάνουν σαφές, πρωτίστως στον εαυτό τους, ότι το οικονομικό ζήτημα δεν μπορεί να λυθεί συζητώντας μόνο με τους δανειστές.

Και ότι με οποιοδήποτε τρίτο το οικονομικό θέμα αποκτά κυρίαρχη πολιτική διάσταση. Οι συγκεκριμένες αναλυτικές προτάσεις είναι απαραίτητες, ποια ανταλλάγματα, οικονομικά και άλλα, προσφέρουμε. Αλλά το πρόβλημα δεν είναι, γενικώς, οι επενδύσεις, είναι η άμεση ρευστότητα, είπαμε. Η απόφαση των Ρώσων, των Κινέζων ή των Αρειανών να λύσουν το πρόβλημα της ρευστότητας είναι πολιτική απόφαση. Όπως και η δική μας απόφαση να απευθυνθούμε σ’ αυτούς είναι πολιτική απόφαση. Επειδή αυτό που διακυβεύεται δεν είναι λεφτά αλλά η εθνική ανεξαρτησία. Αν κάποιος τρίτος δίνει λεφτά «εδώ και τώρα» τότε οι δανειστές, οι καρδιακοί φίλοι και εταίροι δεν θα μπορούν να μας τσαλαπατούν σαν σκουπίδια. Στον καπιταλισμό θα μείνουμε αλλά το παιχνίδι θα παιχτεί αλλιώς. Όσοι πιστεύουν ότι είναι το ίδιο (στον καπιταλισμό) να είσαι ζήτουλας και να σε φτύνουν αντί να έχεις την ατομική και εθνική σου αξιοπρέπεια, ας συνεχίσουν να το βροντοφωνάζουν, δικαίωμά τους.

Επομένως αυτά τα περί 5% ή είναι, μια ακόμα, αστοχία, μια ακόμα φλυαρία, ή επικρατεί η σκέψη ότι η παραμονή στο ευρώ σημαίνει κατ’ ανάγκη πως η διαπραγμάτευση για το χρέος και ότι άλλο περιορίζεται αυστηρά στο πλαίσιο των δανειστών.

Και ότι, επομένως, οι επισκέψεις στη Μόσχα, στο Πεκίνο ή στον Άρη έχουν περίπου χαρακτήρα αναψυχής, ας δούμε και λίγο Μόσχα. Άντε να τους δώσουμε και κάτι από ΟΣΕ. Η διαπραγμάτευση όμως δεν είναι οικονομική αλλά πολιτική. Το ζητούμενο είναι η εθνική αξιοπρέπεια και ανεξαρτησία και όχι απλώς η εξόφληση του χρέους. Είμαστε Κράτος, όχι μπακάλικο. Το σχέδιο Μάρσαλ είχε τεράστιο πολιτικό υπόβαθρο, τα (πολλά) λεφτά ήταν απλώς εργαλείο.

Το πολιτικό ζήτημα είναι σοβαρό και περίπλοκο. Το ερώτημα είναι γιατί, ας πούμε οι Ρώσοι, θα μας διασφάλιζαν ρευστότητα. Ποιοι θα αντιδρούσαν και πόσο έντονα θα αντιδρούσαν. Αν οι Ρώσοι (ή οι Κινέζοι) θα είχαν σοβαρούς λόγους να αγνοήσουν τις αντιδράσεις και να μας προφέρουν ρευστότητα. Και φυσικά, αν εμείς είμαστε αποφασισμένοι και ικανοί να το παλέψουμε όσο χρειάζεται. Χρειάζεται, δηλαδή, μια γεωπολιτική ανάλυση των ποικίλων και συγκρουόμενων συμφερόντων. Των δικών μας συμφερόντων αλλά και όλων των άλλων. Διότι, είπαμε, το οικονομικό πρόβλημα δεν μπορεί να λυθεί μόνο με οικονομικούς λογαριασμούς, μπακαλίστικα. Δυναμικό, αν όχι κυρίαρχο, λόγο έχουν οι πολιτικοί λογαριασμοί. Η κυριαρχία των ξένων, η εθνική ανεξαρτησία. Για να βρούμε λεφτά πρέπει να έχουμε αποφασιστική (αλλά όχι του τυφλού, απερίσκεπτου «τσαμπουκά») εξωτερική πολιτική. Τα μεγάλα λόγια περί ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής είναι περιττά. Τα ραγιάδικα επιχειρήματα ότι επειδή είμαστε φτωχοί δεν μπορούμε να πάρουμε πρωτοβουλίες, είναι ακριβώς αυτό: ραγιάδικα επιχειρήματα. Ο καθένας μπορεί να πάρει πρωτοβουλίες αρκεί να ξέρει τι θέλει, αρκεί να έχει σαφείς στόχους.

Όταν μιλάμε για πατριωτικό λόγο αυτό εννοούμε: Τη γνώση των ελληνικών συμφερόντων, την ψύχραιμη ανάλυση των ποικίλων συμφερόντων, φιλικών και εχθρικών, την απόφαση υπεράσπισης των συμφερόντων μας. Και φυσικά την απαραίτητη επιδεξιότητα, ως υπόβαθρο. Αν πράγματι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει αποσπάσει την εμπιστοσύνη του κόσμου, αν όντως έχουν δίκιο όσοι λένε ότι ΣΥΡΙΖΑ θα ψηφίσουν οι άνθρωποι από απελπισία αλλά χωρίς να πιστεύουν σ’ αυτόν, όλα αυτά έχουν στη ρίζα τους τα παραπάνω, πιστεύω. Επειδή το πρόβλημα τώρα δεν είναι να φύγουμε ή να μείνουμε στην ευρωζώνη. Εντός ή εκτός, αν είμαστε αναξιόπιστοι, αν δεν ξέρουμε τι θέλουμε, αν αλλάζουμε γνώμη από τη μια στιγμή στην άλλη (αφού δεν ξέρουμε τι θέλουμε), αν μιλάμε για διαπραγμάτευση χωρίς να έχουμε χαράξει πλαίσιο και στρατηγική, αν αυτά και άλλα ασυνάρτητα κάνουμε τότε όλοι όπου μας βρουν, εντός ή εκτός, θα μας ποδοπατούν.