Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017
παμε πλατεια σαν την ισπανια

ΠΑΜΕ ΠΛΑΤΕΙΑ ΣΑΝ ΤΗΝ ΙΣΠΑΝΙΑ

του ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΡΑΚΩΣΤΑ

Πόσο δύσκολο μπορεί να ‘ναι για κάποιον που κάθεται μπροστά από έναν υπολογιστή πολλές ώρες ημερησίως, καταγράφοντας για επαγγελματικούς, («βιοποριστικούς» ο ίδιος δικαιολογείται απέναντι στην εικόνα του καθρέπτη) λόγους, την καθημερινότητα, τα αίτια και τα επιγενόμενά της, να μιλήσει για δικές του σκέψεις, δικές του εικόνες, φοβίες, σκιάχτρα που κουρνιάζουν εδώ και μήνες στις κυψέλες του εγκεφάλου, άγχη, αλήθειες;

Κάποιες φορές, ειλικρινά, πολύ δύσκολο.

Υπάρχουν φορές που τα πλήκτρα χορεύουν μόνα τους, λες και από μια μαγική, απροσδιόριστη συνομωσία μπορούν να διαβάζουν αγόγγυστα, άμεσα, αφιλτράριστα τα ερεθίσματα και το υποσυνείδητο… Και να τ’ αποτυπώνουν στην οθόνη. Να σχηματίζουν λέξεις, προτάσεις. Προτάσεις που μιλούν για αλήθειες. Άλλες φορές του υπογράφοντος, άλλες πάλι φορές των άλλων. Πολλές φορές ανέντιμα, εσκεμμένα υποψιάζουν μπερδεύοντας αίτιο κι αιτιατό, θύτη και θύμα, ακούσιο κι εκούσιο, θολώνουν τα νερά για να μιλήσουν γι’ αλήθειες που δεν είναι, που θα μπορούσαν να ’ναι αλλά δεν είναι, των άλλων. Άλλες πάλι φορές όχι…

Χωρίς περιστροφές και χωρίς την παραμικρή προσπάθεια σ’ αυτό το σημείωμα να υπάρξει αρχή, μέση και τέλος, αλλά «δια ταύτα», χωρίς δομή, φίλτρα, δεύτερες σκέψεις: ζήλεψα στο άκουσμα της είδησης ότι χιλιάδες Ισπανών πολιτών μαζεύονται καθημερινά στην κεντρική πλατεία της Μαδρίτης διαδηλώνοντας την αγανάκτησή τους. Διαμηνύοντας στο πολιτικό προσωπικό της χώρας που έπαψαν να εμπιστεύονται ότι θα τους χαλάσουν τον ύπνο για όσο εκείνοι τους αρνούνται το δικαίωμα στ’ όνειρο. Παιγνίδι του υποσυνείδητου θα πρέπει να ‘ναι που η εικόνα τους, το μήνυμά τους, πήγε και παραλληλίστηκε όχι τόσο με την πλατεία Ταχρίρ, όπως δικαιολογημένα παρατήρησαν κάποιοι, αλλά με τις κατάμεστες από κόσμο πλατείες του Βελιγραδίου χρόνια πριν. Κατάμεστες από ανθρώπους με καθαρό, κρυστάλλινο βλέμμα, με την κονκάρδα «στόχο» στο πέτο, που καλωσόριζαν με τραγούδια, μπύρες, θάρρος και πολιτισμό, τις βόμβες του Μπιλ Κλίντον και των ευρωπαίων υποστηρικτών του. Εκείνες που ακόμα κι όταν δεν έβρισκαν τον στόχο τους, κατάφερναν να καταστρέψουν κάθε τετραγωνικό χιλιοστό της παραγωγικής γης, να επιφέρουν ένα ισχυρό, καθοριστικό και υπολογισμένο πλήγμα στην καθημερινότητα, στην σκέψη και στην διανόηση αυτής της χώρας.

Το τίμημα, το βαρύ αντίτιμο της αποκοτιάς τους όμως είναι αυτό που τελικά είχε σημασία στον δικό μου αξιακό κώδικα. Γι’ αυτό φαντάζομαι το θυμάμαι ακόμα. Θα πρέπει να ‘σαι πεπεισμένος βαθιά, σκέφτομαι τώρα, για να πάρεις το παιδί σου αγκαλιά και να πας να σταθείς σε μια πλατεία για να υποδεχθείς τον θάνατο. Ώριμοι, αποφασισμένοι, δεν πήγαν στα καταφύγια, δεν κρύφθηκαν, δεν ασέλγησαν, δεν φόρεσαν κουκούλες… Διεκδίκησαν τ’ όνειρο, χωρίς υπεκφυγές, χωρίς περιστροφές, χωρίς προμετωπίδες… Έτσι απλά. Κρυστάλλινα, όπως η ματιά τους. Τους αφόπλισαν; Όχι. Τους ανάγκασαν σε δεύτερες σκέψεις; Ίσως. Τους ακύρωσαν, αποκαλύπτοντας την γύμνια τους; Σίγουρα! Η έξωθεν καλή μαρτυρία είναι αυτή που χάθηκε. Οι παρωπίδες αυτές που έφυγαν. Τα θολά τους άλλοθι.

Εκούσιος ή και ακούσιος θεατής, αποδέκτης, ενός αγώνα για λύτρωση, αλλά τυχερός που η ζωή τα ‘φερε να ‘χω γεννηθεί μερικά βουνά πιο κάτω, καταλάβαινα, υποψιαζόμουν, αλλά δεν συνειδητοποιούσα…

Στο πίσω μέρος του εγκεφάλου, βολεμένος, αποκοιμισμένος, νόμισα, ήλπισα πως η δική μου πραγματικότητα δεν θα επέτρεπε να μιλήσω για την αλήθεια τους σε πρώτο ενικό. Με αφορούσε, αλλά δεν με άγγιζε. Καιγόταν το σπίτι του διπλανού όχι το δικό μου. Πόνεσα, αλλά η πιστοληπτική μου ικανότητα, η δανεική μου ζωή και το ευρωπαϊκό μου παρόν και μέλλον, επέτρεπαν την ενοχή, τον βολικό μου λήθαργο. Πέρασαν από τότε χρόνια. Ανέχθηκα, χωρίς να συμμετέχω, δημιούργησα, προχώρησα. Δεν τα έφαγα και δεν θυμάμαι να συνέφαγα με κανέναν άλλο κοιλιόδουλο. Σαπιοκοιλιά.

Εργάστηκα με συνέπεια και συνεχίζω να το κάνω –ελπίζω κι εύχομαι με αξιοπρέπεια – υπαμειβόμενος. Πλήρωσα και συνεχίζω να πληρώνω το τσιμπούσι τους, λοιδορούμενος. Απαξιώθηκα, αφέθηκα στην τύχη μου, αδιαφόρησα, καμωνόμουν πως τα ποντίκια του City, τα heads funds και οι brokers του Μανχάταν που μου κατάτρωγαν τα θεμέλια δεν θα τα καταφέρουν και προχώρησα… Για να φθάσω μέχρις εδώ. Λίγο περισσότερο ώριμος, προετοιμασμένος να δώσω αγάπη, στοργή. Αποφασισμένος να φτιάξω έναν υγιές προθάλαμο για τα παιδιά μου, προσπαθώντας να διαχειριστώ με σοβαρότητα την ευτυχία που ο Θεός μου επιφύλαξε.

Και ξαφνικά, αναπάντεχα, το χαμόγελο, η ματιά τους, η ευτυχία μου έγινε… βρόγχος!

Ο κόσμος μου; Ευάλωτος. Η στιβαρή του πύλη λιλιπούτεια. Μικρή κι ανήμπορη να διώξει την ανατροπή που παγώνει. Την αλλαγή που συμπαρασύρει. Το τσουνάμι της μιζέριας.

Και τώρα; Τώρα τι; Θύμα και θύτης μαζί, ενός έργου που χρόνια πριν γράφθηκε για μένα και τους άλλους, χωρίς εμένα. Χωρίς αυτούς. Τον Μιχάλη, τον Γιώργο, τον Λάζαρο, την Ελένη, την Μαρία, τον Σταύρο κι ένα σωρό άλλους που βλέπουν την εικόνα τους πίσω από αυτές τις λέξεις. Ή την διακρίνουν μόλις… Εκείνους που τα βράδια μένουν ξάγρυπνοι, γιατί έπαψαν να ελπίζουν. Γιατί νίκησε ο φόβος, η ανασφάλεια. Γιατί επικράτησε η αβεβαιότητα, η θολούρα. Γιατί χάθηκε η προσδοκία, παρά τα λόγια, τις παχυλές διαβεβαιώσεις, τις υποσχέσεις. Λόγια, διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις που δεν νίκησε η φωτιά. Οι νεκροί της. Δεν έκαμψαν οι διαδηλώσεις. Τα συντονισμένα συνθήματα, τα πανό, οι κουκούλες, οι λοστοί, τα καπνογόνα, η αμετροέπεια, τα κράνη της ντροπής. Για την συμπαιγνία που δεν τέλειωσε, για την κηδεία που δεν τελέστηκε. Ακόμη. Γιατί αύριο…

http://www.facebook.com/home.php?sk=group_111012418985994&ap=1

Ο Αντρέας Καρακώστας είναι Δημοσιογράφος