Σάββατο, 23 Σεπτεμβρίου 2017
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Απόστολος είναι δημοσιογράφος. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Νέα Σμύρνη με μικρασιατική παιδεία από την οικογένειά του. Ακολούθησε τη δουλειά του πατέρα του και του παππού του. Τα χρόνια της δικτατορίας έφυγε στο Παρίσι, όπου και σπούδασε κοινωνιολογία στο -τότε πειραματικό- πανεπιστήμιο της Vincennes.
Ξεκίνησε τη δημοσιογραφική του ζωή από την εφημερίδα Αυγή, όπου από χρόνια αρθρογραφεί στο κυριακάτικο φύλλο της σε φιλική βάση. Έχει εργαστεί επίσης στις εφημερίδες Μεσημβρινή, Απογευματινή, Αθηναϊκή και σε περιοδικά όπως το Αντί και τα Πολιτικά Θέματα. Συνεργασία είχε, στο ραδιόφωνο, με το σταθμό της Αθήνας 9,84. Από το 1974 εργάζεται στην ΕΡΤ, όπου, έως το 1997, παρουσίαζε το Δελτίο Ειδήσεων καθώς και πολλές δημοσιογραφικές εκπομπές. Είναι παντρεμένος με τη Δώρα Αποστόλου και έχουν μια κόρη, την Ελένη.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ
ο τσιπρασ στη μοσχα και η διαπραγματευση με το βερολινο

Ο ΤΣΙΠΡΑΣ ΣΤΗ ΜΟΣΧΑ ΚΑΙ Η ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ ΜΕ ΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ

Ο ΣΥΡΙΖΑ θα κληθεί να κυβερνήσει. Εχθροί και φίλοι, εντός και εκτός της χώρας, σχεδιάζουν για το μέλλον με βάση αυτή την προοπτική. Το πρώτο καίριο, αποφασιστικό, πρόβλημα που θα αντιμετωπίσει η νέα κυβέρνηση είναι της ρευστότητας. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτό το πρόβλημα μπορεί να περιοριστεί σε διαπραγματεύσεις απ’ ευθείας και αποκλειστικά με τους δανειστές μας ή αν πρέπει να αναζητηθούν (και) άλλες πηγές άμεσης χρηματοδότησης, εκτός ΕΕ. Η στρατηγική παραμονής στο ευρώ σημαίνει και διαπραγματεύσεις μόνο με τους δανειστές, τους εταίρους στην ΕΕ;

Ζήτημα ρευστότητας θα θέσουν επισήμως οι δανειστές μας πριν από τις εκλογές και οπωσδήποτε την επόμενη μέρα των εκλογών, όπως έγινε, εκβιαστικά, με την Κύπρο, απειλώντας με «ξαφνικό θάνατο» της χρηματοδότησης. Ο ΣΥΡΙΖΑ για να μπορεί να διαπραγματευτεί με τους δανειστές πρέπει να έχει έτοιμη απάντηση πολύ νωρίτερα. Αν δεν λυθεί, εκ των προτέρων, το ζήτημα της άμεσης ρευστότητας, η μια οδός θα είναι η άτακτη, απροσχεδίαστη και απρογραμμάτιστη, έξοδος από την ευρωζώνη ενώ η άλλη θα είναι μια διαπραγμάτευση με τους δυσμενέστερους όρους, χειρότερους ίσως και από τους σημερινούς. Αυτή είναι η αλήθεια και είναι θέμα Ισχύος, όχι επιθυμιών, ιδεολογίας.

Ο Σόϊμπλε ετοιμάζει ήδη νέο δάνειο και νέα μέτρα. Αν καταλήξουμε, αναγκαστικά ή όχι, να αποδεχθούμε λύσεις αλά Σόϊμπλε τότε δεν υπάρχει ζήτημα, θα ξαναζήσουμε όσα ήδη έχουμε ζήσει και ακόμα χειρότερα. Διότι το Βερολίνο/ Βρυξέλλες έχουν κάθε λόγο να επιμείνουν άκαμπτα στην πολιτική τους ώστε να υποταγεί το τελευταίο τμήμα των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων που αντιστέκεται, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε όλη την Ευρώπη. Οι δανειστές θα διαπραγματευτούν μόνο αν η νέα κυβέρνηση διαθέτει και άλλες λύσεις, άλλες πηγές άμεσης χρηματοδότησης. Η αναζήτηση και εξεύρεση-αν υπάρχουν- άλλων πηγών άμεσης χρηματοδότησης αποτελεί ανατροπή των συσχετισμών ισχύος εντός της ευρωζώνης, ως πρώτο βήμα. Με λίγα λόγια: Το ζητούμενο από τη Ρωσία ή/και την Κίνα δεν είναι να κάνουν ογκώδεις επενδύσεις στην Ελλάδα παίρνοντας κάποια ανταλλάγματα, όσο σημαντικά και αν είναι. Το ζητούμενο είναι αν Μόσχα ή/και Πεκίνο θα συμφωνήσουν να παράσχουν άμεση ρευστότητα με ανταλλάγματα που θα καθοριστούν αρμοδίως. Ο καθένας καταλαβαίνει πως η τελική έκβαση δεν εξαρτάται μόνο από την Ελλάδα και την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ή όποια άλλη κυβέρνηση. Το καθοριστικό μερίδιο απόφασης το έχει η άλλη πλευρά διότι εκείνη θα έχει να μετρήσει τα ευρύτερα, πλανητικά και ειδικά περιφερειακά, συμφέροντά της, τους συσχετισμούς ισχύος κλπ. Ο Πούτιν απείλησε, εμμέσως, τους Ευρωπαίους ότι θα μπορούσε να αναμιχθεί ενεργά στα ελληνικά πράγματα. Το ερώτημα αν πράγματι είναι διατεθειμένος να το κάνει μένει εκκρεμές.

Το δίλημμα «εντός-εκτός ευρώ» είναι διμερές, της Ελλάδας και της ΕΕ, με ισχυρό παίκτη το Βερολίνο. Η εξεύρεση ρευστότητας βάζει άμεσα και τρίτο παίκτη στο παιχνίδι, αν η Μόσχα (ή/ και το Πεκίνο) θελήσουν να μετάσχουν και τότε η Ισχύς επιμερίζεται.

Στην πραγματικότητα η τυχόν συγκατάθεση της Μόσχας να μας παράσχει ρευστότητα θα φέρει στο τραπέζι όλους όσοι «παίζουν» στην περιοχή και ο Πούτιν ασφαλώς το γνωρίζει άριστα. Η επίσκεψη του Τσίπρα στη Μόσχα, αρχές της Άνοιξης, θα είναι καθοριστικό για τη συνέχεια, τις πραγματικές (και όχι τις φανταστικές) δυνατότητες της νέας κυβέρνησης να διαπραγματευτεί με το Βερολίνο. Είναι άχαρο και διόλου παραγωγικό να ασχοληθεί κανείς με τα άπειρα σενάρια των πιθανοτήτων που μπορεί να προκύψουν από την επίσκεψη Τσίπρα και τις πραγματικές προθέσεις (ή δυνατότητες) της Μόσχας. Είναι επαρκές, προσώρας, να γίνει σαφές ποιο είναι το επίμαχο, ότι δεν πρόκειται απλώς «για μια χούφτα δολάρια» αλλά για μέγιστο γεωπολιτικό και οικονομικό παιχνίδι.

Οι Νατοϊκές και Ευρωπαϊκές δεσμεύσεις της χώρας μας δεν αποκλείουν άνοιγμα προς τη Ρωσία και οποιαδήποτε άλλη χώρα, κατά το παράδειγμα άλλων Νατοϊκών και Ευρωπαίων Εταίρων, των ισχυρών είναι η αλήθεια. Το αποκλείει, ως τώρα, μόνο η πολιτική της άνευ όρων υποτέλειας- ο Μπάϊντεν, λένε αρμοδίως, παραπονέθηκε {με τη γνωστή ωμότητα (ή ευθύτητα) των Αμερικανών} σε Έλληνα μεγαλοεπιχειρηματία Ομογενή ότι οι εξ Ελλάδας επίσημοι δεν συζητούν μαζί του αλλά «του γλύφουν τα παπούτσια». Σχετικά, Αμερικανοί και Ρώσοι έχουν ένα κοινό σημείο ως προς την Ελλάδα: Μας θεωρούν αναξιόπιστους, δηλαδή τους Έλληνες πολιτικούς που γνώρισαν τις τελευταίες δεκαετίες. Αυτό δεν εμπόδισε πάντως τον ΥΠΕΞ Τζον Κέρι να ζητήσει, μόλις προχθές, από τον Βενιζέλο να συνταχθεί η Ελλάδα με τις ΗΠΑ στην πολιτική τους κατά της Ρωσίας. Είπαμε, όλοι προετοιμάζονται για τον ερχομό του ΣΥΡΙΖΑ. Θεμιτή υπόθεση εργασίας είναι ότι προετοιμάζεται και ο ίδιος, ως σύνολο.