Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017
ο ελληνασ και το αυτοκινητο (του)

Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ (ΤΟΥ)

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΑΥΡΙΔΗ

Παλαιότερα στην Ελλάδα αποκτούσες δύσκολα αυτοκίνητο. Ήταν ακριβό, είχε υπέρογκη φορολογία. Όποιος κατάφερνε να αποκτήσει θεωρούνταν “κατέχων”. Το αυτοκίνητο θεωρούνταν και περιουσιακό στοιχείο – ένα απ” τα “αντικειμενικά κριτήρια” φορολόγησης.

Ως εκ τούτου, εκτός από μεταφορικό μέσο, ήταν και μέσο προβολής της οικονομικής δύναμης του κατόχου του.

Αργότερα, τα πράγματα άλλαξαν. Ξαφνικά σε μια Ελλάδα «τριτοκοσμικών» αντιλήψεων ο καθένας μπορούσε να αποκτήσει εύκολα το αυτοκίνητο των ονείρων του. Ο πήχης της προσωπικής αυτοπεποίθησης ανέβηκε. Τι είχε συμβεί; Πρώτον, το αυτοκίνητο έγινε προσιτό οικονομικά. Η ενιαία ευρωπαϊκή αγορά επέβαλε δραματική μείωση στη φορολόγηση του. Το αυτοκίνητο έπαψε πια να είναι προϊόν πολυτελείας. Δεύτερο, βοήθησε και το τραπεζικό σύστημα. Εύκολες και συνοπτικές εγκρίσεις δανείων για την απόκτηση του.

Κάπως έτσι, σε μια Ελλάδα «τριτοκοσμικών» αντιλήψεων παρατηρήθηκε το φαινόμενο κατοχής ενός πολυτελούς αυτοκινήτου, παρκαρισμένου έξω από σπίτια ερείπια ή τσαντίρια. Εξάλλου, το αυτοκίνητο μεταφέρεται και παρκάρεται έξω από καφέτερια ή κλαμπ, παραπλανώντας για τα ακριβή (φορολογικά) στοιχεία του κατόχου. Ο οποίος εν προκειμένω μπορούσε να καβαλά οτιδήποτε χωρίς απαραίτητα να κουβαλά κι ένα γεμάτο πορτοφόλι…

Την ψευδαίσθηση της απότομης κατάργησης του “κοινωνικού χάσματος” ανέτρεψε η συνειδητοποίηση της σκληρής πραγματικότητας που τη δημιούργησε. Όπερ και μεταφράζεται στο ότι, σήμερα, όσο εύκολο είναι να αποκτήσεις το αυτοκίνητο των ονείρων σου, άλλο τόσο δύσκολο είναι να το συντηρήσεις.

Κάπως, έτσι σήμερα, το “χάσμα των τάξεων” επανήλθε δριμύτερο και πιο αποκαλυπτικό. Ο “έχων” και “κατέχων” μπορεί, ο “μη” δεν μπορεί. Ο δεύτερος είδε το τυρί, αλλά δεν είδε τη φάκα. Τον πρώτο, απλά, δεν τον απασχολεί η ύπαρξης της φάκας. Με απλά λόγια, τους “έχοντες” και “κατέχοντας” δεν απασχολεί ούτε η αύξηση της τιμής της βενζίνης, ούτε τα ακριβότερα διόδια, ούτε τα υψηλότερα τέλη κυκλοφορίας, ούτε τα υψηλά ασφαλιστικά κόμιστρα, που το Κράτος επέβαλε για να ισοφαρίσει τα έσοδα που έχανε όταν καταργούσε την υψηλή φορολόγηση και τους υψηλούς δασμούς που ίσχυαν για την αγορά του αυτοκινήτου.

Το ίδιο και τώρα, η εξίσωση του φόρου θέρμανσης και κίνησης κι η εξομείωση του χαμηλού ΦΠΑ (11%) με τον υψηλό (23%) πλήττουν κυρίως τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα που υπολογίζουν τα καθημερινά έξοδα διαβίωσης. Κι όσο το κόστος διαβίωσης ανεβαίνει, τόσο πολλαπλασιάζονται κι οι υπολογισμοί. Κι όσο οι Έλληνες πολίτες, με τις “δυτικοποιημένες” πλέον αντιλήψεις, κάνουν τους υπολογισμούς τους τόσο πιο αποκαρδιωτικά αποτελέσματα εξάγουν.

Την ίδια ώρα, βέβαια, το Κράτος συνεχίζει τους υπολογισμούς του για να συνεχίσει να εισπράττει.