Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017
ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Κώστας είναι οικονομολόγος. Γεννήθηκε το 1953 και μεγάλωσε στην Αθήνα. Ήθελε να γίνει Αρχαιολόγος αλλά σπούδασε οικονομικά και διοίκηση επιχειρήσεων. Το 1979 προσλήφθηκε ως Ελεγκτής στην μετά είκοσι χρόνια «δολοφονηθείσα» ελεγκτική εταιρία Arthur Andersen. Από τότε πήρε το δρόμο της επιχειρηματικής οργάνωσης και της πληροφορικής. Άρα τον Αύγουστο του 2011 συμπληρώνει 32 χρόνια έντονης επαγγελματικής εμπειρίας στην πρώτη γραμμή των θεμάτων εκσυγχρονισμού και οργάνωσης των επιχειρήσεων.
Τα τελευταία 22 χρόνια είναι επιχειρηματίας της τεχνολογίας. Έχει εμπειρίες συνεργασίας μέσα από εκατοντάδες εταιρίες και οργανισμούς σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Βρετανία, η Κύπρος, η Ρουμανία, η Τουρκία, η Ιταλία, οι ΗΠΑ, η Βουλγαρία, η Γερμανία και άλλες, όπου λειτούργησε ως προμηθευτής και σύμβουλος υπηρεσιών και λογισμικού.
Για δυο χρόνια υπήρξε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του ΟΠΑΠ
ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
οι πολιτεσ απορουν και οι πολιτικοι ψαχνονται

ΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ ΑΠΟΡΟΥΝ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΨΑΧΝΟΝΤΑΙ

ΟI πολιτικοί, οι αγορές, οι τραπεζίτες, οι οικονομολόγοι, οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι, χωρισμένοι σε γεωγραφικές περιοχές του κόσμου και ανάλογα με τα δικά τους συμφέροντα, ερμηνεύουν ο καθένας από τη σκοπιά του τα θέματα της κρίσης.

Πίσω από κάθε άποψη υπάρχει και ένα «ναι μεν, αλλά…». Ορισμένοι δεν διστάζουν να κατηγορήσουν όλες τις άλλες απόψεις –πλην των δικών τους– ως «ανεδαφικές», παρά το ότι αυτές (οι «ανεδαφικές») έχουν επαρκείς δόσεις επιστημοσύνης και αλήθειας, τουλάχιστον ερμηνευόμενες με τις παραδοσιακές οικονομικές αρχές. Εντούτοις δεν βρίσκεται η μαγική και πολυπόθητη συμφωνία επί του πρακτέου. Και στη μέση όλων αυτών ο απλός πολίτης του κόσμου. Παρακολουθεί έκπληκτος ένα μικρό έθνος να βρίσκεται στο κέντρο της κριτικής τόσο για τις αιτίες της κρίσης όσο και για τη λύση. Μα, είναι πράγματι έτσι;

Ας δούμε όμως δυο-τρία επιχειρήματα:

Πρώτον: «Η Ελλάδα καθυστερεί απλώς τη χρεοκοπία μέχρι να βρεθεί καλύτερος –πολιτικός– χρόνος για αυτήν». Αυτό το επιχείρημα προβάλλεται συχνά, ιδίως μετά την κάθε επιτυχία της Ελλάδας σε κάθε της κίνηση, όπως λ.χ. η προχθεσινή ψήφος εμπιστοσύνης. Oταν η κίνηση βγαίνει θετική, όσοι περίμεναν το αντίθετο συνεχίζουν να προετοιμάζουν τον επόμενο καταιγισμό. Το επιχείρημα αυτό βασίζεται σε παλιές οικονομικές αρχές, όπου η μόνη λύση ήταν η χρεοκοπία, η υποτίμηση, το κλείσιμο των συνόρων κ.λπ. Μα, η Ευρωπαϊκή Eνωση έχει σαφώς δημιουργήσει ένα νέο μοντέλο, ατελές ακόμη στην πλήρη οργάνωσή του, αλλά σίγουρα πιο πέρα από τα όρια των αρχών που ξέραμε μέχρι τώρα. Οι επικαλούμενοι το επιχείρημα αυτό αναγνωρίζουν πως το μοντέλο της Αργεντινής (που προϋπήρξε της Ε.Ε.) δεν ταιριάζει απόλυτα. Aρα η Ε.Ε. προσπαθεί για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία να λύσει ένα πρόβλημα ανάμεσα σε λαούς που σε άλλες εποχές λυνόταν με άλλους τρόπους. Πρέπει λοιπόν να δώσουμε την ευκαιρία να πετύχει αυτή η προσπάθεια.

Το δεύτερο επιχείρημα που κυριαρχεί αφορά το ντόμινο. Ακόμη και οι ΗΠΑ μπαίνουν στο μάτι, που χρωστούν ακόμη περισσότερα ως ποσοστό. Το επιχείρημα αυτό στηρίζεται κυρίως στο ότι με μία ενδεχόμενη ευρωπαϊκή πτώχευση, οι μεγάλες τράπεζες (ευρωπαϊκές και αμερικανικές) θα κληθούν να πληρώσουν εκατοντάδες δισεκατομμύρια σε ασφάλιστρα κινδύνου, κλονιζόμενες έτσι ώστε να αναγκαστεί και πάλι να τις σώσει το κράτος τους για να σώσει με τη σειρά τους τις καταθέσεις των πολιτών του. Αυτή είναι επίσης μία γενίκευση θεωρητικής μορφής, διότι αγνοεί τις μετατοπίσεις κεφαλαίων και ασφαλίστρων που έχουν ενταθεί τα τελευταία τρία χρόνια προς τις ασιατικές τράπεζες, που δεν έχουν την ίδια έκταση κινδύνων σε ευρωπαϊκά ζητήματα.

Τρίτον, δεν είναι καθόλου παράξενο που η δική μας αντιπολίτευση δεν συμφωνεί πλήρως με τα μέχρι τώρα μέτρα. Το επιχείρημα της συναίνεσης είναι εφεύρημα των Eυρωπαίων ηγετών που θέλουν να «δέσουν» διαχρονικά την Ελλάδα. Γιατί επιμένουν όμως; Ούτε η ιστορία τους δικαιώνει (του Eλληνος ο τράχηλος γαρ…) αλλά ούτε και η οικονομική αναγκαιότητα επιβάλλει να συμφωνούμε όλοι σε κάθε μέτρο. Κάθε θέμα του μέλλοντος θα κριθεί στο μέλλον! Τίποτε δεν τους εξασφαλίζει πως και οι 300 να συμφωνήσουν σήμερα, αύριο η Ελλάδα δεν έχει το δικαίωμα ή το ενδεχόμενο να διαφωνήσει.