Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017
ΓΙΩΡΓΗΣ-ΒΥΡΩΝ ΔΑΒΟΣ

ΓΙΩΡΓΗΣ-ΒΥΡΩΝ ΔΑΒΟΣ

Ο Γιώργης είναι ποιητής και κριτικός τέχνης. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967. Μετά τις σπουδές Πολιτικού Μηχανικού, Φιλοσοφίας, Κοινωνιογλωσσολογίας, Ελληνικού Πολιτισμού, δίδαξε Αισθητική, Πολιτική Φιλοσοφία και Μεθόδους Κριτικής στην Ιταλία (Σχολή Καλών Τεχνών Μιλάνου, Παν/μιο Βίγο Ισπανία, Πάντειο).
Έχει δημοσιεύσει τρεις ποιητικές συλλογές στην Ελλάδα, και δύο στην Ιταλία (όπου βραβεύθηκε το 2006 με το εθνικό βραβείο Ποίησης Astrolabio στην Πίζα) και συμμετάσχει με κείμενα σε πολλά περιοδικά και διεθνή συνέδρια.
Ως θεωρητικός έχει διοργανώσει λίγες, πλην όμως σημαντικές, μεγάλες εικαστικές εκθέσεις σε Ελλάδα και Εξωτερικό.
Συγγραφέας βασικών κειμένων σε πλείστους καταλόγους τέχνης στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό, μεταφραστής πολλών βιβλίων από 9 γλώσσες (τελευταίο "Η Γραμματική του Πλήθους" του Πάολο Βίρνο, εκδόσεις Αλεξάνδρεια).
ΓΙΩΡΓΗΣ-ΒΥΡΩΝ ΔΑΒΟΣ
μνημη ενοσ τιτανα του θεατρου: τριαντα χρονια απο τη θανη του πελου κατσελη

ΜΝΗΜΗ ΕΝΟΣ ΤΙΤΑΝΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ: ΤΡΙΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΘΑΝΗ ΤΟΥ ΠΕΛΟΥ ΚΑΤΣΕΛΗ

Το καλοκαίρι τούτο συμπληρώνονται 30 χρόνια από την τελευτή ενός από κορυφαίους πρωτεργάτες του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου, του εμπνευσμένου σκηνοθέτη και δάσκαλου Πέλου Κατσέλη. Δοσμένος απόλυτα κι ολοκληρωτικά στην υπηρεσία του κατά Διόνυσον λειτουργήματος, ο Κατσέλης δίδαξε σ’ όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του το ήθος και το πάθος, μεγαλούργησε στο ρεπερτόριό του ως σκηνοθέτης, κέντρισε με την γραφή του, κι ως εμπνευσμένος δάσκαλος ηθοποιΐας διάπλασε μαθητές, που κόσμησαν κι εξακολουθούν να διαπρέπουν στο παλκοσένικο.

Για όσους τον βιώσαμε ως ανεπανάληπτο άνθρωπο, θαυμάσαμε ως αυθεντικό και καινοτόμο δημιουργό, ή ζηλέψαμε ως δάσκαλο και διανοούμενο, ο Πέλος Κατσέλης, με τη δωρική, λεβέντικη, μορφή του, την ακατάβλητη δύναμή του, την ιερατική φωνή του και το πλάτος της μόρφωσής του, αποτελεί έναν φάρο που το σήμα του ακόμη σπιθίζει μέσα στο μούχρωμα της μνήμης.

Πνευματικός ογκόλιθος στάθηκε σ’ ολάκερην τη ζωή του ο Πέλος Κατσέλης, κι η αμέριστη αυτή μεγαλοσύνη χαρακτήριζε και την προσωπική του ζωή. Το βλέμμα του πάντοτε γιομάτο στοχαστικότητα κι αγχίνοια, πνευματικό και πνευματώδες συνάμα, αυστηρό, αλλά και παθιασμένο, πάντοτε ένοιωθε κανείς να τον βυθοσκοπεί ως τα τρίσβαθα, να τον ζυγίζει, όχι με υστεροβουλία όμως, αλλά με καταδεκτικότητα και διάθεση να γνωρίζει πως θα απευθυνθεί στον συνομιλητή του. Η λεβέντικη συμπεριφορά του είχε την ακλόνητη ακαμψία του ανθρώπου που γνωρίζει πως η άποψή του είναι στέρεα θεμελιωμένη στη γνώση και στο βίωμα, στην πράξη και την ουσιώδη δοκιμή, φανέρωμα τούτο του μεγάλου άνδρα που έχει απόλυτη πεποίθηση των όσων πιστεύει και με θάρρος τα υποστηρίζει. Κι ο Κατσέλης ίσαμε την τελευτή του βίου του τα ιδανικά του τα υπερασπίσθηκε με σθένος και καρτερία, με το ίδιο σθένος και καρτερία που υπέμεινε τους διωγμούς για τα φρονήματά του (ήτανε άλλωστε ένας από εκείνους που είχαν προτάξει το στήθος τους ενάντια στην εκτέλεση του Μπελογιάννη), αλλά ουδέποτε κάμφθηκε στη διάρκεια της ζωής του: ούτε και κατά τη δύσκολη περίοδο της ασθένειας στα στερνά του. Ο γρανιτένιος βράχος στο μνήμα του δεν θα μπορούσε να είναι καλλίτερα δηλωτικός του χαρακτήρα και του πνεύματος αυτού του μεγάλου ανθρώπου.

Ο Κατσέλης γαλουχήθηκε και αναδείχθηκε κατά την «ηρωϊκή» εποχή του ελληνικού θεάτρου, όταν ο Ροντήρης—του οποίου χρημάτισε βοηθός—έθετε τα θεμέλια μίας πραγματικά σύγχρονης κι επιστημονικής προσέγγισης του παγκόσμιου κλασσικού και σύγχρονου ρεπερτορίου, απαλλαγμένου από τους μελοδραματικούς στόμφους της προηγούμενης σειράς. Ο Κατσέλης αναλαμβάνοντας το ’38 το Άρμα Θέσπιδος έσπρωξε ακόμη παραπέρα την ορμητική τάση για τη διάπλαση ενός νέου τρόπου διδαχής, με τη διττή έννοια του όρου: και τη θεατρική και την παιδαγωγική, κατορθώνοντας να δώσει κύρος στην έννοια του θεάτρου και να το απλώσει σε μεγαλύτερα στρώματα, δίνοντας να καταλάβουν πως δεν πρόκειται για μία ελιτίστικη δραστηριότητα, αλλά κυρίως αποδείχνοντας πως το θέατρο είναι μία αντανάκλαση, όχι μόνον του εκάστοτε καιρού και του πνεύματός του, ούτε και του λεγόμενου υψιπετούς πνεύματος, αλλά μίας διαρκούς εικόνας της ανθρώπινης φύσης και της κοινωνίας. Με σωσυριανούς όρους, ο Κατσέλης –και φαίνεται τούτο εύγλωττα στα γραπτά του που ευδόκησε να μας αφήσει παρακαταθήκη στο «Γύρω από το Θέατρο»–ασπάζεται την άποψη πως η θεατρική πράξη ως σύνολο καθορίζεται από μία καθαρά διφυή φυσιογνωμία και λειτουργία: αυτήν της «συγχρονίας», που εκφράζει τον επικαιρικό και επικοινωνιακό χαρακτήρα του κι εκείνην της «διαχρονίας», που έχει να κάνει με την πορεία της διαμόρφωσης και της εξακτίνωσης της μεγαλοσύνης του θεατρικού λόγου σ’ όλο το πλέγμα της ανθρώπινης πορείας και στη χρονική διάρκεια της.

Στο θέατρο, σημείο τομής για τις δύο τούτες ιδιότητες είναι η καταγραφή και η μετακένωση μέσω της επί σκηνής πράξης της εμπειρίας, και μάλιστα της «βιωμένης εμπειρίας» (της ντιλταϊκής εκείνης Erlebnis, που αναπόφευκτα θα ενστερνίσθηκε ως έννοια κι ο Κατσέλης κατά τα χρόνια της μαθητείας του στη Γερμανία), η οποία αποτελεί βασικό και διαχρονικό συστατικό του δράματος, του οποίου η εκφραστική διαφορά ανά τους αιώνες εξαρτάται απλώς από τις ποικιλίες που κατηγοριακά προσλαμβάνει η έννοια της ποιητικής ανά τους αιώνες. Άλλωστε, ο ίδιος ο Dilthey στο «Ποίηση και Βιωμένη Εμπειρία του» υπογραμμίζει πως η έκφραση και η βιωμένη εμπειρία βρίσκονται σε πλήρη ανταπόκριση. «Η εμπειρία, που αποτελεί το θεμελιώδες περιεχόμενο κάθε ποιητικής, περιλαμβάνει πάντοτε μία συναισθηματική κατάσταση ως εσωτερικό της στοιχείο και μία εικόνα (ή μία αλληλουχία εικονων: τόπους, καταστάσεις, πρόσωπα) ως εξωτερικό». Η συναισθηματική κατάσταση ενσαρκώνεται σε τούτην την εικόνα. Μα τούτη η εικόνα σε τίποτε δεν μπορεί να υποκαταστήσει την διαχρονικότητα του συναισθηματικού παράγοντα. Διότι το θέατρο είναι πρωτίστως η έκφραση της ανάπτυξης, της δράσης και του βιώματος του βασικού και ζωϊκού ανθρώπινου είναι, το οποίο πέρα από τις ηθικές μεταβολές, που σχετίζονται με ιδεολογικούς/κοινωνικούς παράγοντες, παραμένει αναλλοίωτο σε όλη τη χρονική ύπαρξη της ανθρωπότητας. Δεν είναι τυχαίο που και σήμερα ακόμη οι σκηνικοί κραδασμοί των ηρώων της αρχαιοελληνικής τραγωδίας, των σεξπηρικών δραμάτων, της ιψενικής ψυχολογίας, πάλλουν ισόβαθμα τα συμπαθητικά νεύρα των θεατών, γαλβανίζουν τον ψυχισμό τους και υποβάλλουν. Γιατί ο θεατής κατανοεί πως το εξυψωμένο εκείνο δράμα είναι όμοιο, δυνητικά, με το δικό του, γιατί και το πιο εξιδανικευμένο θεατρικό πρόσωπο δεν παύει να φέρει ανθρώπινα χαρακτηριστικά και να είναι πλασμένο από την ίδια χοϊκή ύλη μ’ εμας. Άλλωστε εάν απεκδύσουμε από τα βασιλικά τους φορέματα τον Ληρ, τη Λαίδη Μακμπέθ, τον Ριχάρδο τον 3ο, τους χαρακτήρες του Κορνέιγ αλλά και του Μολιέρου, όπως και τους μεγάλους πρωταγωνιστές του Αρχαίου Δράματος, από τη Μήδεια και τη μητριά του Ιππόλυτου, ίσαμε τον Οιδίποδα και τον Φιλοκτήτη, άμα τους στοχαστούμε αυτούς δίχως την ηρωϊκή τους περιβολή και την υψηλή καταγωγή τους, άραγε δε μας φαντάζουνε οι ιστορίες κι οι μορφές τους σάμπως των καθημερινών ανθρώπων και τα παθήματά τους, που αποτελούνε μέρος της αδύναμης βροτείας φύσης και του παραλογισμού των αισθημάτων και της ανθρώπινης δράσης, αδελφά με τα δικά μας; Οι τέχνες, ιδίως η ποίηση και πρωτίστως το θέατρο, με τις κατεξοχήν εμπειρική-βιωματική σχέση που διατηρεί με την πραγματικότητα, διαθέτουν ένα μία ιδιαίτερη «βιοκατασκευή», να μας επιτραπεί πιο ελεύθερα να ερμηνεύσουμε έτσι το ντιλταϊκο Lebensverfassung, συστήνουν έναν ιδιαίτερο τρόπο για να ερμηνεύσουν και να διαμορφώσουν τη φύση και τη ζωή, κατοπτρίζοντας σε τούτη τη διαδικασία όλο το Lebenszusammenhang, το «πλέγμα ζωής» του υπαρκτού κόσμου. Εάν κάποιος μελετήσει τη θεατρική παρακαταθήκη του Κατσέλη θα δει πως η άποψη τούτη αποτελεί έναν σταθερό γνώμονα της σκέψης του και της διδαχής του.

Επιβεβλημένο φρονώ είναι να σταθεί κανείς και στον ασύγκριτο αναστατικό του αγώνα για την αναβίωση, επανεκτίμηση και ανάδειξη του λαϊκού μας θεάτρου. Και λέγοντας λαϊκό στην περίπτωση τούτη εννοούμε, όπως μας επιτάσσει να τη δούμε ο ίδιος ο Κατσέλης, την ατόφια έκφραση της ιδιάζουσας ανά την ιστορία ψυχής του λαϊκού αισθήματος κι όχι μία δοτή, άνωθεν, εικόνα` όπως στην περίπτωση της «ρωμαντικής» ηθοπλασίας, που φιλοδοξία της είχε ν’ αποκαθάρει το θέατρο από το όνειδος του «μπουλουκιού» , να καθαρίσει τη γλώσσα και ν’ αμβλύνει στο τριβείο της ιδεολογίας/ιδεοληψίας και τεχνηέντως να εξιδανικεύσει τη θεματολογία του με γνώμονα τον ηρωϊσμό της φυλής και της Μεγάλης Ιδέας για το Έθνος. Απεναντίας για τον Πέλο Κατσέλη ο λαϊκός χαρακτήρας δεν είναι απλώς μία άδολη μορφή λαλιάς και συμπεριφοράς, μα είναι πρωτίστως ο φορέας της ιστορικής ταυτότητας, που συνταιριασμένη με τη βιωμένη εμπειρία διαπλάθει διαρκώς κι εξακολουθητικά νέα οράματα για τον τόπο και τον άλλο σ’ έναν δοσμένο πληθυσμό. Το λαϊκό δεν είναι μία παγιωμένη, εξωραϊσμένη εικόνα: καθιζάνει γαρ σε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα σαν ένα σημάδι χαρακτηριστικό, αποτελεί τον ιδιάζοντα γενότυπο εκείνον που δεσπόζει σε κάθε χειρονομία εκφραστική και λογική του κάθε λαού, είναι ότι επικαθορίζει τη συμπεριφορά, τη σκέψη, τη φυσιογνωμία του.

Για τούτο το λαϊκό στοιχείο, όπως το εννοεί ο Κατσέλης, δεν είναι ένας χαρακτηριστικός ιδιότυπος (ένα εδραίο pattern θα λέγαμε), μία γενικευτική προσήμανση, αλλά απεναντίας αποτελεί μία ξεχωριστή περίσσια, ένα ατόφιο απόθεμα, πλέριο από μοναδικά στη χρονοϊστορική και τοπική ιδιαιτερότητά τους χαρακτηριστικά, που αποτελούν ταυτόχρονα την κρισάρα και τον συνδετικό κρίκο για όποιες μελλούμενες αλλαγές, ευεργετικές επιρροές κι ανακατατάξεις στον φαινοτυπικό ιστό της κοινωνικής ζωής του πληθυσμού αυτού. Ειδωμένο αποκλειστικά ως διττά ιστορική παράμετρος, συγχρονικά και διαχρονικά, όπως σοφά το αντιμετώπιζε ο Κατσέλης, το λαϊκό πνεύμα δεν συνιστά μίαν κλειστή οντότητα, που αντιμάχεται ο,τιδήποτε οθνείο, εξωτερικό, ή το θεωρούμενο ως υψηλό. Δέχεται τα πάντα, προβάλλει την ουσία του και μές από την αμείβουσα επιμειξία του εξωτερικού με το πηγαίο, πλαστουργεί τις εκάστοτε μορφές του, οι οποίες ωστόσο ουδέποτε προδίδουν την ιδιαιτερότητα του γενότυπού τους. Άλλωστε, πάντα κατά την ιστορικιστική σχολή, ό,τι είναι ιστορικά καθορισμένο είναι επίσης σχετικό και με την αξία του, προς τούτο η αναγωγή της λαϊκής παραγωγής σ’ έναν ενδεδειγμένον, αλλά όχι στενά εντοπισμένον, ιστορικό ορίζοντα το αναδεικνύει και το κωδικοποιεί .

Για τον ίδιον τον Κατσέλη ουδέποτε υπήρξε διάκριση ανάμεσα στο Υψηλό και το λαϊκό. Τέτοιες διακρίσεις στην Τέχνη πάντοτε τις λόγιζε ως άνωθεν επιβεβλημένες—εάν όχι ταξικές. Κανένα θέατρο, είτε πρόκειται για την Τραγωδία, τις αυλικές παραστάσεις, ή την Κομέντια Ντελλ’ Άρτε, δεν πηγάζει από εμπειρίες εξωτερικές του, βιωμένου, καθημερινού κόσμου κι όσο κι εάν απηχούν πρότυπα ηρωϊκά-ιπποτικά,ή πολιτικο-θρησκευτικά, η δομή κι οι συμπεριφορές των πρωταγωνιστών τους ουδέποτε είναι ξένες προς το συναίσθημα του λαού. Για τον Κατσέλη, μία αρχαία τραγωδία, ή ένα σαιξπηρικό δράμα δεν γίνεται αντιληπτό με κριτήρια ανωτερότητας σε σχέση με τον Αγαπητικό της Βοσκοπούλας (ένα έργο που ο ίδιος μοναδικά ανέδειξε), αμφότερα αντιμετωπίζονται με βάση τα βαθύτερα νοήματά τους και την αξιοσύνη του ύφους τους κι όχι βάσει της καταγωγής τους.

Το ίδιο πνεύμα ισότητας διέπνεε τον Κατσέλη και στην ιδιαίτερη ζωή του. Αντιμετώπιζε τον συνομιλητή του με την ίδια σοβαρότητα, είτε επρόκειτο για κάποια εξέχουσα προσωπικότητα, είτε για τον πιο ταπεινό άνθρωπο, ή ήτανε ομότεχνός του, ή κάποιος μαθητής του, είτε μιλούσε για το θέατρο, είτε ενδιαφερότανε –όπως στην περίπτωσή μου—για τις εξετάσεις μου για την Ευαγγελική Σχολή (όπου ο ίδιος είχε φοιτήσει) κι αφιέρωνε ώρα πολλή για να εξετάσουμε το πώς χειρίσθηκα τα θέματα. Κριτής ιθύς και τολμηρός, ποτέ δεν χαριζότανε, αλλά το έκανε ανεξίκακα και με στόχο καίριο: να δείξει στον καθένα ποια ελαττώματα χρειάζεται να διορθώσει και πάντοτε κατόρθωνε να τον εμπνεύσει. Επίτευγμα για τον καθένα ήταν ο έπαινός του, γιατί τότε μόνον γνώριζε ότι πραγματικά άξιζε ο κόπος που κατέβαλλε. Ο Κατσέλης ήξαιρε να καθοδηγεί, εμπνέοντας κι υποδεικνύοντας την ορθή προσέγγιση στα πράγματα. Και πάντοτε επετύγχανε γιατί ακριβώς το κέρδος ήταν η επιδοκιμασία ενός τέτοιου Τιτάνα προς το πρόσωπό σου. Ακόμη κι έναν «αντάρτη», ή «τούρκο» (όπως ο ίδιος με χαρακτήριζε για τον ανυπάκουο χαρακτήρα μου) κατάφερνε επιδέξεια να κατευνάσει, καθιστώντας τον έναν ιδιαίτερο πυλωρό στις εσωτερικές σκάλες προς τη Σχολή μ’ ένα επιλεγμένο για το ενδιαφέρον του βιβλίο, σαν τη Φάρμα των Ζώων, ή τα Ματωμένα Χώματα –που αργότερα έμελλε ν’ αποτελέσει αυτό το οριστικό άθλο της κοσμιότητας κι επιμέλειάς μου—προκειμένου να εξασφαλίσει την ποθεινή γαλήνη για τη μελέτη του! Η προοπτική του επαίνου για την πολύτιμη εκείνη σιγή, όχι μονάχα μ’ οδήγησε στην ορθή συμπεριφορά και στο σεβασμό του ιδιωτικού χρόνου του άλλου, αλλά περσότερο βόηθησε όσο ο,τιδήποτε άλλο την αγωγή και την προπαίδειά μου. Μάθημα μοναδικό, που μόνον από έναν άνθρωπο τέτοιου μεγέθους μπορεί κανείς να διδαχθεί!

Μπορεί να είναι τριάντα τα χρόνια που διάβηκαν αφότου το θέατρο έχασε τον Κατσέλη, ωστόσο η κληρονομιά του παραμένει ακλόνητη, να συνεχίζεται όχι μόνον από την παρακαταθήκη των όσων έγραψε, ή δίδαξε, αλλά κυρίως σήμερα μέσα από τη χορεία των μαθητών που διέπλασε κι ενέπνευσε, από την επιρροή που άσκησε στους γύρω του, από το ήθος που εποίησε. Ο Πέλος Κατσέλης υπήρξε μοναδικός κι αξεπέραστος, ένας από τους τελευταίους γίγαντες της θεατρικής πράξης, ένας δάσκαλος που κάθε εποχή θα τον διεκδικούσε και θα ευχόταν να την ευλογήσει με την παρουσία του και το πνεύμα του.