Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017
ΠΕΤΡΟΣ Ι. ΜΗΛΙΑΡΑΚΗΣ

ΠΕΤΡΟΣ Ι. ΜΗΛΙΑΡΑΚΗΣ

Ο Πέτρος είναι δικηγόρος Ανωτάτων Δικαστηρίου. Ως νομικός της πράξης, στο επίπεδο του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας –Ένωσης, δικηγορεί στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια του Στρασβούργου και του Λουξεμβούργου (E.C.H.R. και C.F.I. - G.C/E.U), ενώ χειρίζεται και προσφυγές ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Commission).
Στο επίπεδο της εσωτερικής έννομης τάξης, δικηγορεί ενώπιον των Ανωτάτων Ακυρωτικών Δικαστηρίων (ΑΕΔ, ΣτΕ και ΕλΣ)με κύριο αντικείμενο τις υποθέσεις Συνταγματικού Δικαίου, Διοικητικού Δικαίου και Δημοσιονομικού Δικαίου.
ΠΕΤΡΟΣ Ι. ΜΗΛΙΑΡΑΚΗΣ
κυβερνητικη προπαγανδα και μεταεπικοινωνια

ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ενόψει  των εκλογών του Μαΐου, η κυβερνητική προπαγάνδα (που ξεκίνησε νωρίς) επιχειρεί να αξιοποιήσει όλα τα δεδομένα της επιστήμης του επηρεασμού της κοινής γνώμης με τέτοιο τρόπο, ώστε το Εκλογικό Σώμα να μην αξιοποιήσει τις εμπειρίες του και να παραμείνει ο αχθοφόρος των Μνημονίων, χωρίς να επηρεάζεται από τις αντικειμενικές συνθήκες που έχουν διαμορφώσει ανθρωπιστική κρίση στην Ελλάδα.

Με τούτη την προδιάθεση σκόπιμη είναι η αναφορά στην επιστήμη της προπαγάνδας.

Η προπαγάνδα υπάρχει εκεί που παρατηρούνται διαφορετικές και αντιφατικές απόψεις, όπου οι άνθρωποι έχουν την τάση να θεωρούν τις μεν ορθές τις δε εσφαλμένες. Επομένως η προπαγάνδα δεν μπορεί να συγχέεται με την παιδεία. Η παιδεία αποβλέπει στην ελεύθερη ανάπτυξη της κρίσης, ενώ η προπαγάνδα αποβλέπει στο αντίθετο. Η παιδεία διδάσκει τον άνθρωπο «πώς» να σκέπτεται, ενώ η προπαγάνδα διδάσκει τον άνθρωπο «τι» να σκέπτεται.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την «γνωσιολογική αντίληψη» της προπαγάνδας, στην οποία στηρίζεται και η αποτελεσματικότητά της, είναι προφανές ότι απαιτείται μια μέθοδος.  Η μεθοδολογία δε της προπαγάνδας αποβλέπει σε δύο κύριους σκοπούς: ο πρώτος είναι ο εντοπισμός της προσοχής στο ηθελημένο μέρος από το όλον (π.χ. αντί της ανθρωπιστικής κρίσης, που είναι το όλον βλέπε μόνο το μέρος, δηλαδή το δήθεν «πρωτογενές πλεόνασμα») και ο δεύτερος είναι η μόνιμη διατήρηση αυτού του εντοπισμού. Επιτυγχάνεται δε με διάφορες Αρχές και Τεχνάσματα. Π.χ. η κυβερνητική προπαγάνδα επιχειρηματολογεί με απλουστευτικό λαϊκισμό και λογοπαίγνια, όπως: «δεν παίζουμε την Ελλάδα στα ζάρια», «από το κακό υπάρχει το χειρότερο». Κατά το μέρος που γίνεται επίκληση στο (δήθεν) πρωτογενές πλεόνασμα, η κυβερνητική προπαγάνδα ως Αρχή έχει να αποσυνδέει άλλες καταστάσεις όπως π.χ. πόσα αιτήματα συνταξιοδότησης εκκρεμούν, και ποιό είναι το αντίκρισμά τους στα δημοσιονομικά της Χώρας ή ποιές είναι οι συνέπειες της ασύμμετρης φορολόγησης.

Η προαναφερόμενη κυβερνητική προπαγάνδα αφενός μεν αντιλαμβάνεται τους πολίτες ως άτομα κατώτερου πολιτισμού και αφετέρου επιχειρεί να αξιοποιήσει το λεγόμενο «πρόβλημα της ανθρώπινης πλάνης». Επιχειρεί δηλαδή να δημιουργήσει «εσφαλμένη αντίληψη περί πραγμάτων». Κοντολογίς, επιχειρεί να δημιουργήσει  ενάντια στους κανόνες της λογικής, λαθεμένη αντίληψη πέραν της εμπειρικής παρατήρησης και των συνθηκών διαβίωσης. Στοχεύει στην ηθελημένη πλάνη, ώστε να καταστεί δόγμα  το «κυβερνητικό επιχείρημα» και να δημιουργήσει στον αντιπολιτευτικό λόγο το φράγμα ότι: «δεν θα με πείσεις κι αν ακόμη με πείσεις». Ως εκ τούτου, η κυβερνητική προπαγάνδα επιδιώκει να δημιουργήσει αυταπάτες!

Η πλάνη όμως αφορά την ίδια την κυβερνητική προπαγάνδα. Και τούτο γιατί αυταπάτες παρατηρούνται μόνο στον κακώς εννοούμενο «φίλαθλο» του κόσμου της ποδοσφαιρολαγνείας και στο θρησκευτικό φονταμενταλισμό, όχι όμως και στη δοκιμαζόμενη κοινωνία της απόκρημνης ανεργίας.

Άλλο ζήτημα που επιδιώκει η κυβερνητική προπαγάνδα είναι ο λεγόμενος κοινωνικός αυτοματισμός. Δηλαδή το «εγχείρημα» ώστε μια κοινωνική ομάδα να στραφεί εναντίον μιας άλλης (π.χ. οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα, να στραφούν εναντίον των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα και αντιστρόφως). Εδώ επιχειρείται να επιβεβαιωθεί η επιστήμη της προπαγάνδας με το να επιτυγχάνει: «να πείσει ένα κύκλο ανθρώπων να πιστεύει οτιδήποτε». Ο διαμελισμός όμως της κοινωνίας σε δύο ανεξάρτητες (υποτίθεται) οντότητες στο πλαίσιο της κυβερνητικής προπαγάνδας είναι  «ένα αυθαίρετο μεθοδολογικό τέχνασμα», ιδιαιτέρως σε συνθήκες κρίσης, όπως αυτές που βιώνουμε.

Η προαναφερόμενη κυβερνητική προπαγάνδα και όλων όσοι την συνεπικουρούν, δεν μπορεί, λόγω αντικειμενικών συνθηκών, να δώσει το «σωστό μήνυμα», γιατί προσκρούει στις εμπειρίες του συνόλου της κοινωνίας.

Περαιτέρω, η κυβερνητική προπαγάνδα υποκύπτει και στις συνέπειες της λεγόμενης (στη σύγχρονη ψυχολογία) μετα-επικοινωνίας. Και τούτο γιατί τα μηνύματα που στέλνει θεωρούνται με τους σύγχρονους επιστημονικούς όρους «μετα-μηνύματα». Στην περίπτωση αυτή το άτομο γνωρίζει ήδη το νόημα του μηνύματος που προσλαμβάνει και μπορεί να το κατηγοριοποιήσει.

Ειδικώς για τα μηνύματα αυτά στο επίπεδο της μετα-επικοινωνίας, ο Καθηγητής Κ.Ναυρίδης αναφέρει ότι «έχει πολύ μεγάλη σημασία λ.χ. όταν κάποιος κάνει πλάκα σε κάποιον άλλο, ο δεύτερος να είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται ότι αυτό που του λέει ο άλλος δεν θα πρέπει να το πάρει στα σοβαρά. Άρα, ότι δεν είναι για να θυμώσει αλλά για να γελάσει».

Οι εκλογές του Μαΐου θα αποδείξουν στους επικοινωνιακούς επιτελείς της κυβερνητικής προπαγάνδας πως τα μηνύματά τους κατά το μάλλον και μάλλον προκάλεσαν γέλωτα παρά θυμό!

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Βλ. αντί πολλών Ν.Α.Καλογερόπουλος-Kaloy, Η Προπαγάνδα Μέσον Βιασμού των Λαών, εκδόσεις «ΔΡΟΜΩΝ», 2012, κυρίως σελ. 25 και επ. αλλά και 174 και επ.,  Κ.Ναυρίδης, Ψυχολογία των Ομάδων, εκδόσεις Παπαζήση, 2005, σελ. 91 και επ.,  Μ.Harnecker, Βασικές έννοιες του ιστορικού υλισμού, Εκδόσεις Παπαζήση, 1976, σελ. 192 και επ. αλλά και 232 και E.Hopper, Papers of the Social Unconscious, Jessica Kingsley, 2003, London.

Το άρθρο δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Η ΑΥΓΗ»