Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017
κλεινουν ή πωλουνται οι δεκο;

ΚΛΕΙΝΟΥΝ Ή ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΔΕΚΟ;

«Κανονικά, έπρεπε να τις κλείσουμε τις ΔΕΚΟ, αλλά πρέπει αναγκαστικά να τις εξορθολογίσουµε»… Για άλλη μια φορά ο Θεόδωρος Πάγκαλος, είπε στο υπουργικό Συμβούλιο της περασμένης Πέμπτης, ό,τι δεν τολμούν να πουν άλλοι συνάδελφοί του. Το σημαντικότερο όμως είναι πως ο Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης συνηθίζει με τις τοποθετήσεις του να προσδίδει άλλες διαστάσεις στη δημόσια συζήτηση που αποδεικνύεται πως είναι και οι πραγματικές διαστάσεις. Με απλά λόγια, αν ήταν κάποιος άλλος αυτός που θα έβαζε εμμέσως πλην σαφώς θέμα “κλεισίματος” των ΔΕΚΟ, ελάχιστη πολιτική σημασία θα είχε. Από τη στιγμή όμως που είναι ο Θέοδωρος Πάγκαλος που παρουσιάζει – έστω και με υπαινιγμό – ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η κατάσταση σοβαρεύει.
Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο; Μπορεί για την ώρα, να μην υπάρχουν αποδείξεις, σίγουρα όμως υπάρχουν ενδείξεις, ώστε τίποτα να μην αποκλείεται. Καταρχήν είναι ο καταιγιστικός τρόπος που αλλάζουν δεδομένα και βεβαιότητες δεκαετιών. Ποιος θα φανταζόταν πριν τις εκλογές του περασμένου Οκτώβρη ότι ένα χρόνο μετά θα άλλαζαν τόσα πολλά, σε μια χώρα που οι αλλαγές προκύπτουν με βραδείς ρυθμούς; Ελάχιστοι. Η πλειονότητα των πολιτών πίστευε πως κάποιο “θαύμα” θα γίνει πάλι και η Ελλάδα θα συνεχίσει να βρίσκεται στη γνωστή ραθυμία της. Ακριβέστερα, η πλειονότητα πίστευε πως τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει. Ευτυχώς ή δυστυχώς, η πραγματικότητα βάζει τέλος στις εναπομείναντες ψευδαισθήσεις.

Κατά δεύτερο υπάρχει η αποδεδειγμένη αδυναμία του κράτους να εξορθολογίσει το οτιδήποτε. Πόσο μάλλον να καταστήσει δηλαδή κερδοφόρες εταιρίες παραδοσιακά ζημιογόνες. Και το κυριότερο: να πετύχει να καλύψει τα δυσθεώρητα ελλείμματα τους.

Η απλή λογική λοιπόν θέλει το ψαλίδισμα των αποδοχών των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ να είναι το πρώτο βήμα, πριν το κλείσιμο, ή στην καλύτερη περίπτωση την πώληση τους. Αλλά και αν ακόμα αυτός είναι τελικά ο στόχος των αλλαγών, δεν πρόκειται για απλή υπόθεση. Ποιος θα αγόραζε μια επιχείρηση με τεράστια ελλείμματα, με εμφανή έλλειψη ανταγωνιστικότητας, με υπεράριθμο και υψηλά αμειβόμενο προσωπικό και με ένα καθεστώς εργασιακών σχέσεων διόλου ευνοϊκό;

Όσο δυσάρεστη και αν ακούγεται η απάντηση είναι μια. Ουδείς! Συνεπώς, κάτι έπρεπε να γίνει. Και γίνεται. Συνεπώς, αν τα συνδικάτα φιλοδοξούν να διαφυλάξουν ό,τι απέμεινε από τα δικαιώματα των εργαζομένων, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι από τη στιγμή που το κράτος, οι Έλληνες φορολογούμενοι, αδυνατούν να χρηματοδοτούν χωρίς αντίκρισμα ελλειμματικές δημόσιες επιχειρήσεις, για να υπάρξει – αν τελικά υπάρξει – κάποιος που θα θελήσει να τις εξαγοράσει, θα πρέπει να πειστεί για το επιχειρηματικό όφελος που θα αποκομίσει.

Π.Κ.Μ.